Loading...
Θεατής με πολυεστιακά

ΓΙΟΥΛΗ ΖΑΧΑΡΙΟΥ: «Χωρίς αγάπη», «Happy end» και «Ψυχή και σώμα»

 1   «ΧΩΡΙΣ ΑΓΑΠΗ»  του Αλεξέι Ζβιάγκιντσεφ – «Happy end» του Μίκαελ Χάνεκε

Δυο ταινίες της κινιματογραφικής επικαιρότητας, με κοινούς θεματικούς πυρήνες και κοινή οπτική, συνομιλούν. Δυο αγαπημένοι δημιουργοί δίνουν, με την ίδια τόλμη και με την ιδιαίτερη γραφή του ο καθένας, την κυνική εικόνα της σύγχρονης πραγματικότητας  και εκφράζουν την ίδια αγωνία για το μέλλον της κοινωνίας των ανθρώπων.

Ο Ζβιάγκιντσεφ βάζει στο μικροσκόπιο του ένα ζευγάρι στη σημερινή Μόσχα που ζει βίαια το διαζύγιο του, παρουσία του μικρού του γιου. Κάποια μέρα το παιδί εξαφανίζεται μυστηριωδώς και στη διάρκεια της μακράς αναζήτησης του έρχονται στην επιφάνεια όλες οι πτυχές μιας ζωής ελλειμματικής.

Στην ταινία του Χάνεκε μια μεγαλοαστική γαλλική οικογένεια βιώνει την οδυνηρή αποδόμηση της, από τη στιγμή που ένα ατύχημα στην ιδιόκτητη εταιρία γίνεται αφορμή να αποκαλυφτούν τα προσωπικά αδιέξοδα των μελών και οι προβληματικές μεταξύ τους σχέσεις.
Οι τίτλοι των δύο ταινιών θα μπορούσαν, νομίζω,  άνετα να ανταλλαγούν. Ο Χ. ανατέμνει κι αυτός έναν κόσμο «Χωρίς Αγάπη», ενώ η ταινία του Ζ. διαθέτει κι αυτή ένα σκληρό «Happy end»: την άρνηση του σύγχρονου ανθρώπου να αναγνωρίσει και να αποδεχτεί την αμείλικτη πραγματικότητα και τις ευθύνες του γι αυτήν.
Και οι δύο ταινίες λειτουργούν σε δυο επίπεδα, ανοίγονται από τον μικροσκοπικό έλεγχο της σημερινής οικογένειας, στο «μεγάλο κάδρο» –  στη μακροσκοπική απεικόνιση  των σύγχρονων κοινωνιών του ανεπτυγμένου κόσμου. Ειδικά ο Ζ. ενδιαφέρεται ιδιαίτερα και για ένα τρίτο ενδιάμεσο επίπεδο, αυτό της ρωσικής κοινωνίας και των παθογενειών της.
Κοινή συνισταμένη των δύο ταινιών, η απουσία της αγάπης από την οικογένεια.
Γονείς συναισθηματικά (…και όχι μόνο) απόντες, άνδρες που γεννούν και ξαναγεννούν απογόνους χωρίς καμιά  επίγνωση του συναισθηματικού τους ρόλου. Γυναίκες που βλέπουν τα παιδιά τους ως εμπόδιο στις προσωπικές επιθυμίες και φιλοδοξίες τους. Η συναισθηματική τους αναπηρία δημιουργεί παιδιά-θύματα, καταδικασμένα να μην αγαπηθούν, εκτεθειμένα στον φόβο και την απελπισία. Σχέσεις ζευγαριών νοσηρές, με ανύπαρκτη, ούτε καν επιθυμητή επικοινωνία, με βία υποβόσκουσα ή εκδηλωμένη. Λυσσαλέα αναζήτηση του σεξ ως ψευδαισθητικής διαφυγής από μια  κενή από κάθε νόημα ζωή.

