Loading...
Θεατής με πολυεστιακά

ΓΙΟΥΛΗ ΖΑΧΑΡΙΟΥ: Φθινοπωρινή Σονάτα (1978) του Ingmar Bergman

                 Εγκλήματα στ’ όνομα της αγάπης

«Προσπάθησες να με πληγώσεις όπως ήσουν κι εσύ πληγωμένη. Με συνέτριψες στ’ όνομα της αγάπης»
(η Εύα στη μητέρα της, Σάρλοτ)

Η Εύα, που ζει στην επαρχία με τον πάστορα σύζυγο της και την ανάπηρη αδελφή της Έλενα, έχοντας αναλάβει τη φροντίδα της, καλεί τη μητέρα τους Σάρλοτ, διάσημη πιανίστα, να τους επισκεφτεί. Εκείνη, που ταξιδεύει συνεχώς για την καριέρα της και έχει να δει τις κόρες της επτά χρόνια, δέχεται, περισσότερο για να ξεκουραστεί και να συνέλθει από τον θάνατο του εραστή της παρά από την ανάγκη να δει τα παιδιά της.

Πάνω σ’ αυτήν την εκρηκτική σεναριακή πρώτη ύλη ο μεγάλος δημιουργός κεντάει πλάνο το πλάνο και ατάκα την ατάκα την πανίσχυρη σχέση μάνας-κόρης, που μπορεί να εκτραπεί στην πιο επώδυνη και τραυματική.
Η μητέρα, η Σάρλοτ, είναι αφοσιωμένη με πάθος στην τέχνη της, φιλόδοξη, εγωκεντική, αυτάρεσκη, κυριαρχική, με έντονη επιθυμία προσωπικής ελευθερίας και αυτοδιάθεσης. Μια γυναίκα που είχε εγκαταλειφθεί από τους γονείς της και δε δίστασε κι αυτή αργότερα  να εγκαταλείψει τα δικά της παιδιά. Μια μάνα που δεν κρύβει την ενόχληση της όταν πρέπει να συναντήσει μετά από επτά χρόνια  την ανάπηρη κόρη της και που δεν είναι ικανή να κατανοήσει και να στηρίξει ούτε την άλλη. Απορριπτική, έτοιμη μόνο για υποδείξεις, απασχολημένη πάντα με τον εαυτό της, εντελώς απρόθυμη να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις  του μητρικού ρόλου. «Όταν ήμουν παιδί, ήμουν πάντα η κούκλα που έπαιζες…» ακούει την κόρη της να της λέει.
Εκείνη, η Εύα, έγινε από την παιδική της ηλικία αποδέκτης της μητρικής αδιαφορίας, της απαξίωσης, της εγκατάλειψης. Τραυματισμένη  από τη μητρική απουσία και από άλλες ιδιαίτερα οδυνηρές απώλειες, αδυνατώντας να βρει την ταυτότητα της, κρύβει για τη μητέρα της εξαιρετικά έντονα, απωθημένα και αντιφατικά συναισθήματα: αγάπη, θαυμασμό, παράπονο, θυμό, μίσος, ενοχές. Ζητάει απεγνωσμένα σε μια τελευταία προσπάθεια, τη μητρική στοργή, την κατανόηση, την αποδοχή: «ήθελα να σ’ αρέσω…» της λέει.
Με σαφείς επιρροές από την ψυχανάλυση και από προσωπικά βιώματα, διαθέτοντας δυο υποκριτικά εργαλεία (Ingrid Bergman, Liv Ullmann) σπάνιας αισθαντικότητας και χρησιμοποιώντας μια ακραία δυσλειτουργική μητρική σχέση, ο μεγάλος Σουηδός μας φέρνει ακόμη μια φορά μπροστά στον καθρέφτη και μας προκαλεί για μια δύσκολη και πολλές φορές επώδυνη καταβύθιση εις εαυτόν.
Λίγες τυχερές  μπορούν να ισχυριστούν ότι δεν αναγνωρίζουν στην ταινία έστω και ένα ανάλογο βίωμα, αναφορικά με τον έναν ή τον άλλο ρόλο: ο ομφάλιος λώρος που δεν κόπηκε, τα τραύματα και οι αποτυχίες  της μητέρας που μεταφέρονται στην κόρη, ο υφέρπων ανταγωνισμός που εμποδίζει την αποδοχή, οι ενοχές που καλλιεργούνται συνειδητά  ή ασυνείδητα από τη μητέρα στην κόρη, η συγχώρεση που η τελευταία αρνείται να δώσει, η αδυναμία της να απελευθερωθεί από το παντοδύναμο μητρικό πρότυπο και να αυτοπροσδιοριστεί, η αντιστροφή των ρόλων με την κόρη να αναλαμβάνει τον μητρικό (η Εύα φροντίζει την ανάπηρη αδελφή της και ακούει τη μητέρα της να της λέει «ήθελα να με παρηγορήσεις, ήμουνα αβοήθητη…»), όλα  εντέλει σηματοδοτούν   τη δυστυχία και των δύο.
Το θέμα δεν έπαψε ποτέ να απασχολεί την τέχνη και ειδικά τον κιν/φο κι αυτό ακριβώς μαρτυρεί την καταλυτική του σημασία. Κανείς όμως, κατά τη γνώμη μου, κινηματογραφικός δημιουργός δεν απέδωσε με τόση ακρίβεια, ωμότητα αλλά και σπαραγμό, τη συγκρουσιακή, τραυματική σχέση μάνας-κόρης και τη μάνα-θύτη που είναι ικανή να κάνει εγκλήματα στ’ όνομα της αγάπης.

2 comments
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.