Loading...
ΔοκιμέςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

Δημήτρης Γαβαλάς: Η “Αισθητική και Κριτική Θεωρία των Αρχετύπων” στη Λογοτεχνία [μέρος δεύτερο]

  1. Τα Αρχέτυπα στη Λογοτεχνία

 

Η πλέον γνωστή εκδήλωση των αρχετύπων είναι οι μύθοι και τα παραμύθια. Η άμεση όμως εκδήλωση των αρχετύπων, όπως τη συναντάμε σε προσωπικά όνειρα, οράματα και εμπνεύσεις είναι πολύ πιο ατομική, λιγότερο κατανοητή και πιο αφελής από ό,τι στους μύθους. Το αρχέτυπο είναι ουσιαστικά στοιχείο του ασυνειδήτου, που τροποποιήθηκε γιατί έγινε συνειδητό και αντιληπτό και χρωματίστηκε από την ατομική εγωική συνείδηση, μέσα στην οποία εκδηλώθηκε. Πρέπει, επίσης, να κάνουμε διάκριση ανάμεσα στο αρχέτυπο και στις αρχετυπικές ιδέες, εικόνες κτλ. Το αρχέτυπο καθαυτό είναι ψυχικό αναπαράστατο μοντέλο, αντίστοιχο με το βιολογικό πρότυπο συμπεριφοράς. Επειδή τα αρχέτυπα είναι σχετικά αυτόνομα, δεν μπορούν να αναδυθούν και αφομοιωθούν μονάχα με λογικά μέσα. Γι’ αυτό απαιτείται εσωτερική διαλεκτική διαδικασία, αποδοχή και συμφωνία μαζί τους. Αυτή η διεργασία γίνεται με τη μορφή διαλόγου και εφαρμόζεται, έτσι, κατά ασυνείδητο τρόπο, ο αλχημικός ορισμός του meditatio: «ένας εσωτερικός μονόλογος/ διάλογος του ατόμου με τον καλό του Άγγελο». Αυτή η διαδικασία διατρέχει μια πορεία με πολλές εσωτερικές εμπειρίες και εκδηλώνεται με σύμβολα, που συνδέονται με τις συλλογικές απεικονίσεις. Αυτές οι απεικονίσεις αποδίδουν τις ψυχικές διεργασίες του μετασχηματισμού με τη μορφή μυθολογικών αναπαραστάσεων. Ο όρος ‘συλλογικές απεικονίσεις’, που χρησιμοποιείται με την έννοια των συμβολικών εικόνων, οι οποίες εμφανίζονται στην αρχέγονη θεώρηση του Κόσμου, μπορεί να αποδοθεί και στα περιεχόμενα του ασυνειδήτου, αφού ουσιαστικά σημαίνει το ίδιο πράγμα. 

 Το αρχέτυπο είναι δομικός παράγοντας του ασυνειδήτου και στοιχείο της λειτουργικής δραστηριότητάς του. Από πού έρχεται το αρχέτυπο δεν μπορούμε να το προσδιορίσουμε, οφείλουμε όμως να δεχτούμε ότι αυτό δεν είναι απλώς μια κληρονομημένη ιδέα, αλλά κάτι περισσότερο από ιδέα. Είναι τρόπος και τύπος συμπεριφοράς, αυτόνομη ψυχική λειτουργία, που ρυθμίζει αντισταθμιστικά ή συμπληρωματικά τις μεταξύ συνειδητού και ασυνειδήτου σχέσεις. Δεν είναι, λοιπόν, απλώς μια ψυχική διάθεση, αλλά δυναμική λειτουργική διαδικασία. Η φύση του αρχέτυπου δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί σαφώς και επακριβώς, αλλά οπωσδήποτε η επέμβασή του στις μεταξύ συνειδητού και ασυνειδήτου σχέσεις, όπως και ο βασικός του ρόλος να διευκολύνει την προσαρμογή της προσωπικότητας στις αναγκαίες για την εξατομίκευση συνθήκες, δείχνουν ότι το αρχέτυπο είναι μια επιμέρους υπόσταση, που διαθέτει σχετική συνείδηση και βούληση. Από τη θεωρία του Jung για το αρχέτυπο και τα λειτουργικά του χαρακτηριστικά, προκύπτει ότι αυτό:

(i) Είναι αυτόνομος ψυχικός παράγοντας,

(ii) Έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα,

(iii) Είναι ‘μαγικό’ και ‘θείο’ στοιχείο της ψυχικής ζωής,

(iv) Ενεργεί ως μετασχηματιστής, ο οποίος μετατρέπει κατώτερης μορφής ψυχική ενέργεια σε ανώτερης, αφού η ψυχολογική μηχανή που μεταβάλλει ενέργεια είναι το σύμβολο.

 Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον, που παρουσιάζει η θεωρία για το αρχέτυπο, είναι δυνατόν να εντοπιστεί στην υποβλητική και ελκτική ιδιότητά του. Το αρχέτυπο, ως αυτόνομο σύμπλεγμα, δρα για να ικανοποιήσει συγκεκριμένες κάθε φορά ψυχικές ανάγκες. Η λειτουργική του δραστηριότητα ξεκινάει από το δεδομένο ότι πρέπει να αντιμετωπιστεί, για το συμφέρον της ατομικής και ομαδικής εξελικτικής διαδικασίας, ένα συγκεκριμένο ψυχολογικό πρόβλημα. Επομένως, το αρχέτυπο δεν δρα χωρίς συγκεκριμένη αιτία, λειτουργεί βέβαια με αυτονομία, αλλά δεν ενεργεί αυθαίρετα και χωρίς συγκεκριμένη ψυχική ανάγκη. Για τον λόγο αυτό, η δράση ενός αρχέτυπου προδίδει, από μιαν άποψη, διαταραχή των σχέσεων μεταξύ συνειδητού και ασυνειδήτου. Έτσι, η λειτουργία του αρχέτυπου ως πρότυπου συμπεριφοράς, αποσκοπεί στην αποκατάσταση της ψυχικής ισορροπίας. Αλλά, ακριβώς επειδή το αρχέτυπο αποτελεί ασυνείδητη ψυχική λειτουργία, έχει τη δυνατότητα να εμφανίζεται στα αυθόρμητα προϊόντα του ασυνειδήτου, δηλαδή όνειρα, φαντασιώσεις, ‘προβολές’ κτλ., ως εικόνα. Είναι οπωσδήποτε αρχέγονη ψυχική εικόνα, αφού απεικονίζει συνήθως το καταστάλαγμα της εμπειρίας, που βιώθηκε από τις περασμένες γενιές. Ό,τι υπήρξε κοινό για όλους τους ανθρώπους, ό,τι βιώθηκε ομαδικά ως κοινή εμπειρία, διαμορφώθηκε σε αρχετυπική λειτουργία και επομένως προβάλλεται πάντοτε με μια και την ίδια εικόνα, για το περιεχόμενο της οποίας συμφωνούν όλοι οι άνθρωποι. Έτσι, η εικόνα του δάσκαλου, του γιατρού, του ιερέα, του ήρωα κ.ά. είναι εικόνες αρχετυπικές, επειδή ο ρόλος και η λειτουργία που απεικονίζουν είναι κοινά σε όλους τους ανθρώπους όλων των εποχών. Το αρχέτυπο, λοιπόν, υπάρχει και λειτουργεί έξω από χωροχρονικούς προσδιορισμούς, έχει συλλογικό χαρακτήρα και είναι αρχέγονη και κεντρική εικόνα του ομαδικού βίου. Επιπλέον, το αρχέτυπο ελκύει τα περιεχόμενα της συνείδησης, ασκώντας πάνω της ‘μαγική γοητεία’ και τα ταξινομεί. Γι’ αυτό, μπορεί να παραβληθεί με τους παράξενους ελκυστές της σύγχρονης θεωρίας του χάους. Το γεγονός αυτό, εκφράζει συνοπτικά την όλη ασυνείδητη δραστηριότητα κάθε αρχέτυπου. Πολλές φορές, η εμφάνιση ενός αρχέτυπου στον χώρο της συνείδησης, γίνεται αισθητή ως ‘αιφνίδια ιδέα’, ‘αποκάλυψη’, ‘θεία έλλαμψη’, ‘ξαφνική έμπνευση’.

