Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Δανάη Τσουλιά: Σαν ηλεκτρονικό μήνυμα, όπως η Πηνελόπη, στο Οδυσσέας, τρόπον τινά – Κούλα Αδαλόγλου, Οδυσσέας, τρόπον τινά, εκδ. Σαιξπηρικόν, 2016

Αγαπημένη μου φίλη, καλησπέρα.

Με ρωτάς για τα πιο πρόσφατα διαβάσματά μου. Λοιπόν, ήρθαν στα χέρια μου τα ποιήματα  της Κούλας  Αδαλόγλου. Τίτλος: Οδυσσέας,  τρόπον τινά. Και στο εσώφυλλο ο υπότιτλος : Κι αν ξαναφύγεις, θα ΄χω κερδίσει το μεσοδιάστημα κδ. Σαιξπηρικόν, 2016).

Είχα πετύχει στο fb κι άλλα ποιήματα της συμφοιτήτριάς μου, που με συγκίνησαν πολύ. Θα έχεις αποθηκευμένο εκείνο που σου ’στειλα για τους Αγίους Αναργύρους. Θυμάσαι; Διάβασα τώρα  αυτήν  τη συλλογή,  δυο και τρεις φορές. Υπογράμμισα, έβαλα post it, τσάκισα σελίδες. Δεν το περίμενα…  Μου άρεσε πολύ! Παρακάτω ίσως  καταφέρω να σου  εξηγήσω γιατί.

Πρώτα πρώτα  για την πρωτοτυπία της. Τι κι αν ο πολυμήχανος αγαπημένος της θεάς Αθηνάς δάνεισε το όνομά του στον τίτλο της σύνθεσης. Η Πηνελόπη κάνει… παιχνίδι, όπως λέμε. Αυτή έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Είναι  το  υποκείμενο, το Ποιητικό Υποκείμενο. Αυτή στέλνει τα μηνύματα στον Οδυσσέα. (Ναι, καλά διάβασες. Η Πηνελόπη. Με λάπτοπ! Ας πούμε πως έχουμε μια  Οδύσσεια εσωτερική,  της Πηνελόπης!) Εδώ τα τόσο οικεία μας μυθικά πρόσωπα έχουν σηκωθεί και έχουν φύγει  από τους στίχους των ομηρικών επών. Απέβαλαν  το μυθικό τους ένδυμα και εγκατοίκησαν στους στίχους της Κούλας Αδαλόγλου. Ήταν οι μακρινοί μας μυθικοί  πρόγονοι και έγιναν με την γραφίδα της Κούλας οι φίλοι μας, οι συγγενείς μας, ο εαυτός μας προπαντός. Ντύθηκαν το κουστούμι  την εποχή μας, και πια  είναι αναγνωρίσιμοι με τα δικά μας πάθη, αισθήματα, ιδιαιτερότητες.

Η Πηνελόπη. Την ακολουθείς από ποίημα σε ποίημα και σε συνεπαίρνει ένας κυματισμός της διάθεσης:  αγωνία για το χάδι που δεν έρχεται, πόνος για την πληγή που λέγεται γήρας, ζήλια, λατρεία, αφοσίωση, η επανάσταση του/της ερωτευμένου/ης που νοσταλγεί. Και ένα πικρό χαμόγελο, σαρκασμός που υποβόσκει. Όχι,  αυτή δεν είναι η υποταγμένη γυναίκα του ξενιτεμένου, όπως την γνωρίζουμε  από το δημοτικό μας τραγούδι. Καμία σχέση. Αυτή είναι μια σουφραζέτα, μια φεμινίστρια που διεκδικεί. Που αποφασίζει να απελευθερωθεί,  με πείσμα,  αγωνιστική διάθεση. Που πάει σε Συνέδριο Γυναικών! Δεν λείπουν οι στιγμές που αστράφτει κακιά , που ρίχνει μπηχτές στον ταξιδευτή σύζυγο,  σαρκάζει: «ας φρόντιζες να ήσουν εδώ»… Είναι η γυναίκα που περίμενε,  που ακόμα περιμένει,  που βλέπει τον Οδυσσέα να φεύγει, να καθυστερεί τον νόστο του, τη ζωή να φεύγει κι αυτή, όπως ο Οδυσσέας, «Λείπεις. Αλλά τι Οδυσσέας θα ΄σουν αν δεν έλειπες;/ Γίνεται Οδυσσέας σπιτικός;».  Όμως γράφει , δεν υφαίνει,  και απολογείται γιατί γράφει, γιατί υπάρχει στην  τέχνη, στην ποίηση, στην  ύφανση των στίχων της

Ο  Οδυσσέας. Το αενάως φευγάτο αντικείμενο του πόθου της. «Α, ρε Οδυσσέα», «αγαπημένε μου Οδυσσέα», «αντιστύλι μου», «dear Οδυσσέα»: μερικές από τις προσφωνήσεις της Πηνελόπης στα mails  που του στέλνει ή που διαγράφει. Άλλοτε με έρωτα, άλλοτε με παράπονο.  Κι αυτός: Re.Της απαντά. Και της υπόσχεται.

Κι άλλα πρόσωπα μυθικά μπαίνουν στο ποιητικό  παιχνίδι. Πάνε κι έρχονται από το παρελθόν, από τον μύθο, στο παρόν μας, στην αλήθεια μας,  συγκαιρινά μας πλέον. Ο Εύμαιος με ερωτικές ορέξεις αλλά γέρος πια, να τον φροντίζει η Πηνελόπη. Ο Μενέλαος και ο Πάρις. Κι η Αθηνά,  «η όποια Αθηνά». Η Ελένη με μαστεκτομή στη σελ. 21, στο υπέροχο,  με υπαινισσόμενο τον πόνο, ποίημα. Πόσο αέρα καβαφικό έχει αυτό το ποίημα!

«στους δρόμους του φωτός χορός οι λέξεις μας»

Ναι, ο αναγνώστης ακούει το μελωδικό λίκνισμα των στίχων, βλέπει να χορεύουν ένα βαλς οι λέξεις,  τα πρόσωπα.  Χορός «to the and of love», γιατί σκοτεινιάζουν τρομαγμένα τα μάτια από τον ερχομό του Άλλου.

«έρχεται ο Άλλος, επέλαση ασυγκράτητη»

«σαν κίνδυνος σαν μεγάλος καημός»

«Γεύομαι στάχτη

Δίψα»

Ποιος είναι ο Άλλος; Το αδύναμο σώμα; Η ασθένεια; Ο θάνατος; (Ποιον Άλλο ως αντίπαλο μπορεί να έχει στα δυτικά της ζωής  του κανείς;).

Ο χορός, παρά την απειλή του Άλλου, οδηγεί στη λύτρωση της αυτογνωσίας, στη λύτρωση της εξοικείωσης με τον πόνο για  την επερχόμενη νέα αποδημία του Οδυσσέα.

«Τώρα ξέρω

Κι αν ξαναφύγεις, θα ΄χω κερδίσει το μεσοδιάστημα»

Απελπισμένη Πηνελόπη, που ψάχνεις το λίγο, με επίγνωση του επερχόμενου τέλους!

Πόσα είναι τα ποιήματα θα ρωτήσεις

Η συλλογή συναρθρώνεται σε δύο μέρη:

Κατω από το τίτλο: Οδυσσέας τρόπον τινά διαβάζω:

  1. μηνύματα στον Οδυσσέα. 23 ποιήματα, από τα οποία τα τελευταία 8 στεγάζονται κάτω από τον υπότιτλο: «Τώρα ξέρω. κι αν ξαναφύγεις, θα ΄χω κερδίσει το μεσοδιάστημα»

2.Διαδρομές

Πάλι σε δύο ενότητες

Α) immigrants, τρόπον τινά

Β) Τα όνειρα αφανίζονται, όταν τα απορρίπτουν

Στο δεύτερο μέρος, που με άγγιξε περισσότερο, φευγάτο είναι το παιδί, ο γιος,  στη θέση του Οδυσσέα. Εδιμβούργο, Βερολίνο, κρύος βοράς και το γενέθλιο μεσογειακό τοπίο ανάμνηση και προσδοκία. Το τελευταίο, κατά τη γνώμη μου, μελαγχολικό,  δεν είναι σαν το τοπίο στην ποίηση  του Ελύτη, αφού ζει  μέσα  στη ματωμένη  μνήμη. «Σαν μένω μόνη μου / Ματώνει η μνήμη».

Αποχαιρετισμός και υποδοχή. Η οδύνη του αποχαιρετισμού τσακίζει, συρρικνώνει το πρόσωπο που απομένει, καθώς βλέπει την οικογενειακή εστία από Ιθάκη –τέρμα και προορισμό να καταντά αφετηρία. «Μοναξιά του κερατά». Ποιες λέξεις θα μπορούσαν να αποδώσουν δραστικότερα αυτήν την απαίσια κατάσταση, παρά αυτές  μιας αργκό, που έχει εισχωρήσει στο καθημερινό λεξιλόγιο το δικό μας και δικό της;

Εκεί αρχίζει η πάλη με το τέρας της μοναξιάς με όπλο τις αναμνήσεις τις πιο γλυκές και, γι΄ αυτό, πιο οδυνηρές.

« Πέντε χρονώ άκουσες τον Πέτρο και τον λύκο / σε κασέτα…Βάζω κι εγώ να ακούσω την παλιά κασέτα [….] Ακου καλά, κυρ Λύκεμοναξιαήξενιτιαήοπωςσελένε/[…] φέρσου όπως πρέπει/[…] δε σε γλυτώνουν απ’ τα χέρια μου οι οικολογικές/όλου του κόσμου». Οργή και σπαραγμός, συγκρατημένα και τόσο πρωτότυπα δοσμένα. «Χτικιασμένα Πάσχα, χτικιασμένα Χριστούγεννα» της απουσίας και της προσμονής.

Καταφυγή βρίσκει στη γραφή, στην Ποίηση, αλλά και πάλι « ούτε πουλιά ούτε άνθη στα κλαδιά μου / Ποτέ δεν υπήρξα τόσο φυλλοβόλα». Στέρηση, ερήμωση. (Στους στίχους αυτούς, καταλαβαίνεις, έλιωσα … Πόσο  καίρια,  αποτελεσματική μεταφορά! Έπιασε στο μέσα μου το πιο βαθύ τον κόμπο, το  σφίξιμο,  που το ξέρεις και συ).

Και να,  ένας σύντομος νόστος: «Σημειώσεις ενός φωτεινού διαλείμματος» Σημειώσεις που παρακολουθούν την σύντομη χαρά του σύντομου αυτού νόστου. «΄Οποτε φεύγεις σου κρατώ το χέρι /σφιχτά./Νομίζω ότι παίρνεις./ Εσύ; Ίσως νομίζεις πως μου δίνεις».

Η Πηνελόπη,  ή όπως τη λένε, δίνει , δίνει… Αυτό που της απομένει είναι μια άδεια αγκαλιά. Έχει όμως τη δύναμη να φτάσει στην μακρινή χώρα. Τη γνώρισε στη διάρκεια του δικού της ξενιτεμού. «Πίσω πάλι» και η ίδια και το αγαπημένο παιδί, «στο σκοτεινό λαγούμι». Με επιμονή και αντοχή να νεκρώσει τη μνήμη. Γιατί πώς αλλιώς να αντέξει, να παλέψει, να νικήσει; «όλα απαιτούν αντίτιμο./[…] Μια ισχυρή παυσίλυπη ματαιοδοξία για ένα διάστημα ναρκωμένης μνήμης» (Απόλαυση οι τολμηροί συνδυασμοί των λέξεων. Δεν χορταίνεις να τους ψελλίζεις)

Σε αίθουσες αναμονής αεροδρομίων ή σιδηροδρομικών σταθμών οξύνονται οι αισθήσεις, ξεπηδούν ζωηρά τα συναισθήματα. Ραγίζει η φωνή, ραγίζει η ψυχή  «δεν είναι εύκολο να είσαι μακριά από τους δικούς σου/ ανθρώπους,». Λιτά, κυριολεκτικά.   Ποιος το λεει; Αυτός που φεύγει ή αυτός που μένει;

«πώς να ανταλλάξεις το άνοστο κοντομάνικο με τη θαλερή καμπαρντίνα της μνήμης»,  το λούνα παρκ της Αριστοτέλους με το Bleibtreu café του Βερολίνου, τη ζωή με την αναμνησή της, το όνειρο με ό,τι το απορρίπτει;

 «Τα όνειρα αφανίζονται, όταν τα απορρίπτουν»   Αυτός ο στίχος-αφορισμός είναι ο τίτλος της δεύτερης ενότητας του δεύτερου μέρους. Εδώ, σ΄ αυτήν την ενότητα, το εξαίσιο ποίημα  με τον τίτλο «Επισκέπτες». Δεν βρίσκω καλύτερο χαρακτηρισμό από τον παλιομοδίτικο: απαράμιλλος λυρισμός. Λυρισμός που δεν ξεπέφτει σε μελό, συγκρατημένος,  υπόρρητος. Εδώ το παράπονο και η λαχτάρα του ξενιτεμένου να αρπαχτεί από μια τόση δα λεπτομέρεια, ένα οριζόντιο τζάμι εξώπορτας, να του δίνει την ψευδαίσθηση της θάλασσας, του ήλου στην πατρώα γη.

Και ο χρόνος περνάει… «Deadline για τη ζωή»  «Μηκέτι χρόνος»! Γι΄ αυτό «ρακοσυλλέκτρια του χρόνου» η μάνα,  το ποιητικό υποκείμενο ( η ιδία η ποιήτρια και εσύ, εγώ, όλοι/ες οι αναγνώστες/τριες…) παρηγοριά αναζητά στην Ποίηση για την ίδια, για τους άλλους, για τη Ρίτα απ΄ τα φανάρια: «Αν είναι να μείνει κάτι από τη Ρίτα,/ας μείνει σε δυο στίχους».

Όταν πάρεις στα χέρια σου τη συλλογή, θα αναρωτηθείς: τελικά ο νόστος και η νοσταλγία τίνος είναι; Αυτού που λείπει ή αυτού που περιμένει; Πόσες όψεις έχει ο αποχωρισμός; «Οδυσσέας, τρόπον τινά»: σαν τον Οδυσσέα και σαν την Πηνελόπη δεν είμαστε όλοι, καθώς κάτι περιμένουμε, από κάπου λείπουμε; Δώσε όποια απάντηση θέλεις, αν και ξέρω τι θα μου πεις, αφού ο μεγάλος σου είναι στη Γάνδη και ο μικρός στη Σαλονίκη …

Κλείνει η συλλογή διακειμενικά. «Χωρίς διαφυγή». Με οφειλές  σε  (και για) άλλες γραφές. Το μαρμάρινο κεφάλι που βάραινε τα χέρια του Σεφέρη είναι «μια δυσβάσταχτη αγάπη»  της μάνας-ποιήτριας, είναι «μια  μώβ χάντρα ζωντανή σε μια γωνιά», στη γωνιά της μνήμης. Η χάντρα μεταπλάστηκε και διασπάστηκε σε διαμάντια: ποιήματα τρυφερά. Με έξυπνο χιούμορ, παρόν στο πρώτο μέρος,  και πρωτοτυπία.

Θα ήθελα να προλάβω την απορία σου. Πώς είναι δυνατόν,  θα πεις, τι ποίηση έχουν οι καθημερινές μας φράσεις ή το λεξιλόγιο  των η/υ, τι ρόλο παίζουν στη γραφή που θέλει να είναι ποιητική.

Λοιπόν,  η  Αδαλόγλου, έχοντας γερή φιλολογική και γλωσσολογική σκευή, δεμένη με  τη γνήσια ποιητική ευαισθησία της,  αξιοποιεί θαυμάσια την εισβολή των delete και  re και deadline στη γλώσσα μας, όπως και την ποικιλία  γραμματοσειράς του υπολογιστή της από στροφή σε στροφή σε κάποια από τα ποιήματα. Καθόλου τυχαία. Όλα  κάτι και πολλά συν-υπό-δηλώνουν. Τα πάντα είναι σημεία! (Δεν θα αναλύσουμε τώρα εδώ ζητήματα γλωσσολογικά. Ένα μόνο θα σου πω, μου το ’μαθε ο καθηγητής μας στη Γλωσσολογία, ο Μιχάλης Σετάτος: οι λέξεις, οι όποιες λέξεις,  δεν δίνουν μόνο πληροφορίες. Κουβαλούν κόσμους και συναισθήματα.) Στο «Οδυσσέας, τρόπον τινά» λοιπόν, θα δεις, η γλώσσα είναι  ποιητική, βαθιά,  συγκινησιακά χρησιμοποιημένη.  Λέξεις πεζές  καθημερινές, λέξεις αγγλικές,  δάνεια από  το  λεξιλόγιο των η/υ  ξαφνιάζουν με τη μουσικότητα που μπορούν να  αναδίνουν.

Ναι,  συγκινησιακά χρησιμοποιείται και το dear και το delete και το anyway και το chek in. Εξυπηρετείται με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο το χιούμορ με το οποίο  επιδιώκει  μια έξυπνη γυναίκα, η Πηνελόπη, να μισοσκεπάσει τα συναισθήματά της και – γιατί όχι;  – να ανταγωνιστεί τον πολυμήχανο αγαπημένο της.

Και κάτι ακόμα. Μόλις ξεκινήσεις την ανάγνωση, μπορεί να αιφνιδιαστείς  με το «Α ρε Οδυσσέα» και την κυριολεξία, τον ρεαλισμό της περιγραφής, όμως το ποιητικό,  το συγκινησιακό χτύπημα, έρχεται αναπάντεχα, ιδιαίτερο στους τελευταίους στίχους και,  κοιτώντας τη σύνθεση στο σύνολό της, θα δεις ότι κεντιέται η Ποίηση από ποίημα σε ποίημα. Σκαλί το σκαλί ανεβαίνει ο αναγνώστης  «της Ποιήσεως τη σκάλα».

Έγραψα πιο πάνω για την επιστημονική αρματωσιά της Κούλας Αδαλόγλου. Σου τονίζω: πουθενά, ούτε σ΄ ένα στίχο  αυτή δεν προβάλλεται. Πάνω απ΄ όλα η Κούλα Αδαλόγλου είναι ποιήτρια! Εστω κι αν το «υλικό» της αντλείται από τα «σπουδάματά» της. Η συλλογή δεν αποπνέει σπουδαστήριο και φιλολογία. Δεν πέφτει σ΄ αυτήν την  παγίδα ούτε και  σ΄εκείνη  της αυτοπροβολής.

H έκδοση πολύ φροντισμένη, και μπράβο στον εκδότη. Όσο για  το εξώφυλλο: Ποιο χρώμα θα ταίριαζε περισσότερο στην… Πηνελόπη, τρόπον τινά από αυτό το λαμπρό  το μωβ!

Αγαπημένη φίλη, μέσα από το μήνυμά μου αυτό μια απόπειρα έκανα να σε πείσω να διαβάσεις αυτά τα ποιήματα. Θα θυμηθείς, θα χαμογελάσεις , θα δακρύσεις.

Με το καλό να ΄ρθει ο Δημήτρης σου από τη βροχερή Γάνδη

Φιλιά και χαιρετίσματα

Δανάη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.