Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Γιώργος Βέης: Ντανύ Λαφερριέρ, TΟ ΑΙΝΙΓΜΑ ΤΟΥ ΓΥΡΙΣΜΟΥ. Εισαγωγή: Κατερίνα Σπυροπούλου, Μετάφραση: Αναστασία Γιαννακοπούλου – Κατερίνα Σπυροπούλου, Εκδόσεις Θίνες

        Ο γαλλόφωνος αυτός  συγγραφέας γεννήθηκε το 1953 στο Πορτ – ο – Πρινς της Αϊτής. Είναι ο δεύτερος μαύρος λογοτέχνης, μετά από τον σημαίνοντα ποιητή και πολιτικό της Σενεγάλης Λεοπόλντ Σεντάρ Σενγκόρ, που εκλέγεται μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας. Ζει στο Μόντρεαλ του Καναδά από το 1976. Τον έχουμε ήδη γνωρίσει στη γλώσσα μας από τη μετάφραση δύο έργων του που προηγήθηκαν. Πρόκειται: αφ΄ ενός μεν για το Πώς να κάνετε έρωτα με ένα νέγρο χωρίς κόπο, που κυκλοφόρησε το 2000, από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, αφ΄ ετέρου δε για τη Σάρκα του αφέντη, την οποία μας σύστησε η  Άγρα το 2006. Το παρόν, εν μέρει  λυρικό, εν μέρει στοχαστικό  μυθιστόρημα τιμήθηκε το 2009 με το Βραβείο Medicis. Οι πλείστες παρένθετες, επαρκώς στοιχειοθετημένες, κοινωνικοπολιτικές αναλύσεις προσδίδουν μιαν ιδιαίτερη χροιά δραματοποιημένης πραγματικότητας. Μάλιστα, η φιλμική αξία της αφήγησης εντοπίζεται από τις πρώτες κιόλας σελίδες.

    Η Αϊτή, από κατ΄ εξοχήν φετίχ των απανταχού ρομαντικών τουριστών, προβάλλει ανεπιτήδευτα και καταιγιστικά ως μόνιμη εστία δεινών και παθών. Ων ουκ έστιν τέλος. Η όποια ειδυλλιακή ανάμνηση καταφέρνει να αναδυθεί στην οθόνη του συγγραφικού νου, θα ακυρωθεί εντός ολίγου από το αήττητο Κακό. Αυτό ακριβώς που δείχνει ανίκητο από τη μια ως την άλλη άκρη της χώρας των πρώην δούλων. Όλων εκείνων δηλαδή που μεταφέρθηκαν, ως γνωστόν κάτω από απάνθρωπες συνθήκες, από τη μεγάλη τροφό του ανθρώπου, τον μεγάλο μαστό της Ευρώπης, την Αφρική. Η επιστροφή του αυτοεξόριστου διηγητικού εγώ στη γενέθλια νήσο, μετά μάλιστα από τριάντα τρία και πλέον έτη, καθίσταται εν τέλει σημειωματάριο, ασθματικό χρονικό, πιεστικότατη μαρτυρία, εγχειρίδιο πεισματικής αυτογνωσίας, θυμοειδής αποτύπωση εξορκισμών και αφορισμών, ενίοτε υπό μορφήν διεσταλμένων χάι-κου και τάνκα. Κοντολογίς, η ανάγνωση παρακολουθεί με χαρακτηριστική άνεση κι άλλη τόση ασκημένη παρατηρητικότητα ένα ανάστροφο Ποτάμι συγκινήσεων.    

     Η κατ΄ εξοχήν ομολογία, στον εσώτερο πυρήνα της αφήγησης, παρά την όποια υπερβολή των σημαινομένων της, επιδιώκει συνειδητά να αποκαταστήσει τη χαμένη ενότητα. Η γραφή καθίσταται άλλη μια φορά υπόστεγο του χειμαζόμενου είναι. Παραθέτω κατά λέξη: «Περπατώντας έτσι σ’ αυτόν τον κόσμο [. . . ] που τόσες φορές έχω περιγράψει, δεν έχω πια την αίσθηση ότι είμαι συγγραφέας, αλλά ένα δέντρο στο δάσος του. Συνειδητοποιώ ότι δεν έγραψα αυτά τα βιβλία απλά για να περιγράψω ένα τοπίο, αλλά για να παραμείνω μέρος του [. . . ] Για να γυρίσω πίσω, μπαίνω από το παράθυρο του μυθιστορήματος». Αφορμή του γυρισμού, ήτοι της οριακής αναδίπλωσης του προσώπου, συνιστά ο θάνατος, του επίσης εξόριστου στη Νέα Υόρκη, πατέρα του μυθιστορηματικού ήρωα. Η δε παραπομπή του σε δύο κρίσιμα έργα του συγγραφικού κατεστημένου της Καραϊβικής είναι άμεση, ρητή. Δηλαδή έντιμη. Άλλωστε η κειμενική ιδιοσυγκρασία του  εν λόγω συγγραφέα δεν διανοείται να ενδώσει στο δέλεαρ μιας ανενδοίαστης λογοκλοπής. Εννοώ εδώ το περιώνυμο Τετράδιο μιας επιστροφής στη γενέθλια χώρα  του Αιμέ Σεζαίρ από τη Μαρτινίκα, βιβλίο του 1939, και το Αίνιγμα της άφιξης του βραβευμένου με Νόμπελ Λογοτεχνίας, το 2001, Βιντιαντάρ Σουρατζπρασάντ Νάιπολ, από το Τρινιντάντ, έργο του  1987. Αμφότερα λειτουργούν περισσότερο ως δείκτες υπερκειμενικού προσανατολισμού, παρά ως παράλληλα πεδία συνεχών αναφορών του κυρίως μυθιστορήματος.

     Οι δηλώσεις εν προκειμένω του Ντανύ Λαφερριέρ είναι κρυστάλλινες. Τις αντιγράφω αυτούσιες για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής: «Και η εξορία του χρόνου είναι πιο αμείλικτη / από την εξορία του χώρου. / Τα παιδικά μου χρόνια / μου λείπουν πιο πολύ / απ’ ό,τι η χώρα μου [ . . .] Μπορείς να χτίσεις το σπιτάκι σου /σε μια βουνοπλαγιά. / Να βάψεις τα παράθυρα με το γαλάζιο της νοσταλγίας./ Και να φυτέψεις ολόγυρα ροδοδάφνες. / Έπειτα, να καθίσεις το σούρουπο και να ατενίζεις /τον ήλιο που βυθίζεται αργά μέσα στον κόλπο./Μπορείς να το κάνεις αυτό σε κάθε σου όνειρο /όμως δεν θα ξαναβρείς ποτέ τη γεύση που είχαν/εκείνα τα απογεύματα των παιδικών σου χρόνων/ τότε που έβλεπες τη βροχή να πέφτει». Εδώ συμπυκνώνεται η κρίσιμη, η ανίατη αμφιθυμία της εξομολογητικής αυτής ύπαρξης. Η εμφανής, πολλαπλή ταυτότητα, ήτοι το αφρο – αϊτινο- καναδικό υποκείμενο, το οποίο καταγράφει ακόμα και το σκίρτημα ενός εντόμου (βλ. σελ. 205), δεν κάνει τίποτε άλλο, παρά να αναζητεί επιμόνως, όχι την Αϊτή του θλιβερού παρόντος, αλλά το ίνδαλμά της, όπως το ονειρεύτηκε κυρίως ο πολυ – εαυτός στη διάρκεια μιας εμφανώς ταραγμένης , καταπιεσμένης εφηβείας. Στο βαθμό δηλαδή, που η Αϊτή κακοφορμίζεται διαρκώς από τα αλλεπάλληλα στρατιωτικά πραξικοπήματα, τις αναμενόμενες δικτατορίες κι ό ,τι σημαίνουν όλα αυτά στην πολιτική, κοινωνική και οικονομική σκηνή του τόπου, απωθεί αυτομάτως το διηγητικό εγώ. Παραμένει μάλιστα, όπως συχνά πυκνά τονίζει, αρκετές δεκαετίες μακριά από τον δικό του κρανίου τόπο. Θα μπορούσε, υποθέτω, χωρίς να υλοποιήσει ποτέ το αίτημα μιας ενδεχόμενης παλιννόστησης. να παραμείνει για πάντα στον συνήθως παγωμένο μεν, αποδεδειγμένα φιλόξενο δε Καναδά,

     Κάτι ανάλογο ίσχυσε άλλωστε για τον πατέρα του, όπως προανέφερα. Κοντολογίς, ο γιος επιστρέφοντας στην πατρώα-μητρική γη, αποδεικνύει στην πράξη ότι είναι περισσότερο διαποτισμένος από το διαρκές όνειρο της καθημαγμένης πατρίδας του, από ότι εκείνος που τον γέννησε. Ο γιος συνεπώς δεν διαπράττει, όπως θα προέβλεπε εδώ η κατεστημένη ψυχανάλυση, έστω με ομολογούμενη καθυστέρηση, μια ακόμη, καθόλα τυπική, πατροκτονία. Ο γιος απλώς θα διορθώσει εντός του ηθικά τον Πατέρα. Δεν τον καταδικάζει ως αρνησίπατρι, δειλό ή ρίψασπι. Τον κατανοεί πλήρως, καθώς τον γεννά φαντασιακά. Ο πατέρας καθίσταται προέκταση-εκτόπλασμα- γιος εντέλει του γιου του. Οι δυο αυτοεξόριστοι, οι δύο αυτοτιμωρούμενοι, ενώνονται στην αδιάφθορη Αϊτή των Ιδεών. Η συνέχεια του διάκοσμου διατηρείται έτσι στο ακέραιο. Αυτή, θαρρώ, είναι η πεμπτουσία του άριστα διαρθρωμένου, δήθεν εύκολα γραμμένου, Αινίγματος του γυρισμού. Ο τάφος του πατέρα-γιου είναι κατά συνέπεια το εγγυημένο κέντρο του αληθινού. Ήτοι η στερεή βάση του διαρκώς αναστοχαζόμενου βίου. Συνιστά την αρραγή ραφή της πολυπόθητης διάρκειας. Εξ ου και η εξής συναφής τοιχογραφία ή, για να το διατυπώσω διαφορετικά, το σύμπαν του ποιητικώς οράν: «Τα παιδιά διασχίζουν το κοιμητήριο / για να πάνε στο σχολείο. / Καθώς περνούν από μπροστά, ακραγγίζουν με την παλάμη τους / τον τάφο των προγόνων τους. / Ένας τρόπος για να κρατούν καθημερινή επαφή / μ’ αυτόν τον κόσμο».

    Συγκρατώ ότι η καλοδουλεμένη εισαγωγή και η προσεκτική μετάφραση δεν περνούν απαρατήρητες.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.