Loading...
ΔοκιμέςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

Δημήτρης Γαβαλάς: Λόγος περί Κυβερνητικής

Μετά τις εμμονές μου με την ‘Ποίηση και Μαθηματικά’ και τα ‘Εσωτερικά Θέματα’, έρχομαι σε μια τρίτη, αυτή με την Κυβερνητική/ Συστημική, στην οποία όμως δεν πρόκειται να εμμείνω τόσο πολύ. Το κείμενο αυτό έχει ένα βαθμό δυσκολίας, αλλά δείχνει το πέρασμα προς τη σύγχρονη εποχή που ζούμε.

 

  • Κυβερνητική με Λίγα Λόγια

 

Επειδή το πεδίο θεωρείται ακόμη νέο στον χώρο της επιστήμης, παρ’ ότι έχουν περάσει περίπου 70 χρόνια από την εισαγωγή του, υπάρχουν πολλοί ορισμοί της Κυβερνητικής. Συνοπτικά:

[1] Ο Ampère θεωρεί την Κυβερνητική ως την επιστήμη της διακυβέρνησης.  

[2] Ο Wiener επινοεί τον όρο ‘Κυβερνητική’ από την ελληνική λέξη κυβερνώ – κυβερνήτης – κυβερνητική που σημαίνει αρχικά τον κυβερνήτη του πλοίου και την τέχνη της κυβέρνησής του. Ορίζει την Κυβερνητική ως ‘επιστήμη της επικοινωνίας και του ελέγχου στο ζώο και τη μηχανή’.

[3] Σύμφωνα με τον McCulloch, η Κυβερνητική είναι πειραματική επιστημολογία που αφορά στην επικοινωνία με ένα παρατηρητή και σε αυτή μεταξύ του παρατηρητή και του περιβάλλοντός του.

[4] Ο Stafford Beer ορίζει την Κυβερνητική ως την επιστήμη της αποτελεσματικής οργάνωσης, δηλαδή να οργανωθεί κάτι έτσι, ώστε να είναι αποτελεσματικό στη δράση του.

[5] Ο Bateson σημειώνει ότι, ενώ η προηγηθείσα επιστήμη ασχολείται με την ύλη και την ενέργεια, η νέα επιστήμη της Κυβερνητικής εστιάζεται στη μορφή και το πρότυπο.

[6] Η Mead λέει ότι η Κυβερνητική είναι τρόπος θεώρησης των πραγμάτων και συγχρόνως γλώσσα έκφρασης αυτών.

[7] Σήμερα η Κυβερνητική θεωρείται ως διεπιστημονική προσέγγιση στην οργάνωση, ανεξάρτητα από την υλική πραγμάτωση του συστήματος που ερευνά.

 

Η Γενική Θεωρία Συστημάτων αναφέρεται, από τη μια πλευρά, στις έννοιες του ολισμού, της ιεραρχίας, της αναδυόμενης ιδιότητας, της επικοινωνίας μεταξύ των στοιχείων του συστήματος, του ελέγχου για τον μετασχηματισμό και την αναδιάταξη αυτών των στοιχείων και, από την άλλη, στην προσπάθεια να γενικεύσει τις δομικές, συμπεριφορικές και αναπτυξιακές ιδιότητες των ζώντων οργανισμών. Η Κυβερνητική, εκτός από αυτά, αναφέρεται επιπλέον και σε μια επιστημολογική προοπτική, η οποία θεωρεί ότι οι υλικές ολότητες μπορούν να αναλυθούν χωρίς απώλεια, με όρους ενός συνόλου συνιστωσών μαζί με την οργάνωσή τους. Η οργάνωση εξηγεί πώς οι συνιστώσες ενός τέτοιου συστήματος αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, και πώς αυτή η αλληλεπίδραση καθορίζει και αλλάζει τη δομή του. Η καινοτομία της Κυβερνητικής συνίσταται και στη δημιουργία επιστημονικού πεδίου με αντικείμενο την επίτευξη στόχων (τελεονομικοί μηχανισμοί): κατανόηση του στόχου μέσω μηχανισμού ανατροφοδότησης, με τον οποίο μειώνεται η διάσταση της επιθυμητής κατάστασης (στόχου) από την τρέχουσα.