 Η ψυχική δομή, κατά τον Jung, αποτελείται από την τετράδα: εγωική συνείδηση, προσωπικό ασυνείδητο, συλλογικό ασυνείδητο και ψυχοειδές. Το αρχέτυπο, από την άποψη της εγωικής συνείδησης, είναι μεταφυσικό/ υπερβατικό, επειδή ακριβώς υπερβαίνει το συνειδητό και ανήκει βασικά στην περιοχή του ψυχοειδούς. Στην ψυχολογία του Jung, ακριβώς όπως στις σύγχρονες Φυσικές Επιστήμες, υπάρχει ένα όριο, όπου σταματάει η εμπειρική γνώση και αρχίζει αυτό που συνηθίζεται να αποκαλείται μεταφυσική. Η μεγάλη συμβολή του Jung είναι ότι, κατ’ αυτόν, το πνεύμα δεν θεωρείται επιφαινόμενο ή νοητική σύλληψη ή εξιδανίκευση, αλλά ιδιότυπη αρχή, μια πλαστουργός και, γι’ αυτό, υπέρτατη αρχή, που συνιστά τον απαραίτητο όρο και προϋπόθεση όλων των ψυχικών, ακόμα ίσως και των φυσικών, μορφών. Τα αρχέτυπα αντιπροσωπεύουν, γενικά, το σύνολο των δυνατοτήτων της ανθρώπινης ψυχής, οι οποίες βρίσκονται σε λανθάνουσα κατάσταση, ένα τεράστιο απόθεμα πληροφορίας και γνώσης για τις βαθύτερες σχέσεις ανάμεσα στον άνθρωπο στον Κόσμο και στον Θεό. Το άνοιγμα αυτού του αποθέματος μέσα στην ίδια μας την ψυχή, η αφύπνισή του σε μια νέα ζωή και η ενσωμάτωσή του από το συνειδητό, σημαίνουν ότι ο άνθρωπος σώζεται από τη μοναξιά του και εντάσσεται στην αιώνια πορεία του σύμπαντος, υπερβαίνοντας την χωριστικότητά του. Οι έννοιες, που πραγματευόμαστε, γίνονται με αυτό τον τρόπο κάτι περισσότερο από επιστήμη, Ψυχολογία και Λογοτεχνία, γίνονται τρόπος ζωής. Το αρχέτυπο, ως πρωταρχική πηγή της ανθρώπινης εμπειρίας, βρίσκεται στο ασυνείδητο, από όπου εισχωρεί στη ζωή μας. Γι’ αυτό, είναι ανάγκη να αναγνωρίσουμε και διαλύσουμε τις προβολές του και να φέρουμε τα περιεχόμενά του στο συνειδητό. Τα αρχέτυπα ήταν και είναι ζωντανές ψυχικές δυνάμεις, που απαιτούν σοβαρή αντιμετώπιση και έχουν ένα παράξενο τρόπο να βεβαιώνονται για την επίδρασή τους πάνω μας. Ήταν πάντα φορείς προστασίας και σωτηρίας και η παραμέλησή τους καταλήγει στους γνωστούς κινδύνους της ψυχής. Το νόημα και ο σκοπός της άποψης του Jung, είναι να καταλύσει τη μοναξιά και τη σύγχυση του ανθρώπου, να τον βοηθήσει να βρει τη θέση του στο μεγάλο ρεύμα της ζωής, να βρει την ολότητά του και θεληματικά και ενσυνείδητα να αποκαταστήσει την ενότητα ανάμεσα στη φωτεινή συνειδητή και στην σκοτεινή ασυνείδητη πλευρά του. Σκοπός του είναι να τον οδηγήσει στη γνώση και εκπλήρωση της ίδιας του της υπόστασης, του ίδιου τού προσώπου του.

