Loading...
Μεταφρασμένη πεζογραφία

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΡΤΑΚΗΣ: RAINER MARIA RILKE, Πένα και ξίφος – Ένας διάλογος

Στη γωνία μιας κάμαρης ήταν ακουμπισμένο ένα ξίφος. Η ανοιχτόχρωμη, χαλύβδινη επιφάνεια της λεπίδας του, στο άγγιγμα των αχτίνων του ήλιου,  έβγαζε μια λάμψη κοκκινωπή.

Περήφανο το ξίφος κοίταξε ολόγυρα. Είδε ότι τα πάντα απολάμβαναν το φεγγοβόλημά του.

Τα πάντα; Όχι, βέβαια! Εκεί, επάνω στο τραπέζι άεργη, τεμπέλικα ακουμπισμένη σε ένα μελανοδοχείο, ήταν μια πένα που δεν είχε, ούτε στο ελάχιστο, κατά νου να προσκυνήσει την αστραφτερή Μεγαλειότητα τού εν λόγω όπλου. Αυτό εξόργισε το ξίφος, που άρχισε να λέει:

 «Ποιος είσαι εσύ, πράμα τιποτένιο, που δεν προσκυνάς όπως όλοι τo μεγαλείο μου και δεν το θαυμάζεις; Για δες τριγύρω! Τα πάντα στέκονται ευλαβικά, βυθισμένα στο σκοτάδι. Μόνο εμένα, εμένα ανέδειξε σε αγαπημένο του ο φωτεινός, ευφρόσυνος ήλιος. Tο μαυλιστικό, το φλογερό φιλί του μου δίνει πνοή κι εγώ τον ανταμείβω, χίλιες φορές το φως του αντανακλώντας. Μονάχα σε άρχοντες ισχυρούς αρμόζει να περιβάλλονται με λαμπρά ενδύματα. Ο ήλιος ξέρει τη δύναμή μου, γι’ αυτό απλώνει την βασιλική πορφύρα των αχτίνων του στους ώμους μου».

 Η συνετή πένα αποκρίθηκε χαμογελώντας:

 «Κοίτα πόσο αυτάρεσκος και περήφανος είσαι και πώς κομπάζεις για τη δανεική σου λάμψη! Όμως, εμείς οι δυο είμαστε – σκέψου! – στενοί συγγενείς: και τους δυο μάς έχει γεννήσει η στοργική γη, και ίσως να βρισκόμασταν πλάι- πλάι στην πρώτη μορφή μας, στα ίδια βουνά, χιλιάδες χρόνια, μέχρι που η ακατάβλητη εργατικότητα των ανθρώπων ανακάλυψε τη φλέβα του χρήσιμου μεταλλεύματος, του οποίου υπήρξαμε μέρος. Και τους δυο μας απέσπασαν από εκεί. Και οι δυο μας έπρεπε – παιδιά ακόμα ασχημάτιστα της ακατέργαστης φύσης – να μεταλλαχθούμε σε χρήσιμους συντελεστές γήινων έργων, πάνω από την λάβρα του πυρωμένου καμινιού και κάτω από τα δυνατά χτυπήματα του σφυριού.
Έτσι και έγινε. Συνέλαβαν την ιδέα εσένα να σε κάνουν ξίφος με μεγάλη και δυνατή αιχμή  κι εμένα πένα, με αιχμή λεπτή και μικροκαμωμένη.
Μα κι οι δυο, αν όντως θέλουμε να δημιουργήσουμε και να δράσουμε, πρέπει πρωτύτερα να υγράνουμε την λαμπερή αιχμή μας. Εσύ με αίμα κι εγώ με μελάνι!»