Η νοσηρότητα αυτή του Ζβιάγκιντσεφ τροφοδοτεί την κυνική, σαθρή κοινωνία του 21ου αι. , αλλά και την αντανακλά, σε μια σχέση διαλεκτική. Και οι δυο ταινίες της καταλογίζουν  ηθική χρεωκοπία, κοινωνικές ανισότητες, αλλοτρίωση, εμμονή με το χρήμα και την οικονομική δύναμη. Τον Ζβιάγκιντσεφ  τον ενδιαφέρουν επιπλέον ιδιαίτερα  η διάβρωση των θεσμών,  η κρατική αδιαφορία  και ο ακόρεστος καταναλωτισμός της νεοπλουτίστικης ρωσικής κοινωνίας, ενώ ο Χ. επιμένει στην ξενοφοβία, την αποικιοκρατική νοοτροπία, την υποκριτική ηθική και τον
εθισμό στη διαδικτυακή  απομόνωση, που χαρακτηρίζουν τις δυτικές κοινωνίες.
Είναι λοιπόν τόσο ζοφερή και απαισιόδοξη η πραγματικότητα σε όλα τα επίπεδα; Οι δυο δημιουργοί πιστεύουν ότι ναι. Κι όμως και οι δυο αφήνουν,  κατά τη γνώμη μου, μια ανάσα αισιόδοξης  προοπτικής να διαπεράσει το έργο τους.

Πιο έντονα και άμεσα ο Ζβιάγκιντσεφ, προβάλλοντας, μέσα από την εθελοντική πρωτοβουλία και δράση, τη δυνατότητα της κοινωνίας να κινητοποιήσει λανθάνουσες δυνάμεις της και να ελπίσει σε μια αυτοθεραπεία. Ενώ ο Χάνεκε, πιο έμμεσα και πιο μελαγχολικά (ίσως και λόγω ηλικίας…), αφήνοντας την αμυδρή ελπίδα ότι ίσως η νέα γενιά, η καλωδιωμένη και σχεδόν αυτιστική,  είναι σε θέση, αν της το μάθουν, να καταλάβει το αλφαβητάριο της αγάπης.

 

2   ΟΤΑΝ ΣΠΑΕΙ ΤΟ ΚΕΛΥΦΟΣ…. (Μια ανάγνωση της ουγγρικής ταινίας της Ίλτιγκο Ενιέντι «ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΣΩΜΑ»)

Ο Έντρε και η Μαρία. Εκείνος οικονομικός διευθυντής, εκείνη επιθεωρήτρια υγείας σε ένα σφαγείο στη Βουδαπέστη. Μοναχικοί και οι δυο τους, εσωστρεφείς, απρόθυμοι σε προσεγγίσεις. Κάποια στιγμή, με  αφορμή ένα ψυχολογικό τεστ στον χώρο δουλειάς τους, ανακαλύπτουν έκπληκτοι ότι βλέπουν ακριβώς τα ίδια όνειρα. Αυτό είναι και η αρχή μιας «εξόδου από τα τείχη», μιας δοκιμασίας των προσωπικών «υλικών», μιας δύσκολης πορείας με τέλος αβέβαιο….

