Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Γιώργος Βέης: Κώστας Χατζηαντωνίου, Ο κύκλος του χώματος Εκδόσεις Καστανιώτη  

Πειστικοί καθόλα χαρακτήρες, εμβριθής αναπαλαίωση της εκάστοτε ικανής και αναγκαίας περιρρέουσας ατμόσφαιρας, υποδειγματικά έντεχνη πολυπρόσωπη αφήγηση, σπουδή της κρίσιμης λεπτομέρειας, διαύγεια εμπύρετου λόγου, ισόρροπη ανάπτυξη των δρώμενων, ενδελεχής ανάπτυξη του πρωταρχικού σχεδίου, ενώ η αληθοφάνεια των διηγητικών εκφάνσεων και η επινόηση των συμβάντων συμβαδίζουν, χωρίς όμως να καταργούν την επιλεγμένη, θεσμική, οίκοθεν νοείται, ιστορικότητα: αυτές, μεταξύ άλλων, είναι οι κύριες κειμενικές αρετές του ως άνω μυθιστορήματος. Ο δε τίτλος του παραπέμπει ευθέως στον ακατάλυτο δεσμό των ανθρώπων τόσο με την εξ αντικειμένου πραγματικότητα του δεδομένου γενέθλιου περιβάλλοντος, όσο και με όλους τους διακριτούς, αείζωους μυθολογικούς δείκτες των συγκεκριμένων γεωγραφικών συντεταγμένων. Είναι εκείνοι ακριβώς, οι οποίοι κατά καιρούς είτε ευνοούν είτε οδηγούν σε πλήρη αφανισμό την εκ γενετής ευπαθή ύπαρξη, αυτό το στάχυ ή το καλάμι, όπως το ήθελε ο Πασκάλ, το έκθετο στους τυφώνες της Ιστορίας. Ο τόπος, ως ειμαρμένη, προοικονομεί λοιπόν κι εδώ δράμα. Η απόλυτη τιμή του χώματος είναι κατ΄ επέκταση συνώνυμη της αξίας του χυμένου αίματος.

Τα αφηγηματικά υποκείμενα του παρόντος έργουως αναπόσπαστα κύτταρα του χώρου τους, εισέρχονται συχνά κι αυτά, εκόντα άκοντα, στην κατεξοχήν ζώνη του τραγικού. Καταρρέουν, μετά από άνισους συνήθως αγώνες ή καταφέρνουν να ανυψωθούν, υπακούοντας μαθηματικά πάντα στην ασίγαστη διαλεκτική του οικείου πάθους. Πρόκειται για την ακατάπαυστη εκείνη κίνηση, η οποία στοιχειώνει το βιβλίο από την πρώτη ως την τελευταία του σελίδα. Το αίτημα της αναίρεσης των αυταπατών, των σημαδιακών αντιφάσεων της ζωής, των μοιραίων ψευδαισθήσεων είναι αντιστοίχως διάχυτο. Κοντολογίς, η επανάληψη των λαθών, των προδοσιών και των ηρωικών αντιστάσεων στην επικείμενη καταστροφή, την οποία απειλεί ο σχεδόν πανταχού παρών Άλλος, συνιστά την ατέρμονη δράση ενός τροχού ακαταπαύστων μαρτυρίων. Η μνήμη διαπερνά το παρόν, καθιστώντας το αναστοχαστικό είναι. Από μια άποψη, η όλη ροή είναι φαινομένη. Ως να τεκμαίρεται μια ασάλευτη αιωνιότητα χώματος – αίματος. Στο βάθος της εξιστόρησης θαρρώ ότι ακούει κανείς τον ψίθυρο του Χόρχε Λουίς Μπόρχες: «το να έχει αντιγράψει η ιστορία την ιστορία είναι ήδη κάτι εκπληκτικό, το να αντιγράψει η ιστορία τη λογοτεχνία είναι αδιανόητο».