  

Αυτό εξηγεί τη διαφορά μεταξύ μέρους και όλου και περιγράφεται χωρίς αναφορά στην υλική μορφή τους. Η αδιαφορία της Κυβερνητικής για την υλική σημασία τη διαχωρίζει από τις άλλες επιστήμες, που προσδιορίζουν το εμπειρικό τους πεδίο από τα αντικείμενα ενδιαφέροντός τους, όπως η Φυσική, η Βιολογία, η Κοινωνιολογία, η Μηχανική κτλ. Η επιστημολογική εστίαση της Κυβερνητικής στην οργάνωση, στο πρότυπο/ μοντέλο και την επικοινωνία έχει δημιουργήσει μεθοδολογίες, θεωρίες, νόμους, καθώς και λογική και γνώση, που είναι μοναδικές στην Κυβερνητική και έχουν ευρεία εφαρμογή και σε άλλα πεδία του επιστητού. 

 

Στην Κυβερνητική οι θεωρίες τείνουν να στηριχτούν σε τέσσερις πυλώνες: Ποικιλία, κυκλικότητα, εξελικτική διαδικασία και παρατήρηση:

(i) Η ποικιλία είναι θεμελιώδης στις θεωρίες πληροφορίας, επικοινωνίας και ελέγχου και δίνει έμφαση στην πολλαπλότητα, στην εναλλακτικότητα, στις διαφοροποιήσεις, στην επιλεκτικότητα, στα δίκτυα και στη νοημοσύνη, παρά στη δύναμη και στην αναγκαιότητα.

(ii) Η κυκλικότητα εμφανίζεται στις πρόωρες θεωρίες της κυκλικής αιτίας, δηλαδή του feedback (ανάδραση), αργότερα σε θεωρίες αναδρομής και επαναληπτικότητας στον υπολογισμό και πρόσφατα περιλαμβάνεται στην αυτο-αναφορά στους γνωστικούς οργανισμούς και στα αυτόνομα συστήματα παραγωγής, όπως η αυτο-ποίηση. Οι παραδοσιακές επιστήμες έχουν δειλιάσει και έχουν εξορκίσει τη χρήση των κυκλικών ερμηνειών, ενώ είναι ακριβώς αυτή η κυκλική μορφή που δίνει τη δυνατότητα στην Κυβερνητική να εξηγήσει τα συστήματα από μέσα, χωρίς να καταφεύγει σε υψηλότερης τάξης αρχές ή σε a priori σκοπούς και χωρίς να εκφράζει προτιμήσεις για την ιεραρχία.

(iii) Όλες σχεδόν οι κυβερνητικές θεωρίες περιλαμβάνουν τις έννοιες διαδικασίας και αλλαγής, που προέρχονται από την έννοια της πληροφορίας, ως τη διαφορά μεταξύ δυο καταστάσεων αβεβαιότητας, και εμφανίζονται στις θεωρίες για την προσαρμογή, την εξέλιξη και την ανάπτυξη. Ιδιαιτερότητα της Κυβερνητικής είναι ότι αυτή εξηγεί τέτοιες διαδικασίες με όρους της οργάνωσης του συστήματος, για παράδειγμα, η κυκλική αιτιότητα των βρόχων ανάδρασης θεωρείται για να ερμηνεύσει διαδικασίες ρύθμισης και την προσπάθεια ενός συστήματος να διατηρήσει την ισορροπία ή να φτάσει στον στόχο του.

(iv) Τέλος, η παρατήρηση, που περιλαμβάνει λήψη απόφασης εκ μέρους του παρατηρητή, είναι η διαδικασία που υπόκειται των κυβερνητικών θεωριών της πληροφορίας και της υπολογισιμότητας. Επεκτείνοντας τις θεωρίες αυτο-αναφοράς στις διαδικασίες παρατήρησης, που θεωρούν την κατανόηση και άλλες εκδηλώσεις νοημοσύνης, η Κυβερνητική εφαρμόζεται στον εαυτό της και αναπτύσσει μια επιστημολογία των συστημάτων, η οποία περιλαμβάνει τους παρατηρητές τους (Κυβερνητική Δεύτερης Τάξης), δηλαδή παρατηρούμενο σύστημα και παρατηρητής συναποτελούν ένα όλο και ο παρατηρητής είναι συμμέτοχος/ εσωτερικός στο σύστημα. Η επιστημολογία αυτή είναι ποιοτικά διαφορετική από την προηγούμενη, η οποία ενδιαφέρονταν για την οντολογία των συστημάτων που παρατηρούνται από έξω (Κυβερνητική Πρώτης Τάξης).

 

Η αρχική συνεισφορά της Κυβερνητικής είναι κυρίως τεχνολογική και δημιουργεί τις συσκευές ελέγχου ανάδρασης, την τεχνολογία επικοινωνίας, την αυτοματοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας και τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Το ενδιαφέρον κινείται γρήγορα σε πολυάριθμες επιστήμες που περιλαμβάνουν τον άνθρωπο, εφαρμόζοντας την Κυβερνητική στις διαδικασίες νόησης, σε πρακτικούς κλάδους, όπως η ψυχιατρική, η οικογενειακή θεραπεία, η ανάπτυξη της πληροφορίας και τα συστήματα αποφάσεων, η διοίκηση, η διακυβέρνηση και οι προσπάθειες να κατανοήσουμε σύνθετες μορφές κοινωνικής οργάνωσης συμπεριλαμβανομένης της επικοινωνίας και των υπολογιστικών δικτύων. Το πλήρες δυναμικό της Κυβερνητικής δεν έχει πραγματωθεί ακόμα σε αυτές τις εφαρμογές. Τελικά, η Κυβερνητική υπεισέρχεται και στη φιλοσοφία, παρέχοντας μια μη-μεταφυσική τελεολογία, και η επίδρασή της συνεχίζεται προκαλώντας την επιστημολογία και την ηθική με νέες ιδέες σχετικά με τον περιορισμό των διαδικασιών του νου, την ευθύνη και την αισθητική. 

 

  • Διαχρονική Εξέλιξη της Κυβερνητικής

 

Τα επιτεύγματα της τεχνολογικής εξέλιξης, που οδηγούν στην Πληροφορική και την Τεχνητή Νοημοσύνη, στο Internet, την virtual πραγματικότητα, και γενικά στα σύγχρονα βιώματα της ‘Εποχής της Πληροφορίας’ και του κυβερνοχώρου, έχουν τις ρίζες τους στην Κυβερνητική. Η ιστορία της τελευταίας σκιαγραφεί με ενδιαφέροντα τρόπο το παρελθόν της ‘Εποχής της Πληροφορίας’ και του κυβερνοχώρου και ίσως αποκαλύπτει τάσεις που πρόκειται να εκδηλωθούν στο μέλλον. Να σημειώσουμε ότι, στο φως των επιστημονικών-τεχνολογικών εξελίξεων της Κυβερνητικής, η σημερινή έννοια του κυβερνοχώρου μπορεί να γίνει κατανοητή ως μετατόπιση/ αλλαγή παραδείγματος κατά Kuhn. Με τη διαφορά ότι το νέο παράδειγμα δεν φαίνεται να προκύπτει από κάποια απότομη επαναστατική επιστημολογική τομή. Αντίθετα, η έννοια του κυβερνοχώρου φαίνεται να αναδύεται από αλληλο-επικαλυπτόμενες διαστρωματώσεις ιδεών που αναπτύσσονται στο εσωτερικό της Κυβερνητικής.

 

Η δεκαετία του ’40, κατά τη διάρκεια και ακριβώς μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, σημαδεύει την εξέλιξη των επιστημών με την παραγωγή νέων θεωριών και τεχνολογιών, που στοχεύουν στη λύση των μεγάλων προβλημάτων της εποχής εκείνης. Μέσα στην πολεμική ατμόσφαιρα της εποχής, σχεδόν όλες οι επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις σχετίζονται, κατά κάποιο τρόπο, με στρατιωτικές έρευνες, που γίνονται στις ΗΠΑ από κοινού μεταξύ στρατού και πανεπιστημιακών κέντρων. Αυτός ίσως είναι ένας παράγοντας, που ευνόησε την εντατικοποιημένη παραγωγή νέας γνώσης, παρότι, όπως υποστηρίζουν πολλοί μελετητές, δημιούργησε μια πολιτικά βεβαρημένη υποθήκη για τις επερχόμενες δεκαετίες. Έτσι, στην πολεμική τεχνογνωσία της περιόδου αυτής μπορούν να αναζητηθούν οι γνωσιολογικές ρίζες της επικράτησης του κοινωνικοπολιτικού μοντέλου του ‘κλειστού κόσμου’ της ψυχροπολεμικής εποχής.

 

Από άλλη όμως πλευρά, η στρατιωτική επιστημονική διαμεσολάβηση της δεκαετίας του ’40, με την αναγκαστική υιοθέτηση μιας μεγαλόπνοης προοπτικής, φαίνεται να προσανατολίζει την οργάνωση του επιστημονικού έργου προς κάποιες πρακτικά γόνιμες κατευθύνσεις. Αυτές είναι κυρίως οι μεγάλες διακλαδικές, διεπιστημονικές συζεύξεις για πληρέστερη αντιμετώπιση των μεγάλων προβλημάτων της πολύπλοκης πραγματικότητας. Ένας από τους πρωταγωνιστές της περιόδου αυτής, ο Weaver, γράφει για την αντιμετώπιση της ‘οργανωμένης πολυπλοκότητας’: «Αυτά τα νέα προβλήματα -και το μέλλον του κόσμου εξαρτάται από πολλά από αυτά- απαιτούν να κάνει η επιστήμη μια τρίτη μεγάλη πρόοδο, μια πρόοδο που πρέπει να είναι ακόμη πιο μεγάλη από του δεκάτου ενάτου αιώνα και την επίλυση των προβλημάτων της απλότητας ή του εικοστού αιώνα της ανοργάνωτης πολυπλοκότητας. Η επιστήμη πρέπει, για τα επόμενα 50 χρόνια, να μάθει να ασχολείται με τα προβλήματα της οργανωμένης πολυπλοκότητας. Από τις αμαρτίες του πολέμου προβάλλουν δυο νέες εξελίξεις που μπορούν κάλλιστα να έχουν μείζονα σημασία βοηθώντας την επιστήμη να λύσει αυτά τα πολύπλοκα προβλήματα του εικοστού αιώνα. Η πρώτη ένδειξη αφορά στην ανάπτυξη, τον καιρό του πολέμου, νέων τύπων ηλεκτρονικών υπολογιστικών μηχανημάτων. Η δεύτερη από τις προόδους, που επιτελέσθηκαν τον καιρό του πολέμου, είναι η ‘μικτή-ομαδική’ προσέγγιση της επιχειρησιακής ανάλυσης. Και οι δυο είναι γνωστές σε όσους ασχολούνταν με την εφαρμογή μαθηματικών μεθόδων σε στρατιωτικά θέματα».

 

Ο Wiener, μαθηματικός και φιλόσοφος, από τους πλέον επιδραστικούς ανθρώπους της σύγχρονης εποχής, είναι από αυτούς που ασχολούνταν με τέτοια θέματα, αφού δίδασκε μαθηματικά στο MIT. Μετά την άφιξή του στη Βοστόνη συνεργάζεται με τον νευροφυσιολόγο Rosenblueth της Ιατρικής Σχολής του Harvard σε μια ερευνητική προσπάθεια, που με την βοήθεια του μηχανικού Bigelow, οδηγεί στην ανάπτυξη αυτοματισμών για αντιαεροπορικά οπλικά συστήματα. Οι καρποί της συνεργασίας τους θεωρείται ότι ανοίγουν πρώτη φορά τον δρόμο για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της ‘οργανωμένης πολυπλοκότητας’. Με τη δουλειά τους αρχίζει να αναπτύσσεται μια νέα επιστημονική περιοχή, στην οποία τίθεται ένα κοινό μεθοδολογικό πλαίσιο ανάλυσης διαφορετικών συστημάτων συμπεριφοράς: Ανθρώπων, ζώων και μηχανών.

 

Δυο είναι οι πρώτες δημοσιεύσεις που εγκαινιάζουν τη νέα επιστημονική περιοχή και εμφανίζονται το 1943. Η μια είναι η εργασία των Rosenblueth, Wiener και Bigelow με τίτλο “Συμπεριφορά, Σκοπός και Τελεολογία”, στην οποία παρουσιάζεται η ιδέα ότι κάποιες, κατάλληλα σχεδιασμένες, μηχανές μπορούν να εκδηλώσουν δραστηριότητες επιδίωξης στόχου και σκοπιμότητας. Την ίδια χρονιά, ο νευροφυσιολόγος McCulloch και ο μαθηματικός της θεωρίας της λογικής Pitts δημοσιεύουν μια περισσότερο ρηξικέλευθη εργασία με τίτλο “Ένας Λογικός Λογισμός των Ιδεών που Ενυπάρχουν στη Νευρική Δραστηριότητα”, στην οποία αναπτύσσουν τη θεωρία τους για τη δημιουργία της νόησης στον εγκέφαλο ως αποτέλεσμα της δραστηριότητας ενός δικτύου νευρώνων. Με τις δύο αυτές δημοσιεύσεις αρχίζει ένα ερευνητικό πρόγραμμα, του οποίου σκοπός είναι η ανάπτυξη μηχανών, που μπορούν να μιμηθούν τουλάχιστον κάποια από τα στοιχεία της ανθρώπινης νοημοσύνης. Στρατηγική του ερευνητικού προγράμματος είναι η μελέτη του νευρικού συστήματος, η δημιουργία μιας τυπικής θεωρίας της ανθρώπινης νόησης και η εφαρμογή της στον σχεδιασμό νοημόνων μηχανών/ αυτομάτων.

 

Η περιοχή που ανοίγει με αυτό το ερευνητικό πρόγραμμα ονομάζεται από τον Wiener Κυβερνητική στο διάσημο βιβλίο του, του οποίου ο τίτλος προδιαγράφει τα όρια ισχύος του νέου όρου: Κυβερνητική ή Έλεγχος και Επικοινωνία στο Ζώο και στη Μηχανή. Ο όρος αυτός είναι νεολογισμός, τον οποίο ο Wiener κατασκευάζει από την ελληνική λέξη ‘κυβερνήτης’ για να δώσει έμφαση στο γεγονός ότι η νέα επιστήμη αφορά στην (δια)κυβέρνηση, με την έννοια της διεύθυνσης ή της ρύθμισης, δηλαδή, του ελέγχου και της επικοινωνίας/ ροής πληροφορίας -όπως λέει ο τίτλος του βιβλίου του- συστημάτων ζώντων οργανισμών και μηχανών κατασκευασμένων από τον άνθρωπο. Αν περιοριστούμε στα πολιτικά συστήματα διοίκησης μιας κοινωνίας, τότε οι απαρχές της ελληνικής αυτής λέξης φθάνουν στην Πλατωνική σύγκριση της ‘τέχνης του κυβερνάν’ την πόλη σε αναλογία με ένα σκάφος. «Τί δ’ εν νηί, εί τω εξουσία είη ποιείν ό δοκεί, νού τε καί αρετής κυβερνητικής εστερημένω, καθοράς ά άν συμβαίη αυτώ τε καί τοίς συνναύταις;» (Πλάτων, Αλκιβιάδης, 135A). Τον 19ο αιώνα, στα γαλλικά, ο όρος ‘cybernétique’ έχει ήδη χρησιμοποιηθεί από τον Γάλλο φυσικό Ampère, στο έργο του Philosophy of the Science, για να ταξινομηθεί η πολιτική ‘επιστήμη της διακυβέρνησης’ μεταξύ των λοιπών επιστημών. Στα αγγλικά, ο όρος ‘governor’, που αποτελεί παραφθορά της ελληνικής λέξης ‘κυβερνήτης’, έχει και αυτός χρησιμοποιηθεί από τον Maxwell το 1868 για τον ‘ρυθμιστή’ της ταχύτητας των ατμομηχανών.

 

Οι Rosenblueth, Wiener, Bigelow, McCulloch και Pitts αποτελούν τον αρχικό πυρήνα, γύρω από τον οποίο σχηματίζεται στη δεκαετία του ’40 μια πολύ ισχυρή ομάδα, που εργάζεται στις κατευθύνσεις του νέου ερευνητικού προγράμματος. Επιπλέον, ο Wiener πείθει τον φίλο του, μεγάλο μαθηματικό, von Neumann να ενδιαφερθεί για τα προβλήματα της Κυβερνητικής, που την εποχή εκείνη προσέφερε σημαντική συμβολή στην κατασκευή του ENIAC, του πρώτου υπολογιστικού συστήματος. Η ομάδα της Κυβερνητικής είχε καθιερώσει σειρά από επιστημονικές συναντήσεις με ανάδοχο το Ίδρυμα Josiah Macy από το 1946 έως το 1953. Για πέντε από τις συνεδριάσεις Macy εκδίδονται τα πρακτικά υπό την επιμέλεια του von Foerster. Τα συνέδρια αυτά ελκύουν επιστήμονες και από άλλες περιοχές πέρα από τις Φυσικές Επιστήμες, όπως, μεταξύ πολλών άλλων, την ανθρωπολόγο Mead, τον κοινωνιολόγο Bateson και τον οικονομολόγο Morgenstern.

 

Την περίοδο, λοιπόν, 1945-1960, που είναι η περίοδος της κλασικής Κυβερνητικής ή, όπως αργότερα ονομάζεται από τον von Foerster, ‘Κυβερνητική Πρώτης Τάξης’, τίθενται τα θεμέλια της νέας αυτής επιστήμης. Τότε, σχηματίζεται το διεπιστημονικό σώμα ενός νέου τρόπου αντιμετώπισης ορισμένων πολύπλοκων προβλημάτων. Το γενικό χαρακτηριστικό της κυβερνητικής προσέγγισης είναι ότι από κοινού άνθρωποι, ζώα και μηχανές θεωρούνται πως αποτελούν τους κοινούς παρανομαστές, δηλαδή, τους δράστες ή πρωταγωνιστές, οι οποίοι συγκροτούν βρόχους ανατροφοδότησης, επικοινωνούν μεταξύ τους με διαρκή ροή μεταβιβαζόμενων μηνυμάτων και αναπτύσσουν συμπεριφορές επιδίωξης σκοπών.

 

Στο πρακτικό επίπεδο, η Κυβερνητική Πρώτης Τάξης δίνει έμφαση και προτεραιότητα στην επιστήμη και την τεχνολογία των συστημάτων ελέγχου, τα οποία στηρίζονται στην έννοια της ανατροφοδότησης. Γενικά, με την έννοια αυτή περιγράφεται η ροή της πληροφορίας, που επανέρχεται στην πηγή της σε κυκλική αιτιώδη διεργασία, στην οποία η έξοδος του συστήματος επιστρέφει στην είσοδό του σχηματίζοντας έναν βρόχο, όπου ενδεχομένως να ενέχονται και άλλα συστήματα. Ειδικότερα, στην περίοδο αυτή της Κυβερνητικής Πρώτης Τάξης, το ενδιαφέρον στρέφεται σε βρόχους αρνητικής ανατροφοδότησης, δηλαδή, ανατροφοδότησης διόρθωσης και μείωσης της απόκλισης ή του λάθους, στους οποίους η απόδοση ή η έξοδος του συστήματος συγκρίνεται πρώτα με κάποια προκαθορισμένη επιθυμητή τιμή αναφοράς και στη συνέχεια ενεργοποιείται κάποια διόρθωση για την ελάττωση της απόκλισης από τον προδιαγεγραμμένο στόχο.

 

Η ανατροφοδότηση στα κυβερνητικά συστήματα μπορεί να εμφανισθεί και ως διεργασία αυτοπάθειας ή αυτο-ελέγχου. Τέτοια είναι η περίπτωση της ομοιόστασης, μιας δυναμικής διεργασίας εσωτερικής αυτορρύθμισης, η οποία επιτρέπει στο σύστημα να διατηρεί τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά του εντός ορίων αποδεκτών από τη δομή του, όταν το σύστημα αντιμετωπίζει απροσδόκητες διαταραχές. Με τον τρόπο αυτό, οι ομοιοστατικοί μηχανισμοί εξισορροπούν διάφορες επιδράσεις και επενέργειες έτσι, ώστε να διαμορφώνεται μια ευσταθής κατάσταση συμπεριφοράς.

 

Φαίνεται αμέσως από τον μηχανισμό ανατροφοδότησης ότι η Κυβερνητική, για να είναι επιστήμη του ελέγχου και των ρυθμίσεων, πρέπει να μελετά την ανταλλαγή πληροφορίας και την επικοινωνία μεταξύ των συστημάτων, ζωικών ή ανθρώπινων ή μηχανικών. Μπορεί, λοιπόν, να θεωρηθεί η Κυβερνητική ως επιστήμη της επικοινωνίας, που πρωτοεμφανίζεται στη δεκαετία του ’40, ιδίως τα χρόνια μετά το τέλος του πολέμου. Η θεμελίωση της ‘Μαθηματικής Θεωρίας της Επικοινωνίας’ γίνεται στο ομώνυμο βιβλίο του Shannon, ηλεκτρολόγου μηχανικού των εργαστηρίων Bell, και του Weaver, ερευνητή στο Ίδρυμα Rockefeller της Νέας Υόρκης. Δυο είναι οι θεμελιώδεις συμβολές της θεωρίας αυτής της επικοινωνίας:

(i) αφενός ο ορισμός της πληροφορίας ενός μηνύματος, και

(ii) αφετέρου η βελτιστοποίηση της μεταβίβασης του μηνύματος διαμέσου καναλιών επικοινωνίας.

