Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Γιώργος Βέης: Τζον Μπάνβιλ, Σάβανο, μτφρ. Τόνια Κοβαλένκο, εκδ. Καστανιώτης

             «Δεν ξέρω τίποτα οικτρότερο απ΄ αυτό που οι άνθρωποι ονομάζουν συνήθως γνώση του ανθρώπου

                                  

                                  Rudolf Kassner, Ο Λεπρός, Λειψία 1914       

  

     Μαζί με την Έκλειψη και τη Θάλασσα, που κυκλοφόρησαν ήδη με επιτυχία στη γλώσσα μας από τις ίδιες εκδόσεις, το 2000 και το 2005 αντίστοιχα, το Σάβανο απαρτίζει μια μυθιστορηματική τριλογία, για την οποία η διεθνής κριτική έχει εκφραστεί ήδη με ιδιαίτερα ευμενή σχόλια. Άλλωστε το δεύτερο μέρος της έχει αποσπάσει πριν από δύο χρόνια το βραβείο «Μπούκερ». Ο Τζον Μπάνβιλ, ως αυθεντικός συνεχιστής μιας μεγάλης αφηγηματικής σχολής, που διερευνά τις ανθρώπινες σχέσεις με τόλμη, φαντασία και άφθονα γνωσιολογικά εφόδια στη διάθεσή της, ανατρέποντας τρέχουσες και μη συμβάσεις, δεν διστάζει να φτάσει στα άκρα της διηγητικής περιπέτειας. Αδιαφορώντας αν είναι για ορισμένους δήθεν σκοτεινός, αθεράπευτα πεισιθάνατος ή μακάβριος, μας έχει παραδώσει ένα στερεό από κάθε άποψη έργο, το οποίο αν και πολυποίκιλο, συνέχεται από την ίδια δημιουργική πνοή.

     Το Σάβανο θεωρείται η επιτομή του ειδικότερου διαβήματος του συγγραφέα να προσδιορίσει τα αίτια και τα αιτιατά των συγκρουσιακών σχέσεων ενός διαρκώς απορούντος εγώ με το εγγύς – εγγύτατο – άπω Άλλο. Αν ο Γκάμπριελ Σουάν, ο κεντρικός ήρωας ενός παλαιοτέρου, εξ ίσου κρίσιμου μυθιστορήματός του, με τίτλο Μεφίστο, που εκδόθηκε εδώ από την «Εστία», το 1991, δαπανά πολύτιμο υπαρξιακό χρόνο και άλλη τόση ενέργεια, προσπαθώντας να επιλέξει μεταξύ ζωής και καλλιτεχνικού έργου, δηλαδή μεταξύ ενός βίου αφιερωμένου καθ’  ολοκληρίαν στη κοινωνική δράση κι ενός βίου στοχασμών και αισθητικών μορφωμάτων, ο Άξελ Βάντερ, η κύρια περσόνα του Σάβανου, επιχειρεί να συνδυάσει και τα δύο, υιοθετώντας παρανόμως την ταυτότητα ενός τρίτου. Μάλλον σχιζοειδής, κατά περιστάσεις βίαιος και σαδιστής (βλ. ενδεικτικά  σελ. 278), κλεπτομανής, ερωτομανής και εκδικητικός, διευκολύνει την πιστή σύντροφο του Μάγδα να περάσει στον άλλο κόσμο, χορηγώντας της τα μοιραία χάπια, όταν βλέπει ότι η απρόοπτη άνοιά της θα παραμείνει εν τέλει ανίατη. Δεν διστάζει επίσης να εκφράσει ρητά την επιθυμία του να διαπράξει εκ νέου τον σολοικισμό της ανθρωποκτονίας, κατά άρρενος αυτή τη φορά, όπως κατατίθεται στην εμπύρετη σελίδα 194. Η ακαταμάχητη πνευματικότητά του ξέρει ασφαλώς να συναιρεί, όποτε δει, τις σκοτεινές του πλευρές, αποδίδοντας έναν καθόλα συναρπαστικό συγγραφέα. 

        Η κυνικότατη πλαστοπροσωπία του δεν περνά βεβαίως απαρατήρητη. Η κατά πολύ νεότερή του Κας Κλιβ, βεβαρημένη και η ίδια ψυχολογικά, γνωρίζει το θλιβερό μυστικό του. Δεν αποφασίζει να τον εκθέσει, αλλά τουναντίον να τον ερωτευτεί. Θα αυτοκτονήσει στη συνέχεια, συμπαρασύροντας συνειδητά στο θάνατο το δυνητικό παιδί του άτεκνου Άξελ Βάντερ, που φέρει ήδη στα σπλάχνα της. Η σκηνή του δράματος έχει στηθεί στο Τορίνο, εκεί όπου ο Νίτσε, ο οποίος μνημονεύεται, ευθέως ή πλαγίως, έξι φορές, πέρασε από τον κόσμο του Λόγου στην ανέκκλητη αφασία του. το αμφιλεγόμενο σάβανο του Ιησού Χριστού, που εκτίθεται ως γνωστόν εκεί, μάταια θα επιχειρήσει το παράδοξο ζευγάρι να το δει από κοντά. Ίσως γιατί έτσι όπως είναι τυλιγμένοι στο δικός τους σάβανο ο Άξελ Βάντερ και η Κας Κλιβ, δεν χρειάζεται να γνωρίσουν ένα δεύτερο σάβανο και μάλιστα αμφισβητήσιμο.

         Το 1962, να θυμίσω, εκδίδεται στο Τόκιο το ημιαυτογραφικό Ημερολόγιο ενός τρελού γέρου (εκδόσεις «Καστανιώτη») του εβδομηνταεξάχρονου τότε Τζουνίτσιρο Τανιζάκι. Οι δε ηλικιωμένοι, στοχαστικοί αλλά εσωτερικά διονυσιακοί ήρωες ονόματι Εγκούτσι και Ούτσουγκι Τοκούσουκε των Γιασουνάρι Καβαμπάτα (βλ. το μυθιστόρημα Το σπίτι των κοιμισμένων κοριτσιών, επίσης στις εκδόσεις «Καστανιώτη») και  Τζουνίτσιρο Τανιζάκι (ο. π.) αναζητούν όπως ακριβώς ο Καθένας να εξωραΐσουν τα δεινά του βίου, να εμπεδώσουν προς το τέλος της ζωής την ηρακλείτεια σύγκληση των αντιθέτων και να επανεκτιμήσουν τα διδάγματα από την συνύπαρξή μας με την μυστηριώδη πάντα ετερότητα, την Φύση. Ό,τι δηλαδή υπογράμμισε ο ίδιος ο Γιασουνάρι Καβαμπάτα στην ομιλία του, την οποία απηύθυνε κατά την τελετή της απονομής του Βραβείου Νόμπελ, το 1968.

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.