Η νησιώτικη οικογένεια των Γαβαλάδων συνιστά στην προκειμένη περίπτωση το συλλογικό αφηγηματικό πρόσωπο. Διαβάζουμε ότι ορισμένοι πρόγονοι συμπαρατάχτηκαν με τους Ιερολοχίτες. Άλλοι έζησαν τον μικρασιατικό μαρασμό. Έτεροι πολέμησαν το 1940. Ο δε Αλέξανδρος, γιος του γιατρού Βασίλη Γαβαλά, δρα ως ανθυπολοχαγός στην Κύπρο, τον Ιούλιο του 1974, κατά την περίοδο της τουρκικής εισβολής. Έχοντας προλάβει να συμμετάσχει στις ύστατες συγκρούσεις στο βόρειο τμήμα του νησιού, κοντά στην Κερύνεια, δεν θα αργήσει να συμπεριληφθεί στους αγνοούμενους. Η απώλεια αυτή λυγίζει, όπως θα ανέμενε κανείς, όλα τα στελέχη της οικογενειακής τάξης. Εξ ου και οι πολλαπλές δυσκολίες εμπέδωσης ενός ισόρροπου βίου, τις οποίες αντιμετωπίζει στην πράξη φέρ΄ ειπείν η Βέρα, η αδελφή του. Ο Παύλος, ο εξάδελφός του, θα διδάξει οικονομικά, αφού πρώτα θα εγκαταλείψει οριστικά την ομάδα βομβιστών του Ιρλανδικού Επαναστατικού Στρατού, με την οποία συνδέθηκε στενά σε μιαν περίοδο προφανώς ακραίων επιπολαιοτήτων. Ο γάμος του άλλου εξαδέλφου του Αλέξανδρου, του εμφανώς νουνεχούς, του συναισθηματικά αυτοελεγχόμενου Μιχαήλ, με την Εύα, γνωστή από το κοινό τους παρελθόν, αποτελεί προφανώς μιαν ακόμη αναγκαία συνθήκη επανεκκίνησης της ορμής προς το μέλλον των ψυχικών ανορθώσεων και των ηθικών αναμορφώσεων. Το παιδί τους μάλιστα, το οποίο έρχεται, το τονίζω αυτό, την κατάλληλη στιγμή στη σκηνή του επαρκώς συγκερασμένου αυτού μυθιστορήματος, οριοθετεί την αλλαγή ρυθμών της ρήξης του κακού με το καλό. Το πένθος διεκδικεί μεν τα πάντα, πλην όμως η άφατη αίγλη που εκλύει η γονιμοποιημένη μήτρα οριοθετεί ρήξη με το μελανό στοιχείο του βίου. Το ορμέμφυτο για μια παροδική έστω ανόρθωση του καθημαγμένου εγώ, μη παύοντας να ενεργεί εποικοδομητικά, προσδίδει σε πολλά κρίσιμα σημεία της αφήγησης μια λάμψη από το μάλλον ανίκητο αγαθό. Άλλωστε εξακολουθεί να ισχύει ότι «στη ρίζα του Έλληνα: το άνευ μέτρου, το έκλυτο, το ασιατικό∙ η παλληκαριά του φάνηκε στον αγώνα κατά του εγγενούς ασιατισμού του∙ η ομορφιά δεν του δόθηκε απλώς [ . . .]: την κατέκτησε, την θέλησε, αγωνίστηκε σκληρά γι’ αυτήν – την κ έ ρ δ ι σ ε!», όπως διατείνεται ο ακραιφνής εκείνος φιλέλλην, ο Φρίντριχ Νίτσε.

Ο Κώστας Χατζηαντωνίου γεννήθηκε το 1965 στη Ρόδο. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, πολιτικές επιστήμες και δημόσια διοίκηση. Δοκιμιογράφος και πεζογράφος, έχει συνεργαστεί με έγκριτες περιοδικές και εγκυκλοπαιδικές εκδόσεις. Σήμερα διευθύνει το λογοτεχνικό περιοδικό “Κοράλλι”. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και της Διοικούσας Επιτροπής του Ιδρύματος Κωστή Παλαμά. Έχει τιμηθεί με το βραβείο δοκιμίου του PENClub και το βραβείο Φωτέα για το βιβλίο του “Εναντίον του χρόνου”. Το 2011 τιμήθηκε με το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (European Union Prize for Literature) για το μυθιστόρημά του “Αγκριτζέντο”, το οποίο μεταφράστηκε στα ιταλικά, τα πολωνικά, τα σερβικά, τα κροατικά και τα αλβανικά.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.