 

Η έννοια της πληροφορίας αποτελεί ανέκαθεν ακανθώδες πρόβλημα. Το θέμα είναι αν πρέπει να ορισθεί μόνο ως μαθηματική έννοια, χωρίς καμιά αναφορά στο νόημα που δημιουργεί στον άνθρωπο, ή αν πρέπει να συνδεθεί με το νόημα, με το οποίο την καταλαβαίνει κάποιος. Ο Shannon υποστήριζε το πρώτο και διαμόρφωσε έναν αυστηρό μαθηματικό ορισμό της πληροφορίας ως συνάρτησης της κατανομής πιθανοτήτων των στοιχείων ενός μηνύματος. Για αυτό, η θεωρία της πληροφορίας του Shannon αναπτύσσεται μόνο σε σχέση με την αποτελεσματική μεταβίβαση των μηνυμάτων και ανεξάρτητα από το αν είναι αληθή, λογικά, σωστά ή ρεαλιστικά τα νοήματα, που φέρουν τα μηνύματα. Η μεταβίβαση αυτή σε γενικές γραμμές πραγματοποιείτο στο μοντέλο των Shannon και Weaver ακολουθώντας τις εξής φάσεις:

(i) αρχικά, αφού επιλεγεί ένα μήνυμα στην πηγή της πληροφορίας, το μήνυμα κωδικοποιείται σε σήμα στον πομπό˙

(ii) στέλνεται το σήμα στο κανάλι επικοινωνίας, και

(iii) τελικά λαμβάνεται από τον δέκτη, όπου αποκωδικοποιείται από σήμα σε μήνυμα.

Μολονότι πολλοί επικοινωνιολόγοι έσπευσαν να εξαγάγουν σημαντικές γλωσσολογικές και κοινωνικο-ψυχολογικές συνέπειες από αυτή τη θεωρία της επικοινωνίας, ο ίδιος ο Shannon ήταν ιδιαίτερα απρόθυμος να γενικεύσει πέρα από την εξειδικευμένη ονοματολογία και τη συγκεκριμένη έννοια, που έπαιρνε η πληροφορία στην θεματολογία του ηλεκτρολόγου μηχανικού.

 

Έτσι, οι βασικές αρχές της Κυβερνητικής διαμορφώνονται μέσα από τη διεπιστημονική έρευνα, με σημαντική συνεισφορά των Μαθηματικών, της Νευροφυσιολογίας, της Ιατρικής, της Βιολογίας και της Μηχανικής.

 

  • Κυβερνητική Δεύτερης Τάξης

 

Στις δεκαετίες του ’50 και  του ’60, σχεδόν στο σύνολό της, η Κυβερνητική είναι εστιασμένη αφενός στην ανάπτυξη των Συστημάτων Αυτομάτου Ελέγχου για τεχνολογικές χρήσεις και αφετέρου στη μελέτη των εφαρμογών της ανατροφοδότησης σε διάφορες επιστημονικές περιοχές -από τα Μαθηματικά έως την Κοινωνιολογία. Το 1970 ο von Foerster επιχειρεί να ξαναστρέψει την προσοχή στα αρχικά ενδιαφέροντα, που είχαν οδηγήσει στη θεμελίωση της Κυβερνητικής. Στην εργασία του, με τίτλο “Η Κυβερνητική της Κυβερνητικής”, κάνει διάκριση μεταξύ της κλασικής Κυβερνητικής, που την ονομάζει ‘Κυβερνητική Πρώτης Τάξης’ και την περιγράφει ως ‘Κυβερνητική των παρατηρούμενων συστημάτων’, από αυτήν που ονομάζει ‘Κυβερνητική Δεύτερης Τάξης’ και την περιγράφει ως ‘Κυβερνητική των συστημάτων που παρατηρούν’. Μερικές φορές, με την ίδια έκφραση, ‘observing systems’, ο von Foerster εννοεί και το ‘παρατηρώντας τα συστήματα’, δηλαδή, την πράξη της παρατήρησης των συστημάτων.

