Loading...
Ποίηση

ΓΙΟΛΑΝΤΑ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ: Πεζοποιήματα

 Η ΜΙΚΡΟΥΛΑ ΤΙ

  Άγγελε της χιονοθύελλας και των μπλακάουτ, ξέρεις τα βατόμουρα, εκείνα τα ρουμπίνια, στον πράσινο κήπο του παππού μου;   Ann Sexton

 Αν ήθελα να υπάρχει παράδεισος -και μετά θάνατον- θα ήταν κυρίως για την μικρούλα Τι που κάποτε ένα απόγευμα χειμώνα στον κήπο του σπιτιού είχε βγει φορώντας τα τακούνια της μητέρας που είχε φύγει. Χιόνιζε.

Φυσούσε βοριάς και το χιόνι -πυκνό- έθαβε προσδοκίες κουζινικά κούκλες χρυσαφικά ρουμπίνια από σκασμένα χείλη τα τιτιβίσματα των σπουργιτιών ώσπου σκοτείνιασε και η μητέρα δεν ερχόταν. Τότε την κυρίευσε η ιδέα του απαγορευμένου παγωτού και βάλθηκε να καταπίνει λαίμαργα χιονονιφάδες.  

Άνοιξη ανθίζουν τα αναπάντητα του κόσμου και η μικρούλα Τι που τώρα αλλιώτικα μόνη γιορτάζει τα ογδόντα  ακολουθώντας τις νύχτες ίχνη μυστικά διασχίζει χιονοθύελλες στον κήπο επιστρέφει. Σκάβει το χιόνι σκάβει τις λέξεις∙ ανησυχεί – λέει – για τα σπουργίτια.

(Είναι και η πορσελάνινη γαλατιερίτσα που δε βρέθηκε).                                                                               

                                                                                        

ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΟΣ ΑΕΡΑΣ ΚΑΙ ΚΑΠΕΛΟ

    Ι.    Το καπέλο του ρακοσυλλέκτη άρπαξε ο αέρας και αυτός καθηλωμένος είδε τον αόρατο εαυτό του να στροβιλίζεται στο κενό.   Ο εξαίσιος χορός του ανάλαφρος -με εκλεπτυσμένες κινήσεις- ήταν σε πλήρη αντίθεση με το κυρτό βαρύ του σώμα. «Η ψυχή του καμπούρη δεν έχει καμπούρα!» φώναξε ένα μικρό κορίτσι αναγνωρίζοντάς τον πίσω από τα κάγκελα του Δημοτικού σχολείου.

 

   ΙΙ.  Ο αέρας αναποδογύρισε το καπέλο του ζητιάνου και από το βάθος του ηχούσαν γέλια παιδικά. Και ό,τι αναρωτιόμουν βλέποντάς τον πάντα σκοτεινό. Γέλασε έστω και μια μοναδική φορά αυτός ο άνθρωπος;

 

  ΙΙΙ. Το ημίψηλο ενός ερωτευμένου πήρε μακριά ο αέρας και απαλά σαν στέφανο το απόθεσε στο κεφάλι της αγαπημένης του. Ανίδεη εκείνη για τον κρυφό του έρωτα ένοιωσε μολαταύτα στο έπακρον το ρίγος και τη θαλπωρή τού πάθους από τα λόγια που της ψιθύρισε το καπέλο. Αναστατωμένη από αυτήν την εξομολόγηση γύρισε στο σπίτι της και έπλασε τον «ερωτευμένο» κατ’ εικόνα και ομοίωση της επιθυμίας της. Εξ’ αιτίας αυτού, ουδέποτε αναγνώρισε τον πραγματικό κάτοχο του καπέλου όσο και αν οι περιστάσεις το ’φεραν τα βλέμματά τους να διασταυρωθούν.

 

 ΣΤΟΝ ΘΕΡΒΑΝΤΕΣ

 Πρωινό του Νοέμβρη στη Ναύπακτο. Αντίκρυ μου, αγέρωχος ο Μιχαήλ Θερβάντες εν μέσω κωδωνοκρουσιών για τα Εισόδια της Θεοτόκου. Θυμούμενη την παιδική μου παραφθορά της λέξης «τα ισόβια» της Θεοτόκου, χαμογέλασα… 

Η παρουσία του Θερβάντες με κυρίευσε∙ με βύθιζε, όλο και πιο βαθιά, στη μυθιστορία του Δον Κιχώτη… Αίφνης, ένα πετούμενο  φτερούγισε στο μπρούντζινο μέτωπο και…  οι βυζαντινές ψαλμωδίες μπλέχτηκαν με γρηγοριανές ενώ στο βάθος φάνηκε μια λιτανεία με το ομοίωμα της Παναγίας. Την ίδια στιγμή,  το άγαλμα – ίδιος ο Δον Κιχώτης – κλείνοντάς μου το μάτι πήδηξε από το βάθρο πάνω σε άλογο και τείνοντας το ξίφος είπε:

«…ν’ αφήσετε λεύτερη αυτή την ωραία αρχόντισσα, που από την θλιμμένη της όψη μπορεί κανείς εύκολα να καταλάβει πως την πηγαίνετε δίχως τη θέλησή της…»

Αστραπιαία, το όραμα χάθηκε∙ απόμεινε μόνο η αίσθηση της ομηρίας της μικρής Μαριάμ από τη Ναζαρέτ, ώστε να εκπληρωθεί – κατά τις γραφές – η «σωτηρία» του ανθρώπινου είδους…  

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *