Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠεζογραφία

Δήμητρα Σταυρίδου: Πρέβεζα του Κώστα Καρυωτάκη – με και χωρίς εισαγωγικά  

Πρόσφατα επισκέφτηκα την πανέμορφη Πρέβεζα. Φαίνεται πως αυτή η μικρή επαρχιακή πόλη έχει αναπτυχθεί ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, αξιοποιώντας τους πόρους που διαθέτει: έχει κατασκευαστεί καινούργια μαρίνα για σκάφη στα γαλήνια νερά του Αμβρακικού που μαζί με την πεζοδρομημένη προκυμαία σού δημιουργεί την αίσθηση ότι βολτάρεις στην πάλαι ποτέ κοσμοπολίτικη Μαρίνα Ζέας του Πειραιά ενώ στην καρδιά του ιστορικού κέντρου της πόλης, στα πλακόστρωτα στενά και μικρά δρομάκια, δεκάδες καλαίσθητα καταστήματα εστίασης (μικρά γουστόζικα καφέ, εστιατόρια, μεζεδοπωλεία κ.α.) σε συνδυασμό με τις πλεγμένες μπουκαμβίλιες και τα γιασεμιά που ολάνθιστα δημιουργούν φυσικά σκέπαστρα πάνω από τα σοκάκια, δίνουν στην πόλη έναν ρετρό αέρα οικειότητας και κουκλίστικης ομορφιάς. Ήταν προγραμματισμένο να μείνω δύο μέρες στην Πρέβεζα, κάνοντας μια μικρή στάση προς άλλον προορισμό, αλλά τελικά έμεινα έξι, απολαμβάνοντας όχι μόνο την ομορφιά και την ηρεμία αλλά και τον επαγγελματισμό, την ευγένεια και τη φιλοξενία των κατοίκων.

Τι είναι όμως η Πρέβεζα χωρίς τον ποιητή της; Ο Κώστας Καρυωτάκης συνέδεσε απόλυτα το όνομά του με την πόλη όπου έμελλε να περάσει τις τελευταίες λίγες εβδομάδες της ζωής του καθιστώντας την αθάνατη στο ποιητικό σύμπαν με το ομώνυμο ποίημα. Το να περιδιαβαίνεις την Πρέβεζα και να μην (ξανά)διαβάσεις την ποίηση του Καρυωτάκη, δεν νοείται. Σε εμπνέει ο τόπος, το Σαϊτάν Παζάρ στην καρδιά της παλιάς τουρκόπολης όπου βρίσκεται ακόμα το σπίτι του, η προτομή έξω από αυτό, ακόμα και η μαρμάρινη πλάκα λίγο πιο έξω από την κοσμοπολίτικη προκυμαία στο σημείο της αυτοκτονίας του.

Τι γνωρίζουμε όμως σήμερα για τον Καρυωτάκη; Προσωπικά, κι ενώ είχα υπ’ όψη μου την ποίησή του καθώς την είχα διαβάσει σχεδόν όλη στα (πολύ) νιάτα μου, είχα μείνει με την στρεβλή εντύπωση που μου είχε δοθεί στο σχολείο: ότι επρόκειτο δηλαδή για έναν άνθρωπο ταλαντούχο μεν, προβληματικό δε, τουτέστιν: καταθλιπτικό, απαισιόδοξο, ψυχικά άρρωστο, έναν αυτόχειρα ποιητή που άφησε μερικές μαύρες αράδες – «μονάχα τρεις ποιητικές συλλογές!» – φιλοτεχνημένες με ευαισθησία είναι η αλήθεια, στη μεταγενέστερη Γενιά του ‘30, επηρεάζοντας αποφασιστικά τους επόμενους, καλύτερούς του ποιητές ( η οποία «Γενιά του ‘30» ούτε ζωγραφιστό δεν ήθελε να βλέπει ούτε τον Καρυωτάκη, ούτε το φάντασμά του[1] – να τα λέμε κι αυτά[2]). Αυτήν την λανθασμένη εντύπωση νομίζω ότι μοιράζονται οι περισσότεροι Έλληνες αναγνώστες της ποίησης σήμερα καθώς είναι μια άποψη που εξακολουθεί να αναπαράγεται ευρέως παρά το γεγονός ότι η σύγχρονη φιλολογική έρευνα αποδίδει στον ποιητή εντελώς διαφορετικά προσωπικά χαρακτηριστικά.

Σύμφωνα με τη σύγχρονη έρευνα, ο Καρυωτάκης ήταν ένας άνθρωπος που απολάμβανε στο έπακρο τη ζωή της εποχής του: θαμώνας των καφέ σαντάν, με πολυάριθμες σχέσεις με το άλλο φύλο, ιδιαίτερα μορφωμένος, ήταν επιπλέον ένας τολμηρός και δυναμικός συνδικαλιστής που δεν δίστασε να συγκρουστεί με προϊσταμένους του (ακόμα και με τον υπουργό της εποχής) και να αναλάβει τις ευθύνες της στάσης του. Ο Καρυωτάκης βρέθηκε στην Πρέβεζα στα 32 του χρόνια να είναι αντιμέτωπος με υπερβολικά πολλά και δύσκολα αδιέξοδα:
 Στη δουλειά του στο δημόσιο είχε στοχοποιηθεί και δεχόταν τη μία δυσμενή μετάθεση μετά την άλλη, ειδικά μετά τη σύγκρουσή του με τον υπουργό Μιχαήλ Κύρκο (κυβέρνηση Αλέξανδρου Ζαΐμη). Ο ποιητής κατέφτασε στην Πρέβεζα στις 18 Ιουνίου 1928 και ανέλαβε καθήκοντα στη Νομαρχία Πρεβέζης, στο Γραφείο Εποικισμού και Αποκαταστάσεως Προσφύγων. Σύντομα όμως ήρθε και πάλι σε ρήξη με τον τότε Νομάρχη Γ. Γεωργιάδη, ο οποίος φημολογούνταν ότι τσέπωνε τα χρήματα που προορίζονταν τότε για τους πρόσφυγες της Καταστροφής του ‘22. Επιπλέον, λίγες μέρες μετά την άφιξή του στην Πρέβεζα ο Καρυωτάκης ενημερώθηκε από την υπηρεσία του ότι σύντομα θα βρισκόταν αντιμέτωπος με την απόλυση καθώς είχε στηθεί εναντίον του μία πλεκτάνη που τον ήθελε αναμεμειγμένο σε μια βρωμερή υπόθεση (μάλλον μαστροπείας)…

Στην προσωπική του ζωή, είχε διαλύσει με δική του πρωτοβουλία την σχέση του με την Μαρία Πολυδούρη καθώς έμαθε ότι έπασχε από την ανίατη τότε «ωχρά σπειροχαίτη», την καταραμένη ασθένεια της σύφιλης που εκτός από το φρικτό τέλος που επιφύλασσε για τους πάσχοντες, τους έδινε επίσης ένα πολύ σκληρό κοινωνικό στίγμα. Η Πολυδούρη ήταν το τελευταίο πρόσωπο που επισκέφτηκε ο Καρυωτάκης στο νοσοκομείο Σωτηρία όπου εκείνη νοσηλευόταν για φυματίωση, λίγο πριν αναχωρήσει για Πρέβεζα. Την ίδια εκείνη περίοδο, ο Καρυωτάκης έχει σχέσεις με μία πόρνη, με την οποία μάλιστα σκόπευε να ζήσει μαζί… Το σοκ για την οικογένειά του ήταν μεγάλο. Σύμφωνα με την μελετήτρια του Καρυωτάκη Χριστίνα Ντουνιά, «ένας δημόσιος υπάλληλος και ταυτόχρονα ενοχλητικός συνδικαλιστής, που συχνάζει στα κακόφημα σπίτια, δεν αργεί να γίνει στόχος του τμήματος ηθών, το οποίο διαθέτει τους σπιούνους του και συνεργάζεται με το τμήμα προστασίας του κράτους από τον κομμουνιστικό κίνδυνο. Δεν είναι λοιπόν δύσκολο να σκηνοθετήσουν μια κατηγορία περί μαστροπείας και μάλιστα με τη συνδρομή μαρτύρων. Η κοινή γυναίκα με την οποία συνδεόταν ο ποιητής εξαναγκασμένη από τις προφανείς εξαρτήσεις της πιθανότατα χρησιμοποιήθηκε εναντίον του»[3].

 Τέλος, σε κοινωνικό επίπεδο, θα αναφέρω μόνο ότι ακριβώς πριν την μετάθεσή του στην Πρέβεζα, ο Καρυωτάκης είχε περάσει δύο μήνες στο Παρίσι αναζητώντας θεραπεία για την αρρώστια του (επισήμως) και ερχόμενος σε επαφή με Γάλλους ποιητές (ανεπισήμως).

Με τα λίγα στοιχεία που αναφέρονται εδώ, δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε την αγανάκτηση, τον θυμό, την πικρία ακόμα και την αηδία που ένιωθε ο Καρυωτάκης, τόσο για τις άδικες διώξεις που δεχόταν στην υπηρεσία του όσο και για τη γενικότερη περιρρέουσα διαφθορά με την οποία ερχόταν αντιμέτωπος καθημερινά. Ούτε είναι δύσκολο να φανταστούμε πόσο απελπισμένος και αβοήθητος ένιωθε μπροστά στον αναπόφευκτο και ατιμωτικό θάνατο που ερχόταν τόσο σύντομα ή ακόμα και τον αποτροπιασμό που του προκαλούσε το ενδεχόμενο εγκλεισμού του σε κάποιο ψυχιατρείο, όπως γινόταν τότε με τους συφιλιδικούς… Η μετάθεσή του σε μια απομακρυσμένη, μικρή, βρώμικη κωμόπολη όπως ήταν τότε η Πρέβεζα, που μετρούσε μόλις 16 χρόνια απελευθέρωσης από τους Τούρκους, επέτεινε την απελπισία του Καρυωτάκη και δυνάμωσε την απόφασή του να δώσει ένα ευπρεπές τέλος στον βίο του. Μετά την αυτοκτονία του, με τη συστηματική συνδρομή της οικογένειας του και προκειμένου ο ποιητής να κηδευτεί θρησκευτικά και να μην προκληθεί κοινωνικό σκάνδαλο, αποσιωπήθηκε παντελώς η ασθένειά του και φιλοτεχνήθηκε από τον βιογράφο και παιδικό του φίλο Χ. Σακελλαριάδη το προφίλ του «πεσιμιστή και ψυχικά άρρωστου» Κώστα Καρυωτάκη, μια λανθασμένη εντύπωση που επικρατεί ευρέως μέχρι σήμερα.

Επιστρέφοντας στην πόλη της Πρέβεζας και στο πρόσφατο ταξίδι μου εκεί, είχα την τύχη να γνωρίσω και να συνομιλήσω με τους ανθρώπους που διαμένουν σήμερα στο σπίτι όπου έμεινε τις «τελευταίες 32 μέρες της ζωής του» ο Κώστας Καρυωτάκης. Από αυτούς, αλλά και τους υπόλοιπους Πρεβεζάνους της γειτονιάς του στο Σαϊτάν Παζάρ, άρχισε να δημιουργείται ένα παλίμψηστο πληροφοριών που όλο μαζί συνθέτει στην εντέλεια τις εικόνες του ποιήματος «Πρέβεζα».

 Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται

στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια

 «Εδώ απέναντι ακριβώς από το σπίτι του Καρυωτάκη, είχε ένα πατσατζίδικο, του παππού μου ήταν, μας είπε ο σημερινός ιδιοκτήτης του σπιτιού, ο μουσικός Τηλέμαχος Λελόβας. «Στην πίσω αυλή πετούσαν ό,τι υπολείμματα φαγητού υπήρχαν κι έρχονταν τότε οι κουρούνες, η Πρέβεζα ήταν γεμάτη κουρούνες, γινόταν χαμός». Μάλιστα, από το διαδίκτυο αλίευσα την πληροφορία ότι τον Ιούνιο του 1928 το δημοτικό συμβούλιο της πόλης πήρε την απόφαση να ζητήσει τη συνδρομή του στρατού προκειμένου να εξολοθρευτούν οι εκατοντάδες κουρούνες που κατέκλυζαν την Πρέβεζα[4].

 θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται

καθώς να καθαρίζανε κρεμμύδια.

 «Εδώ παρακάτω στο Σαϊτάν Παζάρ έμενε μια φτωχή γυναίκα» μας είπε ένας θαμώνας του ιστορικού καφενείου «Άνω Βλάντο» που βρίσκεται στο ισόγειο της οικείας όπου έμενε ο Καρυωτάκης. «Για να τη βοηθήσουν από τη γειτονιά, της έδιναν καθημερινά καλαθούνες ολόκληρες με κρεμμύδια κι αυτή καθόταν έξω στο πλατύσκαλο και τα καθάριζε, τα ετοίμαζε για το μαγειρείο για να τα πάει και να πάρει πενταροδεκάρες».

 Θάνατος οι λεροί κι ασήμαντοι δρόμοι,

με τα λαμπρά μεγάλα ονόματά τους

Σε επιστολή του προς την Πολυδούρη, με ημερομηνία  24 Ιουνίου 1928, λίγες μέρες δηλαδή μετά την άφιξή του στην Πρέβεζα ο ποιητής γράφει: «Η Πρέβεζα είναι ένα άσχημο χωριό … Κανένας [δρόμος] δεν είναι μακρύτερος από 30 μέτρα και όλοι έχουν τενεκεδένιες πινακίδες με μεγαλειώδη ονόματα: οδός Γαλλίας, οδός Γεωργίου Α’, οδός Μεγάλου Αλεξάνδρου κλ. κλ.»[5].

 ο ελαιώνας γύρω η θάλασσα κι ακόμη

ο ήλιος θάνατος μες στους θανάτους.

 Ένας άλλος θαμώνας του καφενείου, σε μία ενδιαφέρουσα συζήτηση για την τοπική οικονομία της Πρέβεζας, μας ανέφερε πως η περιοχή είχε ανέκαθεν μεγάλους ελαιώνες που είχαν φυτευτεί επί ενετοκρατίας, οι οποίοι όμως αποτελούνταν από μη παραγωγικές ποικιλίες που έκτοτε έχουν αντικατασταθεί από ελιές κορωνέικες (ότι βγάζει λάδι και η Πρέβεζα δεν το ήξερα, ομολογώ).

 Θάνατος  ο αστυνόμος που διπλώνει

για να ζυγίσει μια «ελλιπή» μερίδα,

θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι

κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

 Αυτός ο στίχος του Καρυωτάκη, ένας από τους πιο ειρωνικούς και χλευαστικούς του, αναφέρεται σε ένα πραγματικό περιστατικό. Σε μία επιστολή στον εξάδελφό του Θ. Δ. Καρυωτάκη, που γράφηκε στην Πρέβεζα στις 22 Ιουνίου 1928, ο ποιητής αναφέρει:

«Απόψε το βαπόρι ήρθε σημαιοστολισμένο. Μέγας θόρυβος μέσα στη Νομαρχία, όταν το είδαμε. Ο κ. Α΄ Γραμματεύς επήγαινε δώθε-κείθε ανήσυχος. Ποιος είναι μέσα; Ο Νομάρχης; Ο Γεν. Διοικητής ή καμιά άλλη προσωπικότης; Επιτέλους τώρα εξηκριβώθη ότι του πλοίου επέβαινε ο Σεβασμιότατος Ιωαννίνων (την ευχήν του να ‘χεις). Και τότε επέσαμε πάλι στη νάρκη μας.

Αυτά είναι τα νεώτερα της Πρεβέζης. Άλλη είδηση, η οποία ελπίζω να σ’ ενδιαφέρει εξ ίσου, είναι ότι προχθές ο κ. Ειρηνοδίκης απήγαγε την μερίδα που του έφεραν στο ξενοδοχείο [= εστιατόριο], επειδή την ήβρε ελλιπή, αφού την ετύλιξε πρώτα σ’ ένα καθαρό χαρτί. Την εζύγισε στην Αστυνομία, την έφερε πάλι, την εξεδίπλωσε, την έβαλε στο πιάτο του και την έφαγε». [Γ. Π. Σαββίδης]

 Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.

Την Κυριακή θ’ ακούσουμε την μπάντα.

Επήρα ένα βιβλιάριο τραπέζης,

πρώτη κατάθεσης δραχμαί τριάντα.

Μεγάλη συζήτηση έχει γίνει για τη σχέση του ποιητή με τον στρατό, καθώς έκανε τα πάντα για να καταφέρει να πάρει απαλλαγή στράτευσης, αλλά και για την ύπαρξη ή όχι της λέξης «εξηκονταρχία» που χρησιμοποίησε ο Καρυωτάκης[6]. Επιπλέον, στην Πρέβεζα τότε υπήρχε στρατιωτική βάση και φρουραρχείο. Όσον αφορά την «μπάντα», στην Πρέβεζα διατηρείται ως σήμερα το κιόσκι όπου παίζει η μπάντα του δήμου, σύγχρονης κατασκευής φυσικά αλλά στο ίδιο σημείο στην είσοδο της αγοράς της πόλης, εκεί όπου την εποχή του Καρυωτάκη έπαιζε όντως κάθε Κυριακή η στρατιωτική μπάντα που ήταν η σχεδόν αποκλειστική πηγή ψυχαγωγίας για τους κατοίκους.

 Περπατώντας αργά στην προκυμαία,

«υπάρχω;» λες, κι ύστερα: «δεν υπάρχεις!»

Φτάνει το πλοίο. Yψωμένη σημαία.

Ίσως έρχεται ο κύριος Νομάρχης.

 Και σε αυτό το τετράστιχο βρίσκουμε στοιχεία που αναφέρονται στην παραπάνω επιστολή προς τον εξάδελφό του, σχετικά με την άφιξη του πλοίου που ίσως μεταφέρει τον «κύριο Νομάρχη» και την κωμική αναστάτωση που προκάλεσε αυτό το ενδεχόμενο στους νομαρχιακούς υπαλλήλους.

 Αν τουλάχιστον, μέσα στούς ανθρώπους

αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία…

Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,

θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.

Η κατακλείδα του ποιήματος (που παραδόξως δεν μελοποιήθηκε όπως το υπόλοιπο ποίημα) είναι ενδεικτική για τα συναισθήματα περιφρόνησης του Καρυωτάκη απέναντι στην Πρέβεζα, και την κάθε Πρέβεζα που θα του τύχαινε. Με αφορμή αυτό, αξίζει ίσως να αναφέρω ότι είναι αρκετά μακρά η συζήτηση του κατά πόσο η Πρέβεζα αγάπησε ή αγαπά τον Καρυωτάκη αλλά και κατά πόσο ο Καρυωτάκης «διέσυρε» την Πρέβεζα με τούτο το ποίημα[7]. Σημασία έχει πως για τον κάθε αναγνώστη της «Πρέβεζας» του Κώστα Καρυωτάκη, η σημερινή πόλη και οι άνθρωποί της μοιάζουν διατηρούν ατόφια την επαφή τους με τον ποιητή. Η συζήτηση για τη δημιουργία μουσείου «Κώστα Καρυωτάκη» στο σπίτι όπου έμεινε κατά την παραμονή του στην πόλη είναι διαρκής[8] και ίσως κάποτε αποδώσει καρπούς.

Αν και δεν είμαι φετιχίστρια της τέχνης και συνήθως δεν δίνω καμιά σημασία στα προσωπικά αντικείμενα των λογοτεχνών, ούτε είμαι σίγουρη, για παράδειγμα, ότι με ενδιαφέρει να δω από κοντά το περίστροφο με το οποίο αυτοκτόνησε ο Καρυωτάκης (και το οποίο σήμερα εκτίθεται στο Μουσείο Μπενάκη), η επίσκεψη στο δωμάτιο που χρησιμοποιούσε ο ποιητής μου άφησε μια περίεργη αίσθηση και με συγκίνησε με έναν τρόπο που δεν περίμενα. Εκεί βρίσκονται μέχρι και σήμερα ο καναπές που κοιμόταν και η ντουλάπα που χρησιμοποιούσε, ενώ μια παλιά καμένη φωτογραφία του κρέμεται στον τοίχο[9]. Ίσως η συγκίνησή μου να οφείλεται στο γεγονός ότι οι ιδιοκτήτες του σπιτιού εξακολουθούν να ζουν εκεί μέχρι σήμερα, έχουν τα πράγματά τους γύρω γύρω, το σπίτι διατηρείται ζωντανό διαμέσου της ανθρώπινης παρουσίας… Και λόγω ακριβώς αυτής της ανθρώπινης παρουσίας, ήταν πιο εύκολο για μένα να φανταστώ τον ποιητή να σκύβει απ’ το παράθυρό του και να βλέπει τις κουρούνες να φτεροκοπούν κατά δεκάδες στη γειτονική αυλή σε μία προσομοίωση θανάτου στο ποιητικό του σύμπαν…

 

Εκεί όμως που πραγματικά ανατρίχιασα ήταν στο σημείο της αυτοκτονίας του. Εκεί, στη θέση Βαθύ στη Μαργαρώνα όπου βρίσκεται σήμερα το στρατόπεδο των καυσίμων της 8ης Μεραρχίας Πεζικού, η λευκή λιτή πινακίδα γράφει: «Εδώ, στις 21 Ιουλίου 1928, βρήκε τη γαλήνη με μια σφαίρα στην καρδιά ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης»… Κοίταξα γύρω μου. Εξακολουθούσαν να υπάρχουν ευκάλυπτοι. Η θάλασσα ήταν εκεί, γαλήνια. Έλειπε το εργοστάσιο σαπωνοποιίας που υπήρχε τότε στην περιοχή, σύμφωνα με όσα μας είπαν οι τοπικοί μας ξεναγοί και νέοι φίλοι, Μιχάλης και Ελένη[10].

Έχουν γραφτεί – και είμαι σίγουρη – ότι θα συνεχίσουν να γράφονται πολλές μελέτες, άρθρα, επιφυλλίδες και πονήματα για τη ζωή και την ποίηση του Καρυωτάκη, πράγμα που δείχνει ότι το έργο του, ποιητικό και μεταφραστικό, εξακολουθεί να απασχολεί τον σύγχρονο κριτικό, τον σύγχρονο μελετητή και τον σημερινό αναγνώστη. Αν κάποιος ψάξει στο διαδίκτυο, στην τοπική του βιβλιοθήκη ή στα βιβλιοπωλεία, θα βρει άπειρες αναφορές και υλικό και μπορεί να επιλέξει να βυθιστεί σε εκλεπτυσμένες λογοτεχνικές εικασίες και ερμηνείες του έργου του καθώς και σε συγκριτικές μελέτες, πρακτικά ημερίδων και εκδηλώσεων,κ.α. Όλα τούτα καλά και άγια και χρήσιμα. Για μένα όμως, περισσότερο κι απ’ το ανύπαρκτο ακόμα «Μουσείο Κ.Καρυωτάκη», περισσότερο από τις τιμητικές βραδιές που διοργανώνει ο τοπικός δήμος, περισσότερο από την επίσκεψη στο σπίτι του ποιητή, περισσότερο από την αναψηλάφηση της ζωής του και την χαριτόβρυτη, εντέλει, συζήτηση του αν και κατά πόσο ο Καρυωτάκης ήταν φύσει πεσιμιστής ή απλά εγκλωβισμένος σε αλλεπάλληλα αδιέξοδα, αυτό που με συγκίνησε και που μου θύμησε για μία ακόμα φορά την αξεπέραστη και ατόφια αλήθεια της αξίας της τέχνης, ήταν μια μισοξεραμένη ανθοδέσμη που κάποιος είχε αποθέσει, προφανώς λίγες μέρες νωρίτερα, στο σημείο αυτοκτονίας του ποιητή. Κάποιος ανώνυμος, 90 χρόνια μετά τη μοιραία πιστολιά εκείνης της μέρας, μπήκε στον κόπο να αφήσει λίγα τιμητικά λουλούδια στη μνήμη του ποιητή της Πρέβεζας ή της «Πρέβεζας». Εκείνη η ανώνυμη ανθοδέσμη ήταν το αποκορύφωμα της «επανασυνάντησής» μου, τόσα χρόνια μετά, με τον Καρυωτάκη, μια συγκλονιστική μες την απλότητά της υπενθύμιση του ότι η αληθινή ποίηση, είναι αθάνατη στο χρόνο, πράγμα που θα πει αθάνατη στη συνείδηση των ανθρώπων.

 Σημειώσεις:  

 [1] Ολίγα σχετικά και αφορμή προς έρευνα και περεταίρω αναγνώσεις εδώ: http://karyotakis.blogspot.com/2010/12/blog-post_28.html

[2] Σύμφωνα με τον Νάσο Βαγενά πάντως, αυτή η εχθρότητα της γενιάς του ‘30 προς την ποίηση του Καρυωτάκη αποτελεί μύθο. Περισσότερα εδώ https://www.tovima.gr/2008/11/24/opinions/h-genia-toy-30-enantion-toy-karywtaki/

[3] Η πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη της Χριστίνας Ντουνιά στην Αργυρώ Μποζώνη εδω. https://www.lifo.gr/articles/san_simera/153540 Επίσης, η μελέτη της Χρ. Ντουνιά για τον ποιητή, εδώ https://www.kastaniotis.com/book/978-960-03-2703-8

[4] https://www.tomistinenimerosi.gr/2015/10/gnwstes-kai-agnwstes-ptuxes-tou-kwsta-karuwtakh-ereuna-giannhs-alexiou-aprosklitos.html

[5] https://sarantakos.wordpress.com/2018/09/23/preveza-2/#more-19842

[6] (το σχετικό άρθρο του Νίκου Σαραντάκου διαβάζουμε εδώ https://sarantakos.wordpress.com/2018/09/23/preveza-2/#more-19842

[7] Ένα δείγμα της τοπικής συζήτησης, εδώ: https://forumprevezas.wordpress.com/tag/%ce%ba%ce%b1%cf%81%cf%85%cf%8e%cf%84%ce%b1%ce%ba%ce%b7%cf%82/

[8] Ενδεικτικά, ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο – οδοιπορικό του Ν. Μπάρδη εδώ: http://el.ozonweb.com/art/a-museum-for-karyotakis

[9] Ειρήσθω εν παρόδω, η περιπέτεια του Λευκαδίτη ποιητή Δ. Σολδάτου για να εντοπίσει, να επισκευάσει και να εκθέσει το τραπέζι του Καρυωτάκη εδώ: http://rip-people.blogspot.com/2013/03/blog-post_6460.html

[10] Αναφέρομαι στον γνωστό βιβλιο-blogger Μιχάλη Κοτσαρίνη και τη γυναίκα του Έλενα Μυζίκου επίσης βιβλιο-blogger που γνωρίσαμε στην Πρέβεζα και που με τη φιλόξενη υποδοχή τους μας γύρισαν στα μέρη του ποιητή (καλά, όχι μόνο!) και τους ευχαριστούμε πολύ.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.