Loading...
ΚείμεναΠεζογραφία

Γιώργος Καρτάκης: Ο καφές

Όταν οι άλλοι ετοιμάζονται τα Σάββατα το απογευματάκι να πεθάνουν βαρώντας κόρνες ως χαρμόσυνες αναγγελίες γάμων στις εθνικές, εγώ έχω ξωμείνει από καφέ στο ακατάστατο διαμέρισμα μου. Ρίχνω, λοιπόν, αξύριστος όπως είμαι, ένα πρόχειρο ρούχο απάνω μου και πάω απέναντι στην καφετέρια να πάρω.

Ξέρω, ότι είμαι πολύ πρόχειρα ντυμένος, μάλλον όμως η εμφάνισή μου επισύρει τα έκπληκτα βλέμματα, γιατί μπαίνοντας, διασταυρώνομαι πρόσωπο με πρόσωπο με έναν μελαχρινό τριανταπεντάρη, γένια περιποιημένα τριών ημερών, μαλλί κοντό, ζελεδάκι, κλιν λουκ, μάτι γαλάζιο, γαλάζιο λινό πουκάμισο. Νομίζω μάλιστα, πως με αγριοκοιτάζει – ίσως είναι ιδέα μου, θα φταίει το ψυχρό γαλάζιο, σκέφτομαι – όπως βγαίνει από το μαγαζί στην αυλή.

Προχωράω στο μπαρ, λέω τι θέλω στην κοπέλα πίσω απ΄τον πάγκο. Εκείνη παίρνει την παραγγελία, μου γελά. Στη γωνία του μπαρ κάθεται μια νεαρή γυναίκα, τριανταπεντάρα επίσης. Τη βλέπω μόνο από τη μέση και πάνω. Μαλλί ξανθό, χτενισμένο, περιποιημένα ατημέλητο, φόρεμα μαύρο καλό, με χρυσά σιρίτια στα μανίκια, βαμμένη. Πάντα καταλαβαίνω τα αφεντικά, γιατί όταν μπει πελάτης κάνουν τα αδιάφορα. Κοιτάζουν αλλού, πέρα, πουθενά, σαν να είναι περαστικοί από το χώρο.

Εμένα το μάτι μου δεν είναι γαλάζιο, παρόλα αυτά το ρίχνω πάνω της. Μ΄αρέσει να παρατηρώ τους ανθρώπους, ειδικά τα αφεντικά. Εκείνη αμήχανη, κοιτάζει με βλέμμα απλανές, φέρνει το λευκοβερνικωμένο νύχι ειδικών αποστολών στη μύτη, φοβάται μη χαλάσει το μέικ απ, ξύνεται, δεν μπορεί…

Μπαίνει μια άλλη. Μαύρα μαλλιά, μπούκλες γυαλιστερές της κούτας. Αχ, Παναγία μου, μυρίζει σαπούνι. Ποιοι σας κυκλοφορούν εσάς, σκέφτομαι. Οι τυχεροί! Οι τυχεροί; Η φούστα, όπως μπαίνει, ανεμίζει, λάβαρο, τόσο μπατάλικο πανί για το τίποτα, αναδεικνύει όμως τα σχέδια της. Όπα, λέω, τι ζητώ εγώ εδώ. Εδώ μπαίνουν μόνο άτομα νέα, της τσάκισης και της αρωματικής πούδρας. Τέλος πάντων.

Η υπάλληλος μου φτιάχνει εντωμεταξύ τον καφέ. Κορίτσι νέο, φοιτήτρια θα είναι, σκέφτομαι. Ξέρετε, εκείνο το «δουλεύει και σπουδάζει». Μαλλάκι καμένο απ΄ τη βαφή, ξασμένο, ψιλοτρίχρωμο, όμορφη όμως. Απλή, μια φούστα κοντή τζιν, μπουστάκι όλα τα ελέη. Αχ εργατιά!

Ακούω την αφεντικίνα, ξέρετε, εκείνο το ξερό βηχάκι της αμηχανίας. Σηκώνεται, περνά απ΄ τη μέσα μεριά του πάγκου, ανοίγει το ταμείο και μετρά τα λεφτά. Μετρά, λες και ντρέπεται, σκυφτή, βλέπω τα χείλη της να κινούνται μόνο.

Πάντα τα αφεντικά επιτρέπονταν ν’ ανοίγουν τα ταμεία όποτε ήθελαν και να παίρνουν τα λεφτά.

Δυσκολεύεται στο μέτρημα, τη βλέπω κιόλας, τα χάνει. Παίρνει τα χαρτονομίσματα όλα στο χέρι, τα σταχώνει, ξέρετε, να μην περισσεύουν στα πλάγια δεξιά ζερβά, μια πάκα, και πάει πιο πέρα που είναι κάτι σαν κλειστό κουζινάκι, κρύβεται, κρύβει δηλαδή το πρόσωπο, γιατί εγώ βλέπω την πλάτη της, και τα μετρά. Ύστερα, τα κάνει μασούρι στο χέρι, διασχίζει ευθυτενής αδιάφορα τάχα το μαγαζί και πάει και βρίσκει τον γαλανομάτη στην αυλή που είναι άντρας της. Δεν ξέρει, βέβαια, ότι θα τα γράψω όλ΄αυτά.

Τι ζητάω κι εγώ εδώ, λέω, ώρα μου είναι, έτοιμος και ο καφές. Χωρίς ζάχαρη είναι ο καφές φαρμάκι.

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.