 «Τα λόγια αυτά που ειπώθηκαν με ύφος δασκαλίστικο», άρχισε να λέει με φόρα το ξίφος, «μου φέρνουν, μα την αλήθεια, γέλια. Γιατί μοιάζει σαν να ήθελε το ποντίκι, αυτό το μικρό ασήμαντο πλάσμα, να αποδείξει τη στενή συγγένειά του με τον ελέφαντα. Τότε, θα μιλούσε σαν εσένα! Αφού κι αυτό έχει, όπως κι εκείνος, τέσσερα ποδάρια και, μάλιστα, μπορεί να υπερηφανεύεται και για ένα μακρύ μουσούδι. Κάποιος θα μπορούσε να πιστέψει, ότι είναι τουλάχιστον ξαδέλφια! Όμως, αγαπητή πένα, πολύ έξυπνα και μεροληπτικά αναφέρθηκες  μόνο σε αυτό που σου μοιάζω. Πρέπει λοιπόν εγώ να πω, σε τι διαφέρουμε: Εγώ, το λαμπρό, περήφανο ξίφος, στολίζω τη μέση ενός γενναίου, ευγενή ιππότη. Εσένα όμως, εσένα, ένας γέρο γραφιάς σε πλακώνει στο βιβλίο για σελιδοδείκτη. Εμένα, ο  κύριός μου με αρπάζει με χέρι δυνατό και με οδηγεί στις τάξεις των εχθρών. Εγώ τον βοηθώ να τις διασχίσει. Εσένα, καλή μου πένα, σε κρατά ο αφέντης σου με τρεμάμενο χέρι πάνω από κιτρινισμένες περγαμηνές. Εγώ, κινούμαι θαρραλέα, ριψοκίνδυνα, ανάμεσα στους εχθρούς, χτυπώ λυσσαλέα πότε εδώ, πότε εκεί. Εσύ, ξύνεις με την ίδια αιώνια μονοτονία την περγαμηνή σου και δεν τολμάς να βγεις από την πορεία που σου υποδεικνύει προσεκτικά το χέρι που σε οδηγεί.
Επίσης εμένα, αν στο τέλος γεράσω και αποκάμει η δύναμή μου, τότε μου απονέμουν τιμές, όπως αρμόζει σε ήρωες: με εκθέτουν στην αίθουσα των προγόνων και με θαυμάζουν.

Τι κάνουν όμως με εσένα; Εάν ο κύριος σου δυσαρεστηθεί, γιατί στραβογέρασες κι άρχισες να τραβάς λαχανιασμένη παχιές γραμμές επάνω στο χαρτί, σε πιάνει, σε τραβά απ’ τον κονδυλοφόρο που είχες για στήριγμα και σε πετά, αν δεν σε ευσπλαγχνιστεί και σε πουλήσει με μερικές από τις αδελφές σου για λίγα γρόσια σε έναν παλιατζή».

 «Μπορεί σε κάποια σημεία», αντέκρουσε πολύ σοβαρή η πένα, «να μην έχεις και τόσο άδικο. Είναι αλήθεια, ότι συχνά με εκτιμούν ελάχιστα, καθώς και ότι μου συμπεριφέρονται  άσχημα, όταν γίνω άχρηστη πια. Όμως, γι’ αυτό και δεν είναι λίγη η δύναμη που έχω στη διάθεσή μου, όσο καιρό μπορώ να δουλεύω. Αυτό μπορεί να αποδειχτεί με ένα στοίχημα!» 

«Θέλεις να βάλεις μαζί μου στοίχημα;», γέλασε το απερίσκεπτο ξίφος.

«Αν τολμάς να το δεχτείς!;».

«Αν το δέχομαι, λέει!», ανταπάντησε το ξίφος που ακόμα δεν μπορούσε να συνέλθει από τα γέλια. «Ποιο είναι το στοίχημα;»

Η πένα τότε ανασηκώθηκε, πήρε αυστηρό και επίσημο ύφος, και είπε:

«Θα στοιχηματίσουμε, ότι είμαι σε θέση να σε εμποδίσω να επιδοθείς στη δουλειά σου – τη μάχη –  αν θέλω.»

«Χα, χα, ακούγεται τολμηρό…»

«Δέχεσαι;»

«Σύμφωνοι!»

«Λοιπόν», είπε η πένα, «για να δούμε!»