Προσωπικά ένιωσα ότι την ταινία γέννησε η αιώνια ανάγκη να μιλήσει η τέχνη για την οδυνηρή και συνάμα λυτρωτική συνύπαρξη ψυχής και σώματος·  για τη σπάνια σύζευξή τους στον έρωτα και τον τόσο συκοφαντημένο ρόλο τους·  για τα τραύματα και τις αναπηρίες που και τα δυο κρύβουν, αλλά και την αναγεννητική δύναμή τους·  για το ασυνείδητο που λειτουργεί ερήμην και για την ευλογία να ανασυρθούν κάποτε και να βιωθούν έστω και λίγα από τα ακατέργαστα πολύτιμα υλικά του·  για τη στυφή γεύση που πολύ συχνά αφήνουν οι ανθρώπινες σχέσεις, αλλά και την ασίγαστη λαχτάρα για επαφή.
Είδα όμως τους  ήρωες  και  ως δύο άτομα που έλκουν την καταγωγή από τη θωράκιση του σύγχρονου ανθρώπου  σε ένα προσωπικό σύμπαν δωματίου και τη συνεχώς αυξανόμενη δυσκολία – μέσα στις σύγχρονες κοινωνίες/σφαγεία – να προκληθεί ρήγμα στη θωράκιση αυτή·  δύο άτομα τα οποία βιώνουν το καθένα τις προσκολλήσεις και εξαρτήσεις του,  τις φοβίες και εμμονές του,  την άρνησή του να εκτεθεί στον άλλον και να υποστεί τις όποιες συνέπειες·  την απόσυρσή του, που δεν είναι παρά μια άτακτη φυγή αλλά και έσχατη άμυνα·  τη σπάνια στιγμή που θα σπάσει το κέλυφος του περίκλειστου εαυτού και θα γίνει το βήμα προς τον άλλον·τη θαυμαστή στιγμή που θα τολμήσουν δύο άνθρωποι να «αναγνωριστούν».
Γύρω από το αρχετυπικό δίπολο ψυχής και σώματος που κινεί την ταινία, αναγνώρισα και άλλα, που συμπληρώνουν και ενισχύουν το πρώτο. Το ποιητικό ύφος των ονειρικών σκηνών του δάσους –  που προφανώς οπτικοποιούν το ασυνείδητο των δύο ηρώων –  αντιδιαστέλλεται προς το ρεαλιστικό, της  κενής, ωμής ή θλιβερής  απεικόνισης της επαγγελματικής και ιδιωτικής ζωής τους.
Τα δευτερεύοντα πρόσωπα (ο διευθυντής προσωπικού και η γυναίκα του, ο νεαρός εργάτης, ο αστυνομικός, η ψυχολόγος κ. λπ) αποτελούν αντιπροσωπευτικά δείγματα μιας σύγχρονης αλλοτριωτικής πραγματικότητας, μέσα στην οποία οι δύο ήρωες – ο καθένας με τον τρόπο του και τους δικούς του λόγους –  αισθάνονται ως ξένο σώμα·  είναι όλοι φορείς της τρέχουσας αντίληψης για την κανονικότητα, σύμφωνα με την οποία οι δυο τους αντιμετωπίζονται ως παράξενοι, αλλόκοτοι, αφύσικοι ακόμη και κωμικοί*.
Η εντελώς μίνιμαλ μουσική – η απουσία της, σχεδόν – υπογραμμίζει τη «μουσική της εικόνας», που με τόση γνώση, τέχνη και ευαισθησία «ενορχηστρώνει» η Ενιέντι· υποχωρεί διακριτικά, για να ακουστεί η «σονάτα» των δύο σωμάτων, οι «συγχορδίες» των πραγμάτων, οι «παύσεις» των σιωπών, το «βιμπράτο» των κινήσεων και των αγγιγμάτων, το «σότο βότσε» των βλεμμάτων.

Αυτά τα βλέμματα, αυτά τα αγγίγματα, αυτές τις σιωπές πήρα μαζί μου στο τέλος της ταινίας, ως πολύτιμο δώρο. Όλα όσα περιμένουν από τον κάθε  θεατή ξεχωριστά να τα «μεταγλωττίσει» στον δικό του κώδικα, να συμπληρώσει με τις δικές του λέξεις τον ανείπωτο διάλογο, να φωτίσει την ταινία με το δικό του βίωμα ή τη δική του ευαισθησία.  Αυτά, και το αμυδρό, δειλό, δύσκολο αλλά αυθεντικό χαμόγελο δύο ανθρώπων την ευλογημένη στιγμή που «αναγνωρίζονται» μέσα σε έναν αλλότριο κόσμο.

φωτό: Η σκηνοθέτις Ίλτιγκο Ενιέντι

* Μου έκανε εντύπωση ότι πολλοί από αυτούς που ασχολήθηκαν με την ταινία, παρουσιάζοντας ή αξιολογώντας ή σχολιάζοντάς την, έδωσαν τους ίδιους ακριβώς χαρακτηρισμούς στους δύο ήρωες. Φαίνεται ότι το «κανονικό» έχει απολύτως συγκεκριμένο και οριοθετημένο περιεχόμενο στον προβλέψιμο και πληκτικό κόσμο μας…

3 comments
  1. Γιώργος

    Εξαιρετικά κείμενα. Ενός ανθρώπου σκεπτόμενου που έχει σκύψει πάνω από τις ταινίες, τις έχει ψάξει, έχει εμβαθύνει, έχει νοιαστεί. Και, επιπλέον , μια διειδυτική γυναικεία ματιά.

  2. Βικτώρια Ευθυμιάδου

    Με αφορμή την κατά την άποψη μου εξαιρετική ανάλυση της Γιούλης Ζαχαρίου,παραφράζοντας τους στίχους του μεγάλου ποιητή μας – αν γλυτώσει το παιδί..-
    θα πω αν γλυτώσει » η σκέψη » υπάρχει ελπίδα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *