Loading...
ΔοκιμέςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Γιώργος Βέης:   Σταθεροί άξονες       

 

«Μια εξίσωση από κολοκύθια που βράζουν χωρίς κανέναν προορισμό είναι η ζωή. Αμέτε να μετρηθείτε, αχθοφόροι του ονόματός σας».

 

Οδυσσέας Ελύτης, Εκ του πλησίον

 

Από τις επίμονες αιγαιοπελαγίτικες οφθαλμαπάτες, τις επικλήσεις στα επιφανέστερα των στοιχείων της φύσης και τις λοιπές παγανιστικές εξάρσεις, οι οποίες κατέκλυζαν τα πρώτα βιβλία του δεύτερου νομπελίστα μας, έως τις ύστατες ποιητικές συλλογές των καθημαγμένων εξομολογήσεων, ο κατ΄ εξοχήν δημιουργικός λόγος του μας καλεί να αναλογιστούμε, συν τοις άλλοις, τι τίμημα οφείλουμε να καταβάλουμε, για να απεξαρτηθούμε οριστικά από τα θέλγητρα των ψευδεπίγραφων εκφάνσεων του περιβάλλοντος χωρόχρονου, προκειμένου να αναβαθμιστούμε εσωτερικά. Για να δούμε εν τέλει την εξ αντικειμένου πραγματικότητα, ή άλλως τον δεύτερο βαθμό της αλήθειας. Εάν πράγματι «πάντα είσω», όπως ήθελε ο Πλωτίνος, δηλαδή αν «το άθροισμα των πραγμάτων βρίσκεται εντός μας», η ελυτική κατάθεση είναι αυθεντική μαρτυρία μιας ένδον φαντασμαγορίας, η οποία δεν υπολείπεται του κόσμου, αλλά δρα παραπληρωματικά προς αυτόν, διορθωτικά, ιαματικά. Λόγω του χαρισματικού χαρακτήρα του ποιητή, η λέξη ομονοεί με το πράγμα. Δεν συμφύρεται απλώς μαζί του, αλλά το στέργει για να αναδειχθεί πλήρως ως ουσία που είναι κι αυτό.

Ειδικότερα, το Άξιον Εστί, ένα αρραγές επιστέγασμα του ποιητικώς οράν, θα καλεί πάντα σε μια συνεχή ηθική εγρήγορση τον απανταχού ελληνισμό, προ των πυλών του οποίου όλο και κάποιοι, ως γνωστόν, καραδοκούν. Πρόκειται για μια παρότρυνση ήθους, για μια διηνεκή αναδίπλωση. Ιδού ένας από τους ασφαλέστερους οιωνούς της μελλοντικής μας επιβίωσης ως ιστορικού συνόλου. Κι αυτό διότι ο ποιητής κατέδειξε ότι η πορεία per aspera ad astra μπορεί να είναι όχι μόνον καθαρά ατομική υπόθεση, αλλά και συλλογική, δηλαδή εθνική μοίρα. Έτσι παγιοποιείται άλλη μια φορά στα καθ΄ ημάς η ταύτιση της διαχρονικής φυλετικής μας διάστασης με το αεικίνητο ποιητικό Εγώ, αυτό το κατ΄ εξοχήν προσφιλές θέμα της γραφής, το οποίο ο James Boswell το εξήρε το 1763, ορίζοντας με υποδειγματική παρρησία: «the favorite Subject, Myself». Ευτυχώς ένα μέρος του πολύσημου έργου του Οδυσσέα Ελύτη κατέληξε να γίνει εγκαίρως κτήμα των νεωτέρων. Μάλιστα τραγουδιέται χωρίς να εκμαυλίζει, απομνημονεύεται χωρίς να ναρκώνει και ανθολογείται στις συνειδήσεις των περισσοτέρων, χωρίς να αφήνει πίσω του εκείνη τη στυφή γεύση των επικαιρικών συλλήψεων και των εύκολων, ανίερων μεγαλοστομιών. Ο Οδυσσέας Ελύτης θα στηλιτεύει πάντα, μέσα από το ακήρατο έργο του, όσα η πατριδοκαπηλία μόνο ξέρει να μηχανεύεται. Από την άλλη όχθη, ας φωνασκούν οι αμύητοι και οι ατάλαντοι. Ο επιφανής ποιητής του Μονογράμματος μας παρέχει καθημερινά ένα εύχρηστο αντίδοτο κατά της γλωσσικής και λοιπής αβελτηρίας των ημερών.

Ανήκω σ΄ αυτούς που επιχειρούν να εισπράττουν ακέραιο, ει δυνατόν, όλο το χρησμικό, μετωνυμικό φορτίο της ελυτικής γραφής, χωρίς να παραβιάζουν στο ελάχιστο την αυταξία του. Πιστεύω άλλωστε ότι η φαντασία είναι η θέληση των πραγμάτων, σύμφωνα μάλιστα με τον ορισμό, τον οποίο διετύπωσε στο σημαδιακό Αρμόνιό του, σαράντα περίπου χρόνια πριν από το Άξιον Εστί, ο μείζων αμερικανός ποιητής Γουάλας Στήβενς: «imagination is the will of things». Τα ποιήματα, τα οποία αντιστέκονται κάθε φορά που επιχειρούνται ακόμη και οι μεθοδικότεροι των σχολιασμών τους από έγκριτους ερμηνευτές, ανήκουν προφανώς στην κατηγορία με τις απόκρυφες ποιότητες, ήτοι qualitates occultae, οι οποίες συνιστούν, μεταξύ άλλων, όχι μόνον τις συνισταμένες της προθετικότητας ενός συγκεκριμένου έργου, αλλά και τα αίτια και τα αιτιατά των οριακών επιλογών της όλης κειμενικής στρατηγικής. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι και τα Ελεγεία της οξώπετρας,

Βεβαίως, ο Οδυσσέας Ελύτης ποτέ του δεν θέλησε, ως γνωστόν, να ιδρύσει ένα εργοστάσιο στιχουργικής. Δεν θέλησε, με τον ενδεχόμενο κραταιό ιμπεριαλισμό μιας εύκολης και άλλο τόσο ασυγκράτητης ποιητικής, να ευτελίσει τα είδωλα της προσωποπαγούς γραφής του. Ο αμετανόητος κήρυκας της αποθέωσης της διαισθητικής πρόσληψης της πραγματικότητας και μάλιστα της υπερπραγματικότητας στη συνέχεια, ο εμμανής θιασώτης του γλωσσικού τακτ και της αψεγάδιαστης παρρησίας φαίνεται ότι έχει προστατέψει αρκούντως και το εμβληματικό Φωτόδεντρό του. Ενώ άλλοι είδαν ή βλέπουν την καθημερινότητα ως ένα απλό, μονοσήμαντο πεδίο δράσης, εκείνος μακαρίζει με αφοπλιστική εμμονή «τους δυνατούς που αποκρυπτογραφούνε το Άσπιλο» δηλαδή το όντως ον του Πλάτωνος, το πράγμα καθ’ εαυτό, ήτοι «Ding an sich» του Ιμάνουελ Καντ. (Ιδέτε π. χ. την ενότητα ΙΗ! των «Παθών», στο Άξιον Εστί). Κι όπως ένας άλλος φανατικός εργένης, ο παράδοξος μονήρης της Φραγκφούρτης και της Δρέσδης, ο ακραιφνής φιλέλλην Αρθούρος Σοπενχάουερ, αντέστρεψε αποφασιστικά την κατεστημένη εκείνη αντίληψη, η οποία ήθελε να ερμηνεύει τον άνθρωπο ως μικρόκοσμο και ανέλυσε τόσο διεξοδικά στο πεντηκοστό κεφάλαιο του δεύτερου τόμου του θεμελιώδους έργου του Ο κόσμος ως Βούληση και ως Παράσταση (1844) τον κόσμο ως μακράνθρωπο, έτσι και ο Οδυσσέας Ελύτης εξίσωσε πανηγυρικά το σώμα, αυτόν τον ύψιστο βαθμό της αντικειμενικοποίησης της βούλησης, με την πατρίδα, δηλαδή το  κατ’  ουσίαν Σύμπαν, χωρίς όμως να διολισθήσει στο σολοικισμό της προγονοπληξίας. Από το μικρό στο μέγα της ύπαρξης και αντιστρόφως ο δρόμος είναι ανοικτός για τον ποιητή, ο οποίος έχει θέσει ως κυρίαρχο σκοπό της ζωής του «την ταυτότητά του ν΄ αρθρώσει, εκχερσώνοντας τη σιγή για ν΄ αποθέσει γόνους φθόγγων και χρησμών φύτρα χρυσά». Η ελυτική υπερβολή, σαφώς παλαμικής καταγωγής, δεν αδικεί την αισθητική ολοκλήρωση: το ποίημα νομοθετεί τη δέουσα τάξη, τη δέουσα τροπή των πραγμάτων. Την οποία υιοθετούμε αν είμαστε πεπρωμένοι κι εμείς σαν κι’  αυτόν.

Δεν γνωρίζουμε ακόμη κατά πόσο είχε εντρυφήσει ο Οδυσσέας Ελύτης και στην καινοτόμο θεωρία του Αρθούρου Σοπενχάουερ. Το ότι γνώριζε ένα μέρος της σκέψης των ομαίμων του Γκαίτε και του Χέγκελ, όπως εκφράσθηκε κυρίως τον 19ο αιώνα, το έχουμε ήδη ελέγξει. Ισχυρίζομαι όμως ότι ο Αρθούρος Σοπενχάουερ μπορεί να μας δώσει ένα ακόμη κλειδί για την περαιτέρω αποσαφήνιση πολλών λεκτικών μορφωμάτων και ιδεολογημάτων του Άξιον (που θα πρέπει να αναφέρεται στη Βούληση) Εστί (που θα πρέπει να αναφέρεται στο «είναι», δηλαδή στην παράσταση).

Άλλωστε, ο προαναφερόμενος γερμανός φιλόσοφος  πρέσβευε ως το τέλος της ζωής του την άποψη, η οποία φαίνεται να επιβεβαιώνεται κατά κόρον και στο Άξιον Εστί. Ότι οφείλουμε δηλαδή να σπουδάζουμε τη Φύση ξεκινώντας από τη μελέτη του Εαυτού πρωτίστως και όχι να διερμηνεύουμε τους εαυτούς μας, έχοντας ως αφετηρία τη μελέτη της Φύσης. (Ιδέτε το συναφές κείμενό μου στον τόμο Δεκαέξι κείμενα για το Άξιον Εστί, πρόλογος: Ιουλίτα Ηλιοπούλου, εκδόσεις «Ίκαρος», 2001). Κοντολογίς, σαν τον Κυναίγειρο κι εμείς, μας δείχνει ο ποιητής των Προσανατολισμών, να μην αφήνουμε ποτέ μέσα από τα μάτια της ψυχής μας μια σημαδιακή εικόνα, η οποία επείγεται να γίνει εαυτός, να πάει χαμένη.

 

 

 

 

 

*

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.