Είχαν περάσει λίγα λεπτά από το κλείσιμο της συμφωνίας για το στοίχημα, όταν στο δωμάτιο μπήκε ένας νέος άνδρας με εντυπωσιακή στρατιωτική ενδυμασία, πήρε στα χέρια του το ξίφος και το ζώστηκε. Κατόπιν περιεργάστηκε με ικανοποίηση τη γυμνή του λεπίδα. Απ’ έξω ακούγονταν ηχηρά σαλπίσματα και τύμπανα. Ο άνδρας ήταν έτοιμος να εγκαταλείψει το δωμάτιο,  όταν μπήκε ένας άλλος, ο οποίος θα πρέπει να κατείχε κάποιο υψηλό αξίωμα, όπως κανείς μπορούσε να διαπιστώσει από τα πλούσια στολίδια του. Ο νέος άνδρας υποκλίθηκε βαθιά. Στο μεταξύ, ο αξιωματούχος είχε πλησιάσει στο τραπέζι, είχε πάρει την πένα και είχε γράψει κάτι βιαστικά.

«Το σύμφωνο ειρήνης έχει πια υπογραφεί», είπε χαμογελώντας. Ο νεαρός άνδρας ακούμπησε πάλι το ξίφος στη γωνία, και οι δύο εγκατέλειψαν το δωμάτιο.

Στο τραπέζι είχε απομείνει η πένα. Μια αχτίνα του ήλιου έπαιζε μαζί της και το υγρό μέταλλό της σπινθήριζε λαμπερό.

«Δεν τραβάς για την μάχη, αγαπητό μου ξίφος;», ρώτησε χαμογελώντας.

Το ξίφος όμως παρέμεινε σιωπηλό στη σκοτεινή γωνιά. Πιστεύω, δεν καυχήθηκε ποτέ ξανά.

 

(Feder und Schwert, 1893 )

 

Ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε ( 4 Δεκεμβρίου 1875 – 29 Δεκεμβρίου 1926) ήταν ένας μεγάλος λυρικός ποιητής και πεζογράφος του 20ού αιώνα. Καταγόταν από γερμανική οικογένεια και γεννήθηκε ως René Karl Wilhelm Johann Josef Maria Rilke στην Πράγα. Έζησε τα χρόνια της νεότητάς του σε μια ταραγμένη εποχή – θρησκευτικές διαμάχες, ηθική κατάπτωση, παγκόσμια αναστάτωση.
Φοίτησε στη Στρατιωτική Σχολή του Ζανκτ Πλέτεν (Sankt Ploeten) της Αυστρίας για μια πενταετία (1886 – 1891), και εγκατέλειψε λόγω ασθένειας. Το 1895 άρχισε να φοιτά στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα, όπου σπούδασε γερμανική λογοτεχνία, ιστορία της τέχνης και φιλοσοφία. Την εποχή αυτή χρονολογούνται και οι πρώτες ποιητικές συλλογές του, με επιρροές από τον γαλλικό ιμπρεσιονισμό στη ζωγραφική και τον συμβολισμό στην ποίηση. Τον Απρίλιο του 1901 παντρεύτηκε τη νεαρή γλύπτρια Κλάρα Βέστχοφ.

Στη δεύτερη περίοδο της ποίησής του διαφαίνεται μια μεταφυσική ανησυχία μπροστά στο μυστήριο της δημιουργίας και του σύμπαντος. Κατά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο εγκαταστάθηκε στο Μόναχο. Τότε δημοσίευσε και τα αριστουργήματά του Ελεγείες του Ντουίνο (Duineser Elegien, 1911 – 1922), που άρχισε να γράφει κατά τη διάρκεια της παραμονής του στον Πύργο του Ντουίνο της Δαλματίας, και  τα Σονέτα στον Ορφέα (Sonette an Orpheus, 1922). Το μυθιστόρημά του «Οι Σημειώσεις του Μάλτε Λάουριτς Μπρίγκε» (Die Aufzeichnungen des Malte Laurids Brigge, 1910), μπορεί να θεωρηθεί ως ο πρόδρομος της γραφής των Υπαρξιστών. Το 1929 δημοσιεύθηκε το πολύ ενδιαφέρον έργο του, Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή (Briefe an einem jungen Dichter), που διαβάστηκε κι αγαπήθηκε ιδιαίτερα από τους νέους,  Πέθανε από λευχαιμία στο Βαλμόν της Ελβετίας.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.