Ο Jung, λοιπόν, αποκαλεί τα στοιχεία, που συνιστούν τη δομή του συλλογικού ασυνειδήτου, αρχέτυπα ή αρχέγονες εικόνες και είναι οι μορφές, τις οποίες παίρνουν όλα τα εγγενή ψυχικά στοιχεία και τα ένστικτα, όταν εμφανίζονται ως εικόνες. Γιατί το ασυνείδητο αποκαλύπτεται στο συνειδητό με εικόνες. Οι εικόνες αυτές ερεθίζουν το συνειδητό, που με τη σειρά του θέτει σε κίνηση τον μηχανισμό της αντίδρασης και της αφομοίωσης. Αυτές οι εικόνες έχουν ασφαλώς πολύ στενές αναλογίες με τους μυθολογικούς τύπους. Γι’ αυτό, είμαστε υποχρεωμένοι να υποθέσουμε ότι αντιστοιχούν σε ορισμένα συλλογικά και όχι προσωπικά δομικά στοιχεία της ανθρώπινης ψυχής, γενικά, και ότι κληρονομούνται ακριβώς όπως τα μορφολογικά στοιχεία του ανθρώπινου σώματος. Η ισορροπία του ατόμου εξαρτάται από τα αρχετυπικά δομικά στοιχεία της ψυχής, που αποτελούν τα ψυχικά μας όργανα. Αν υποστούν κάποια βλάβη, οι συνέπειες είναι καταστρεπτικές. Τα αρχέτυπα αποτελούν βασικό συστατικό της μυθολογίας, βρίσκονται σε οργανική συνάρτηση μεταξύ τους και η ανάπτυξη του συνειδητού καθορίζεται από την σταδιακή τους διαδοχή. Ως όργανα της ψυχικής σύστασης, συνδιαλέγονται μεταξύ τους με αυτόνομο τρόπο, όπως και τα σωματικά όργανα και καθορίζουν την ωρίμανση του προσώπου. Εκτός από το ότι το αρχέτυπο έχει αιώνια σημασία, έχει ταυτόχρονα και μιαν εξίσου νόμιμη χρονική/ ιστορική πλευρά. Η εγωική συνείδηση εξελίσσεται περνώντας μέσα από μια σειρά αιώνιων εικόνων και το εγώ, μεταμορφωμένο από αυτό το πέρασμα, ζει συνεχώς μια νέα σχέση προς τα αρχέτυπα. Η σχέση του προς την αιώνια ποιότητα των αρχετυπικών εικόνων, είναι μια ανέλιξη, μια πορεία χρονικής διαδοχής, δηλαδή συντελείται σταδιακά. Η ικανότητα αντίληψης, κατανόησης και ανάλυσης αυτών των εικόνων, μεταβάλλεται καθώς η εγωική συνείδηση αλλάζει στην πορεία της οντογενετικής και φυλογενετικής ιστορίας του ανθρώπου. Επομένως, η σχετικότητα της αιώνιας εικόνας αναφορικά με την εξελισσόμενη εγωική συνείδηση, γίνεται όλο και πιο έκδηλη. Τα αρχέτυπα, που καθορίζουν τα στάδια της συνειδητής εξέλιξης, δεν αποτελούν παρά μέρος μόνο του συνόλου της αρχετυπικής πραγματικότητας. Αλλά, αν επωφεληθούμε από αυτή την εξελικτική και συνοπτική άποψη, μπορούμε να δημιουργήσουμε ένα είδος μίτου, που να περνάει μέσα από απεριόριστα σύμβολα του συλλογικού ασυνειδήτου. Η αλληλεξάρτηση συλλογικού και ατομικού έχει δυο ψυχικά συνακόλουθα: Από τη μια, η ιστορία του συλλογικού καθορίζεται από εσωτερικές αρχέγονες εικόνες, που προβάλλονται εξωτερικά ως ισχυροί παράγοντες -θεοί, πνεύματα, δαίμονες κτλ.-  και γίνονται αντικείμενα λατρείας ή φόβου. Από την άλλη, οι συλλογικοί συμβολισμοί του ανθρώπου εμφανίζονται επίσης στο ίδιο το άτομο και η ψυχική ανάπτυξή του ρυθμίζεται από τις ίδιες αρχέγονες εικόνες, που καθορίζουν τη συλλογική ιστορία του ανθρώπου. Η σχέση ανάμεσα στο προσωπικό και στο υπερπροσωπικό, που παίζει αποφασιστικό ρόλο σε κάθε ανθρώπινη ζωή, προεικονίζεται στην ιστορία. Ο Jung διατείνεται ότι η ψυχική δομή καθορίζεται από a priori υπερπροσωπικούς παράγοντες, τα αρχέτυπα, που επειδή αποτελούν από την αρχή ουσιαστικά συστατικά και όργανα της ψυχής, επηρεάζουν την πορεία της ανθρώπινης ιστορίας και, βέβαια, του ίδιου του ατόμου. Με αυτή την άποψη, πηγή όλων των φαινομένων του πολιτισμού και της θρησκείας είναι η ανθρώπινη ψυχή. Αναφορικά με τα αρχέτυπα, έχουμε να κάνουμε στην ουσία με σύμβολα, ιδεατές μορφές, ψυχικές κατηγορίες, βασικά δομικά πρότυπα, δυναμικά εξελισσόμενα σχήματα υπεύθυνα για τη δομική σταθερότητα της υπόστασης, οργανωτικές διαδικασίες και ταξινόμους. Η άπειρη ποικιλία των τρόπων λειτουργίας τους, διέπει την ιστορία της ανθρωπότητας και του ατόμου. Η εξέλιξη του συνειδητού, σύμφωνα με αρχετυπικά στάδια, είναι υπερπροσωπικό γεγονός, μια δυναμική αυτοανακάλυψη της ψυχικής δομής.

Ο Jung εφαρμόζει τη θεωρία του για το συλλογικό ασυνείδητο και τα αρχέτυπα στη Λογοτεχνία και υποστηρίζει ότι: Σε ένα αληθινά συμβολικό έργο τέχνης, η πηγή των εικόνων δεν βρίσκεται στο προσωπικό ασυνείδητο του συγγραφέα -αυτό κάνει το έργο συμπτωματολογικό, αλλά όχι συμβολικό προϊόν-, αλλά στον χώρο της ασύνειδης μυθολογίας, της οποίας τα αρχέγονα περιεχόμενα αποτελούν κοινή κληρονομιά της ανθρωπότητας. Στις μυθολογίες όλων των πολιτισμών, καθώς και στα όνειρα και στα λογοτεχνικά δημιουργήματα, παρουσιάζονται αυτές οι αρχέγονες εικόνες ή αρχέτυπα, που δεν ανήκουν στο ατομικό πνεύμα ή στο πνεύμα του συγκεκριμένου πολιτισμού, αλλά στο αχανές ασύνειδο πνεύμα, που αποτελεί το υπόστρωμα όλων των επιμέρους ατομικών πνευμάτων. Στην εμφάνιση αυτών των αρχετύπων, οφείλουν τα σπουδαία λογοτεχνικά έργα τη μεγάλη δύναμή τους να συγκινούν. Νιώθουμε ξαφνικά μιαν εξαιρετική ανακούφιση ως να μας παρασύρει ή να μας κυριεύει μια ακατανίκητη δύναμη, γιατί βλέπουμε να μας αποκαλύπτονται οι βαθύτερες πηγές της ζωής. Ο Jung συνέχισε να ασχολείται με αυτό το θέμα και το προώθησε περισσότερο σε αρκετά έργα του. Λέει ότι το αρχετυπικό περιεχόμενο εκφράζει ένα σχήμα λόγου -ταύτιση του ήλιου με τον βασιλιά ή του παιδιού με τον Θεό- και αποτελεί μέρος ενός μύθου. Οι μύθοι έχουν έναν ασύνειδο νοηματικό πυρήνα, ο οποίος στην πραγματικότητα δεν μπορεί να ανακληθεί στο συνειδητό, αλλά έως ένα βαθμό μπορεί να προσεγγισθεί με περιγραφικά μέσα. Διάφοροι κριτικοί εφάρμοσαν τη θεωρία του Jung στην αναζήτηση των αρχετύπων της Λογοτεχνίας και στην προσπάθεια ανάλυσής τους. Αρχέτυπα διαφόρων βαθμών αφαίρεσης, βρήκαν όσοι μελετητές αποκάλυψαν ένα ολόκληρο πλήθος θεματικών δομών -όπως ο θάνατος και η αναγέννηση, η αναζήτηση/ το ταξίδι, το ηρωικό, η αντιπαλότητα, το αρσενικό και το θηλυκό σε όλες τους τις εκφάνσεις, ο Εαυτός- και όσοι έκαναν αναγωγή όλων των αρχετύπων σε έναν και μόνο μύθο.

Το συλλογικό ασυνείδητο είναι γεμάτο από αρχετυπικά σχήματα, που μοιράζεται όλο το ανθρώπινο γένος. Γι’ αυτόν τον λόγο, το έργο του καλλιτέχνη γίνεται παγκόσμιος πόλος έλξης και καταφύγιο κάθε διψασμένης ψυχής, η οποία βλέπει εκεί την πραγμάτωση αιτημάτων, που η ίδια είναι ανίκανη να μετουσιώσει σε τέχνη. Ο πραγματικός καλλιτέχνης ξέρει πώς να επεξεργάζεται τα περιεχόμενά του έτσι, ώστε αφαιρώντας την προσωπική χροιά, να βρίσκει την πεμπτουσία τους, που είναι υπερπροσωπική. Έχει την ικανότητα να παρουσιάζει πιστά αυτά τα περιεχόμενα, δίχως αναπαραστασιακές αδεξιότητες ή ατέλειες. Οι άνθρωποι έλκονται από την παγκοσμιότητά του, από τη δεξιοτεχνία του και από τις επωφελείς για την ψυχή τους υποδηλώσεις του. Το έργο τέχνης μας βοηθάει να αφομοιώσουμε τις αγωνίες και τους φόβους μας, γιατί υπερβαίνει τους αμυντικούς μηχανισμούς της εγωικής συνείδησης. Παρασυρμένοι από τον εγγενή κόσμο της συμβολικής τέχνης λυτρωνόμαστε, με αποτέλεσμα να βλέπουμε την τέχνη ως λύτρωση και τον καλλιτέχνη ως λυτρωτή. Στο αληθινά μεγάλο έργο τέχνης, ο καλλιτέχνης καθαίρει αυτό το έργο από κάθε λογής προσωπικά στοιχεία, πηγαίνει, με την υπερβατική λειτουργία, πέρα από το προσωπικό και ιδιωτικό, ή τουλάχιστον, του δίνει υπερπροσωπικές προεκτάσεις, ώστε να γίνεται πανανθρώπινο. Με την εισαγωγή της έννοιας του συλλογικού ασυνειδήτου, μπορούμε να πούμε ότι ο καλλιτέχνης δεν καθαίρει συνειδητά τα περιεχόμενα του ατομικού ασυνειδήτου από τις προσωπικές προσμίξεις, αλλά είναι μεγάλος καλλιτέχνης, στο μέτρο που μπορεί και δίνει σχήμα αποδεκτό, γεμάτο νόημα και ευχάριστο, των αρχετυπικών εικόνων που συλλαμβάνει, μοιράζεται, κατανοεί, και στις οποίες φυσικά ανταποκρίνεται θετικά ολόκληρη η ανθρώπινη φυλή. Ο Jung δεν βλέπει στα διανθρώπινα και διαχρονικά σύμβολα απλώς την επιβίωση ορισμένων μορφών σκέψης, αλλά γι’ αυτόν τα αρχέτυπα είναι ανεξάρτητες οντότητες, που δομούν το συλλογικό ασυνείδητο. Αυτές οι οντότητες είναι άφθορες στην ουσία τους και συνιστούν τον ακλόνητο άξονα, γύρω από τον οποίο η ανθρώπινη ψυχή περιστρέφεται πραγματοποιώντας τις αναρίθμητες παραλλαγές της.

 Η διαδικασία ανάλυσης της τέχνης είναι, εν προκειμένω, αμφίδρομη. Είτε, συλλέγοντας πληροφορία για τον καλλιτέχνη, συνθέτουμε ένα βιο-ψυχόγραμμα, που μας οδηγεί σε ορισμένα συμπεράσματα γύρω από το τι μπορεί να σημαίνουν τα δομικά στοιχεία του έργου του μεμονωμένα ή ως όλο, είτε, διαπιστώνοντας στο έργο τέχνης σύμβολα με εκ των προτέρων γνωστές υποδηλώσεις με σταθερό και παγκόσμιο χαρακτήρα, βγάζουμε συμπεράσματα για την ψυχική υπόσταση του δημιουργού. Με την πρώτη μέθοδο, φωτίζουμε την τέχνη μέσα από την έρευνα των ψυχικών δεδομένων. Με τη δεύτερη, φωτίζουμε το πρόσωπο του καλλιτέχνη μέσα από την έρευνα της τέχνης. Αν ξέρουμε τι συμβαίνει στην ψυχή του καλλιτέχνη, μαθαίνουμε τι σημαίνει το έργο του. Αν ξέρουμε τι σημαίνει το έργο, μαθαίνουμε τι συμβαίνει στην ψυχή του καλλιτέχνη. Καλλιτέχνης και έργο βρίσκονται, προφανώς, σε αλληλεπίδραση, αλληλεξάρτηση, αλληλενέργεια.

 Σύμφωνα, λοιπόν, με τη θεωρία αυτή, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι τα έργα εκείνα, που είναι δημιουργήματα της εγωικής συνείδησης, κρατάνε κάτι από τον λογικό κόσμο, την καθημερινότητα, την ιδιαιτερότητα του προσωπικού και είναι έργα επιδερμικά, επιφανειακά, χωροχρονικά περιορισμένα, δείχνουν το μερικό και όχι το γενικό. Αντίθετα, τα έργα που εκφράζουν το συλλογικό στην αιωνιότητά του, που εκφράζουν την ασύνειδη φυλετική μνήμη, που διαπερνούν τους περιορισμούς της λογικής και της καθημερινότητας αγγίζοντας τα βάθη της ανθρώπινης φύσης και ψυχής, τα έργα αυτά μπορούν να θεωρηθούν μεγάλα. Σε αυτά ο δημιουργός τους λειτουργεί όχι ως προσωπικότητα, αλλά ως φορέας του δημιουργικού, ως απρόσωπο μέσο για να ακουστεί ο γενικότερος προβληματισμός, λειτουργεί πέρα από το εγώ του, έχοντας, έστω προς στιγμή, ξεπεράσει τη χωριστικότητά του και έχοντας, έτσι, ενταχθεί ξανά στην αδιαφοροποίητη ενότητα. Στην περίπτωση αυτή, μιλάμε για μεγάλη, για αντικειμενική τέχνη. Και πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι, αφού έτσι και αλλιώς, το ασυνείδητο έχει τη δομή μιας γλώσσας, τα αρχέτυπα και οι αρχέγονες εικόνες αποτελούν έναν κώδικα επικοινωνίας, που χρησιμοποιείται ασυνείδητα, πηγαία και αυθόρμητα και που βέβαια είναι κοινός σε ποιητή και αναγνώστη και περιέχεται στο έργο. Συνεπώς, ένα τέτοιο έργο μπορεί να μπει στην ψυχή από την ‘πίσω πόρτα’ και όχι μέσα από τη λογική ανάλυση, με μια ‘δια του ασυνειδήτου’ γνώση, οραματικά, διαισθητικά, ενορατικά.

 

Στην παρούσα εργασία, εκτός από τη Θεωρία των Αρχετύπων, αναφέρομαι και στη Θεωρία των Τύπων. Σύμφωνα με αυτήν, υπάρχει διαίρεση των ανθρώπινων ψυχολογικών τύπων σε δυο τάξεις, ανάλογα με την κίνηση της ψυχικής ενέργειας. Όταν υπάρχει ροή της ενέργειας προς τα έξω, ενδιαφέρον για πρόσωπα, πράγματα, καταστάσεις του εξωτερικού κόσμου, στενή σχέση μαζί του και εξάρτηση από αυτόν, τότε λέμε ότι έχουμε τον εξωστρεφή τύπο, ο οποίος κινητοποιείται από εξωτερικούς παράγοντες και επηρεάζεται κατά βάση από το περιβάλλον. Αντίθετα, όταν υπάρχει απόσυρση, η ενέργεια ρέει προς τα μέσα και συγκεντρώνεται σε υποκειμενικούς παράγοντες και την κυρίαρχη επιρροή ασκεί η εσωτερική αναγκαιότητα, ο εσωτερικός κόσμος, τότε λέμε ότι έχουμε τον εσωστρεφή τύπο. Αν αυτές οι δυο τάξεις συνδυαστούν με τις τέσσερις βασικές λειτουργίες, δηλαδή σκέψη και συναίσθημα από τη μια, που θεωρούνται έλλογες λειτουργίες, και αίσθηση και διαίσθηση από την άλλη, που θεωρούνται άλογες, τότε προκύπτουν αρκετοί συνδυασμοί και οι αντίστοιχοι με αυτούς τύποι, όπως, για παράδειγμα, εξωστρεφής με κύρια έλλογη λειτουργία το συναίσθημα και βοηθητική άλογη την αίσθηση. Τελικά, με αυτό τον τρόπο, έχουμε συνολικά δεκαέξι τύπους. Με αυτές τις δυο θεωρίες και με τη χρησιμοποίηση επιμέρους εννοιών, όπως, για παράδειγμα, της προβολής, έχουμε τη  δυνατότητα να παρουσιάσουμε σημαντικές πτυχές της Θεωρίας των Αρχετύπων του Jung και της εφαρμογής της, ως αισθητικής και κριτικής θεωρίας, σε πρόσωπα και έργα της σύγχρονης ποίησης.

 Να σημειώσουμε, τέλος, ότι ο Καναδός κριτικός της λογοτεχνίας Frye, γνωστός ως σημαντικός υπερασπιστής της ‘αρχετυπικής κριτικής’, προσπαθεί να βρει κοινά στοιχεία στην παγκόσμια πολλαπλότητα των λογοτεχνικών παραδόσεων στο βιβλίο του Anatomy of Criticism. Η εργασία του Frye εισάγει την αρχετυπική κριτική, που προσδιορίζει και συζητά τα βασικά αρχετυπικά σχέδια όπως αυτά βρίσκονται στους μύθους, το λογοτεχνικό ύφος, και τη φαντασία. Ο Frye και οι ομοϊδεάτες κριτικοί σε όλη τον κόσμο, θεωρούν τη Λογοτεχνία και άλλες μορφές τέχνης ως εκδηλώσεις των καθολικών μύθων και των αρχέτυπων, δηλαδή ασυνείδητων εικονικών προτύπων που υπερβαίνουν τα πολιτιστικά όρια. Για να υποστηρίξουν αυτήν την άποψη βοηθούνται, εκτός από το έργο του Jung, και από αυτό του ανθρωπολόγου Frazer. Ιδιαίτερης σπουδαιότητας, στην ποίηση της δεκαετίας του ’50 και του ’60, ήταν η αποκαλούμενη μυθοποιητική (mythopoeic) σχολή -από την ελληνική λέξη μυθοποιία (mythopoeia)-, η οποία βασίστηκε στις θεωρίες του Jung και του Frye.

 Όταν παρατηρούμε έναν ζωγραφικό πίνακα, μπορούμε να σταθούμε κοντά του και να αναλύσουμε τις λεπτομέρειες της τεχνοτροπίας του ζωγράφου. Αυτό, στη Λογοτεχνία, αντιστοιχεί χονδρικά στην ανάλυση της Νέας Κριτικής. Από μια κάπως μεγαλύτερη απόσταση, το σχέδιο του πί­νακα αρχίζει να φαίνεται καθαρότερα, και μελετάμε μάλλον το περιεχόμε­νο που μας παρουσιάζεται: Αυτή είναι η άριστη απόσταση για ρεαλιστι­κούς πίνακες Ολλανδών ζωγράφων, για παράδειγμα, όπου κατά μια έννοια διαβάζουμε τον πίνακα. Όσο πιο πολύ απομακρυνόμαστε, τόσο καλύτερα αντιλαμβανόμαστε το οργανωτικό σχέδιο. Λόγου χάρη, όταν παρατηρούμε από μεγάλη απόσταση μια Μαντόνα, δεν βλέπουμε παρά το αρχέτυπο της Μαντόνας, μια μεγάλη γαλάζια μάζα γύρω-γύρω με μια αντιστικτική εστία του ενδιαφέροντος στο κέντρο. Και στη λογοτεχνική κριτική, επίσης, συχνά πρέπει να ‘απομακρυνθούμε’ από το ποίημα για να δούμε την αρχετυπική του οργάνωση. Αν ‘απομακρυνθούμε’ από τα Mutabilitie Cantoes του Spencer, βλέπουμε ένα φόντο από κυκλικά διαταγμένο φως και μια σκοτεινή μά­ζα που ωθείται προς τα πάνω στο κάτω μέρος του προσκήνιου -μια αρ­χετυπική μορφή που μοιάζει πολύ με αυτή που βλέπουμε στην εισαγωγή του Βιβλίου του Ιώβ. Αν ‘απομακρυνθούμε’ από την αρχή της πέμπτης πρά­ξης του Άμλετ, βλέπουμε πάνω στη σκηνή έναν τάφο να ανοίγει, τον ήρωα, τον εχθρό του και την ηρωίδα να κατεβαίνουν σε αυτόν, ενώ ακολου­θεί μια θανάσιμη σύγκρουση στον πάνω κόσμο. Αν ‘απομακρυνθούμε’ από ένα ρεαλιστικό μυθιστόρημα όπως η Ανάσταση του Tolstoy ή το Ζερμινάλ του Zola, μπορούμε να δούμε τα μυθοποιητικά πρότυπα που υποδηλώνουν αυτοί οι τίτλοι. Τα πιο πάνω οδηγούν στην επιπλέον διαπίστωση ότι το αρχέτυπο σχετίζεται με την αποστασιοποιημένη, ολιστική θεώρηση: Τότε μονάχα βλέπουμε τη δομή, το οργανωτικό σχέδιο, την αρχετυπική διάρθρωση, διακρίνουμε το δυναμικό σχήμα, αλλιώς χανόμαστε στις λεπτομέρειες της ανάλυσης. Στην αντιπαράθεση μεταξύ της Αναλυτικής Μεθόδου και της Συστημικής/ Ολιστικής Μεθόδου, η έννοια του αρχέτυπου ανήκει στη δεύτερη. 

Οι αρχετυπικές ιδέες και θέματα έχουν διερευνηθεί αρκετά. Οι ερευνητές της επιστήμης της Ψυχολογίας του Βάθους, της Συγκριτικής Ανθρωπολογίας και της Συγκριτικής Λογοτεχνίας έχουν κάνει σημαντικές συνεισφορές στο ζήτημα. Οι σπουδαιότερες ‘εργασίες βάσης’ σε αυτό το εγχείρημα περιλαμβάνουν τα: The Golden Bough (Χρυσός Κλώνος) (1890-1915) του J. G. Frazer, On the Relation of Analytical Psychology to Poetic Art (Για τη Σχέση της Αναλυτικής Ψυχολογίας με την Ποιητική Τέχνη) (1922) του C. G. Jung, A General Introduction to Psychoanalysis (Μια Γενική Εισαγωγή στην Ψυχανάλυση) (1920) του Sigmund Freud, Archetypal Patterns in Poetry: Psychological Studies of Imagination (Αρχετυπικά Πρότυπα στην Ποίηση: Ψυχολογικές Σπουδές της Φαντασίας) (1934) της Maude Bodkin, The Hero with a Thousand Faces (Ο Ήρωας με τα Χίλια Πρόσωπα) (1949) του J. Campbell και το σημαντικό κείμενο του Northrop Frye The Anatomy of Criticism (Η Ανατομία της Κριτικής) (1957).

 Στα αμέσως επόμενα δίνουμε πίνακες οι οποίο παρουσιάζουν τα βασικά στοιχεία σχετικά με τους αρχετυπικούς χαρακτήρες, την πλοκή, τις εικόνες και τη διήγηση στον χώρο της Λογοτεχνίας.

 

Αρχετυπικοί Χαρακτήρες

Ήρωας Ο πρωταγωνιστής σε ένα κυριολεκτικό ή μεταφορικό ταξίδι, συχνά από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση, από την αθωότητα στην εμπειρία.
Θάνατος Ο ανταγωνιστής ή ο χαρακτήρας που εμποδίζει το ταξίδι του ήρωα.
Σκιά Το εσωτερικό κακό του ήρωα, η σκοτεινή πλευρά της ψυχής του, που κάνει την επιτυχία δύσκολη ή αδύνατη, αν δεν γίνει αποδεκτή.
Μητέρα και Πατέρας Οι γονικές μονάδες κοντινές και αγαπητές εξαιτίας της ανατροφής που μας παρέχουν ή της έλλειψής τους.
Γερο-σοφός  Ένας μέντορας, δάσκαλος ή συμβουλάτορας.
Φιλικό Τέρας Αυτό δείχνει ότι η φύση είναι προ-ηρωική. 
Διάβολος Ο κακός, που βάζει σε πειρασμό τον ήρωα.
Αποδιοπομπαίος Τράγος Άτομο ή ζώο ο θάνατος του οποίου ανακουφίζει τους άλλους από την αμαρτία ή το λάθος.
Απόβλητος Ένας χαρακτήρας που αποδιώχνεται εξαιτίας των λαθεμένων του πράξεων, συχνά  ένας περιπλανώμενος.
Μάνα Γη Ένας θηλυκός χαρακτήρας, που παρέχει πνευματική και συναισθηματική θαλπωρή.
Ξελογιάστρα ή Φρικτή Μητέρα Ένα θηλυκό που βάζει σε πειρασμό τον ήρωα και προσπαθεί να προκαλέσει το τέλος του. Τα συνώνυμα περιλαμβάνουν τη μοιραία γυναίκα  (femme fatale), τη μάγισσα,  και τη σειρήνα, επειδή αυτά υπονοούν τις μαγικές δυνάμεις μιας ξελογιάστρας γυναίκας.
Πλατωνική ή Τέλεια Γυναίκα Ο ήρωας έχει κυρίως πνευματική αγάπη για αυτή τη γυναίκα, η οποία τον βοηθάει να βγάλει τον καλύτερο εαυτό του.
Άπιστη Σύζυγος Η άπιστη σύντροφος του ήρωα.
Δεσποινίδα σε Κατάθλιψη ‘Βοηθήστε με! Βοηθήστε με σας παρακαλώ!’.

 

Κακότυχοι Εραστές Οι εραστές που είναι μοιραίο να υποφέρουν και να υποστούν τραγικό τέλος.
Κατεργάρης Αυτός ο χαρακτήρας έχει αρνητική φύση, και μπορεί να είναι απατεώνας, φαρσέρ, πειραχτήρι κτλ. Ωστόσο, μπορεί έως ένα σημείο να βοηθάει τον ήρωα.

 

Αρχέτυπα Πλοκής

Αναζήτηση Η αναζήτηση για κάποιον ή κάτι που αποκαθιστά την ορθότητα στον κόσμο του ήρωα και περιλαμβάνει ταλαιπωρίες, τέρατα ή γρίφους.
Αποστολή Ο ήρωας πρέπει να εκτελέσει μια πράξη πέρα από το κανονικό.
Μύηση ή Μεταμόρφωση Ο ήρωας υφίσταται μια διαδικασία για να περάσει από την άγνοια και την ανωριμότητα, στην κοινωνική και πνευματική ενηλικίωση. Αυτό συνήθως συμβαίνει σε τρία στάδια: Αποτράβηγμα, μετασχηματισμός και επιστροφή και έτσι μπορεί να περιλάβει την πτώση και τον θάνατο/ αναγέννηση.
Ταξίδι Στην αναζήτηση πληροφορίας, ο ήρωας περνάει σε μια πραγματική ή σχηματική κόλαση από την οποία μπορεί να αναδυθεί αφού ανακαλύψει τις πιο μαύρες αλήθειες για τον εαυτό του.
Πτώση Ο ήρωας πέφτει σε ένα κατώτερο επίπεδο, από ένα συγκριτικό παράδεισο, μετά το χάσιμο της αθωότητας και της ευτυχίας, εξαιτίας ενός αμαρτήματος, ενός λάθους.
Θάνατος και Αναγέννηση Συνήθως ένας μεταφορικός θάνατος, ένας πνευματικός ή συναισθηματικός θάνατος και αναβίωση του πνεύματος και των συναισθημάτων.
Φύση έναντι του Κόσμου των Μηχανών Η φύση είναι καλή, οι μηχανές είναι κακές και απειλούν τον άνθρωπο.
Πληγή που δεν Επουλώνεται Μια φυσική ή ψυχολογική πληγή που δείχνει το χάσιμο της αθωότητας.
Τελετουργικά Γάμοι, βαπτίσεις, στέψεις -πραγματικές ή σχηματικές- που σημαδεύουν ένα τελετουργικό περάσματος σε άλλη κατάσταση ή επίπεδο.
Μαγικό Όπλο Το όπλο του ήρωα που κανένας δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει είτε ολικά είτε μερικά (τόξο Οδυσσέα).
Κήπος Παράδεισος, αθωότητα, άσπιλη ομορφιά, γονιμότητα.
Δέντρο Η ζωή του κόσμου, αθανασία.
Έρημος Πνευματική ξηρασία, θάνατος, μηδενισμός, απελπισία.

 

Αρχετυπικές Εικόνες

Νερό Το νερό σε όλες του τις μορφές έχει αρχετυπικές δυνατότητες. Μπορεί να αναπαριστά την καθαρότητα, την απολύτρωση, τη γέννηση, τον θάνατο, την ανάσταση, τη λύπη κτλ.
Θάλασσα Η μητέρα όλης της ζωής, του πνευματικού μυστηρίου και του απείρου, του θανάτου και της αναγέννησης, του άχρονου, της αιωνιότητας και συχνά του ασυνείδητου νου.
Ποτάμια Θάνατος/ αναγέννηση, το πέρασμα του χρόνου, ο κύκλος της ζωής, θεοί.
Ήλιος Δημιουργική ενέργεια, φυσικός νόμος, συνειδητός νους, πατρική αρχή. Ο ανατέλλων ήλιος είναι γέννηση, δημιουργία και φώτιση, ενώ ο δύων θάνατος.
Χρώματα Κόκκινο: αίμα, θυσία, βίαιο πάθος: δυσλειτουργία.

Πράσινο: ανάπτυξη, αίσθηση, ελπίδα, γονιμότητα ή αρνητικά: θάνατος/ αποσύνθεση.

Μπλε: αλήθεια, θρησκευτικό συναίσθημα, ασφάλεια, αγνότητα.

Μαύρο: χάος, μυστήριο, το άγνωστο, θάνατος, κακό, μελαγχολία, λύπη, πρωταρχική σοφία.

Άσπρο: φως, καθαρότητα, αθωότητα, άχρονο ή θάνατος, τρόμος, η υπερφυσική ή εκτυφλωτική αλήθεια.

Κύκλος Mandala, σχήμα που αναπαριστά την επιθυμία για πνευματική ενότητα και ολοκλήρωση.
Αυγό Το μυστήριο της ζωής.
Yin – Yang Το γνωστό κινέζικο σύμβολο για την ένωση των αντιθέτων: αρσενικό – θηλυκό, άσπρο – μαύρο, ενεργητικότητα – παθητικότητα, συνειδητό – ασυνείδητο.
Ερπετό Σύμβολο ενέργειας, καθαρής δύναμης, κακό, διαφθορά, αισθησιακότητα, καταστροφή, μυστήριο, σοφία, το ασυνείδητο.
Αριθμοί Τρία:  φως, πνευματική συνειδητοποίηση και ενότητα, η αντρική αρχή.

Τέσσερα: σχετίζεται με τον κύκλο, τον κύκλο της ζωής (εποχές), τη γη και τη φύση (τέσσερα στοιχεία).

Εφτά: το άθροισμα του τρία και του τέσσερα, η συμπλήρωση ενός κύκλου, η τέλεια τάξη.

 

Αρχέτυπα Διήγησης

Ρομάντζο Ένας κόσμος όπου επιτυγχάνονται οι στόχοι και εκπληρώνονται τα όνειρα.
Ειρωνεία Οι στόχοι εμποδίζονται και οι εφιάλτες γίνονται πραγματικότητα.
Τραγωδία Η μετακίνηση από μια επιθυμητή κατάσταση σε μια ανεπιθύμητη.
Κωμωδία Μετάβαση από μια ανεπιθύμητη κατάσταση σε μια επιθυμητή.

 

Η Λογοτεχνία χρησιμοποιεί όλα αυτά τα αρχέτυπα, αλλά συνήθως με καλυμμένο τρόπο. Δεν υπάρχει κυριολεκτικά κάποιο μαγικό όπλο ή δεσποινίδα σε πύργο που περιμένει βοήθεια ή ένας παραδείσιος κήπος, αλλά σχηματικά. Ένα μαγικό όπλο μπορεί πολύ απλά να είναι η μόρφωση ή οι ικανότητες ενός χαρακτήρα. Η δεσποινίδα μπορεί να είναι μια γυναίκα με σκασμένο λάστιχο στην άκρη του δρόμου και ο κήπος οποιοδήποτε ήρεμο φυσικό τοπίο όπως ένα πάρκο ή ο ονειρικός κόσμος του χαρακτήρα του έργου. Ένα ταξίδι μπορεί να είναι ένα πνευματικό ταξίδι. Όταν τα αρχέτυπα χρησιμοποιούνται κυριολεκτικά, οι ιστορίες μπορεί να γίνουν πιο μυθολογικές και παλαιικές, αλλά όχι λιγότερο διασκεδαστικές. Ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, τις σύγχρονες τριλογίες The Lord of the Rings (Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών) και Star Wars (Ο Πόλεμος των Άστρων).

Πηγές Πληροφορίας

 

Άντζακα, Σ. (χ. χ.). Έρευνα σε Αρχετυπικά Θέματα. Αντινέα, Αθήνα.

Άντζακα, Σ. (χ. χ.). Η Άλλη Τέχνη. Αντινέα, Αθήνα.

Γαβαλάς, Δ. (1987). Η Εσωτερική Διαλεκτική στη “Μαρία Νεφέλη” του Οδυσσέα Ελύτη. Κώδικας, Θεσσαλονίκη.

Γαβαλάς, Δ. (1999). Αισθητική και Κριτική Θεωρία των Αρχετύπων: Θεωρητικά Κείμενα και Εφαρμογές. Κώδικας, Αθήνα.

Γαβαλάς, Δ. & Γυφτογιάννη, Μ. (2006). Το Αρχέτυπο του Τυχερού Παιχνιδιού: Για την Τύχη, τη Μαντική και τη Συγχρονότητα Σύμφωνα με τις Απόψεις των C. G. Jung και M.- L. Von Franz. Γαβριηλίδης, Αθήνα.

Γαβαλάς, Δ. (2011). Η Θεωρία Αρχετύπων στη Λογοτεχνία. Ήριννα, τ. 4, 63-85.

Γαβαλάς, Δ. (2012). Αρχετυπικές Μορφογενέσεις. Γαβριηλίδης, Αθήνα.

Γαβαλάς, Δ. (2015). Αρχέτυπο: Η Εξέλιξη μιας Σύλληψης στον Τομέα της Γνώσης. Εκδόσεις 3 4 5, Αθήνα.

Γαβαλάς, Δ. (2017). Θεωρία των Αρχετύπων και Σύγχρονα Ποιητικά Πρόσωπα: Τ. Σ. Έλιοτ – Γ. Σεφέρης – Οδ. Ελύτης – Κ. Καβάφης – Κ. Καρυωτάκης. Στίξις, Αθήνα.

Δευκαλίων (1979). Η Γλώσσα της Κριτικής. τ. 25/ 26. Περιοδική Έκδοση του Κέντρου Φιλοσοφικών Ερευνών, Αθήνα.

Κορναράκη, Ι. Κ. (1977). Ο Ιούδας ως Ομαδικός Ενοχικός Αρχέτυπος. Αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη.

Κωβαίος, Κ. Μ. (1987). Η Γραμματική του Αισθητικού Λόγου. Φιλοσοφική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών, Αθήνα.

Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας: Πρόσωπα, Έργα, Ρεύματα, Όροι. (2007). Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα. [Αρχέτυπο, Γ(ιάννης) Ν. Π(αρίσης)].

Σίλερ, Φ. (1985). Περί Αφελούς και Συναισθηματικής Ποιήσεως. Στιγμή, Αθήνα.

Frazer, J. G. (1990-1994). Ο Χρυσός Κλώνος: Μελέτη για τη Μαγεία και τη Θρησκεία. 5 τόμοι. [Mτφ. Μ. Μπικάκη, επιμ. Π. Καρματζός]. Εκάτη, Αθήνα. 

Frye, N. (1982). Τα αρ­χέτυπα της Λογοτεχνίας. [Μτφ. Μ. Δ. Τσαούση]. Γράμματα και Τέχνες 12, 7-8.

*

Barry, P. (2009). Beginning Theory: Introduction to Literary and Cultural Theory. Manchester University Press, UK.  

Beardsley, M. C. (1966). Aesthetics from Classical Greece to the Present. Macmillan, N.Y.

Bodkin, Μ. (1934). Archetypal Patterns ίn Poetry: Psychological Studies of Imagination. Oxford University Press, London.

Campbell, J. (1949). The Hero with α Thousand Faces. Princeton University Press, Princeton, N.J.

Cederstrom, L. (2002). Jungίαn Archetypes in 20thCentury Women’s Fίctίοn: The Personα, the Shadow, the Animus, and the Self. Edwin Mellen Press, Lewiston.

Cox, D. (1975). Analytical Psychology: An Introduction to the Work of C. G. Jung. Hodder and Stoughton, London.

Fordahm, F. (1976). An Introduction tο Jung’s Psychology. Penguin Books, London.

Freud, S. (1920). A General Introduction to Psychoanalysis. Boni & Liveright, N.Y.  

Frye, N. (1957). Anatomy of Crίtίcίsm. Four Essays. Princeton University Press, Princeton, N.J.  

Ghiselin, B. (2003). The Creative Process: A Symposium. Textbook Publishers.  

Graves, R. (1948). The White Goddess: Α Ηistοricαl Grammar of Ροetic Myth. Faber and Faber, London. 

Harding, M. E. (1973). The ‘I’ and the ‘Not-I’: A Study in the Development of Consciousness. Princeton University Press, Princeton, N.J. 

Harding, M. E. (1976). Woman’s Mysteries: Ancient and Modern. Harper/ Colophon Books, NY. 

Harding, M. E. (1973). Psychic Energy: Its Source and Transformation. Princeton University Press, Princeton, N.J. 

Jacobi, J. (1973). The Psychology of C. G. Jung. Yale University Press, New Haven.

Jung, C. G. (1953-1979). Collected Works. Princeton University Press, ΧΧ vols.

Jung, C. G. (1964). Man and His Symbols. Aldus Books, London.

Jung, C. G. & Kerenyi, C. (1969). Essays on a Science of Mythology. [Trans. R. F. C. Hull]. Princeton University Press, Princeton, N.J.  

Kuhn, T. S. (1969). The Structure of Scientific Revolutions. Chicago University Press, Chicago, Ill. 

Makaryk, I. R. (ed.) (1993). Encyclopedia of Contemporary Literary Theory: Approaches, Scholars, Terms. University of Toronto Press. 

Neumann, E. (1954). The Origin and History of Consciousness. Routledge and Kegan Paul, London. (Analytical Psychology vol. VII).

Neumann, E. (1956). Amor and Psyche. Routledge and Kegan Paul, London. (Analytical Psychology vol. V).  

Neumann, E. (1954). Art and the Creative Unconscious. Routledge and Kegan Paul, London. (Analytical Psychology vol. VI).  

Philipson, M. (1963). Outline of a Jungian Aesthetics. North-western University. 

Pratt, A. (1982). Archetypal Patterns in Women’s Fictiοn. Harvester, Brighton.

Preminger, A. & Brogan, T. V. F. (1996). New Princeton Encyclopedia of Poetry and Poetics. MJF Books.

Schneider, D. E. (1950). The Psychoanalyst and the Artist. Wisconsin University.   

TLG (1999).Thesaurus Linguae Graecae. University of California, Irvine.

Wheelwright, P. (1968). The Burning Fοuntαin: Α Study in the Language of Symbolism. Indiana University Press, Bloomington.

Wilhelm, R. & Jung, C. G. (1972). The Secret of the Golden Flower. Routledge and Kegan Paul, London.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.