Παρόμοιες διακρίσεις των φάσεων της Κυβερνητικής με αυτές του von Foerster έχουν γίνει και από άλλους μελετητές. Έτσι, ο Pask ορίζει την Κυβερνητική Πρώτης Τάξης ως την Κυβερνητική που ασχολείται με τον σκοπό του μοντέλου, ενώ την Κυβερνητική Δεύτερης Τάξης την ορίζει σε σχέση με τον σκοπό του μελετητή του μοντέλου. Για τον Varela, η Κυβερνητική Πρώτης Τάξης ασχολείται με ελεγχόμενα συστήματα, ενώ η Κυβερνητική Δεύτερης Τάξης με αυτόνομα συστήματα. Επίσης, ο Umpleby προτείνει ακόμη τους παρακάτω δυο τύπους διακρίσεων. Σύμφωνα με την πρώτη διάκριση, η Κυβερνητική Πρώτης Τάξης αφορά στις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των μεταβλητών ενός συστήματος, ενώ η Κυβερνητική Δεύτερης Τάξης αφορά στην αλληλεπίδραση μεταξύ του παρατηρητή και του παρατηρούμενου συστήματος. Κατά τη δεύτερη διάκριση, η Κυβερνητική Πρώτης Τάξης αντιστοιχεί σε θεωρίες κοινωνικών συστημάτων, ενώ η Κυβερνητική Δεύτερης Τάξης αντιστοιχεί στην αλληλεπίδραση μεταξύ ιδεών και κοινωνίας.

 

Ενώ, λοιπόν, η Κυβερνητική Πρώτης Τάξης δίνει έμφαση σε μηχανισμούς αρνητικής ανατροφοδότησης, δηλαδή ανατροφοδότησης για μείωση της απόκλισης, η Κυβερνητική Δεύτερης Τάξης στρέφεται προς τους μηχανισμούς της θετικής ανατροφοδότησης ή ανατροφοδότησης για αύξηση της απόκλισης. Στην περίπτωση θετικής ανατροφοδότησης, καθώς η έξοδος του συστήματος επιστρέφει στην είσοδο, αυξάνεται η απόκλιση από μια τιμή αναφοράς/ σύγκρισης με αποτέλεσμα να αποσταθεροποιείται συνεχώς η κατάσταση του συστήματος έτσι, ώστε αυτό είτε να αποδομείται και να διαλύεται πλήρως ή να αναδομείται και να αναδιαμορφώνεται σε νέα κατάσταση, όπως γίνεται στην περίπτωση της μορφογένεσης.

 

Μολονότι και η Κυβερνητική Πρώτης Τάξης περιλαμβάνει σημαντικούς βιολόγους, όπως, για παράδειγμα, τον von Bertalanffy, έναν από τους θεμελιωτές της Γενικής Θεωρίας Συστημάτων, η μεγάλη ώθηση για την Κυβερνητική Δεύτερης Τάξης προέρχεται κυρίως από τη Βιολογία και τη Νευροφυσιολογία. Βεβαίως αυτό δεν σημαίνει ότι η Βιολογία δεν χρησιμοποιεί καθόλου έννοιες της Κυβερνητικής Πρώτης Τάξης: Η ομοιόσταση, για παράδειγμα, είναι πολύ σημαντική έννοια της Βιολογίας, η οποία χρησιμοποιείται για να εξηγηθούν διάφορες διεργασίες, όπως το ορμονικό ισοζύγιο, η διατήρηση της θερμοκρασίας κλπ. Όμως πολλά βιολογικά φαινόμενα, όπως η μορφογένεση, που σχετίζονται με ανάπτυξη, μεταβολή και ανάδυση, ερμηνεύονται μέσω της Κυβερνητικής Δεύτερης Τάξης.

 

Έτσι, το Εργαστήριο Βιολογικής Πληροφορικής στο Πανεπιστήμιο του Illinois, στεγάζει τις πιο προχωρημένες και επαναστατικές ιδέες για την αυτο-οργάνωση και την αυτονομία των έμβιων συστημάτων. Σύμφωνα με τις ιδέες αυτές, η οργανωτική αυτονομία των ζωικών συστημάτων επιτυγχάνεται μέσω του υπολογισμού, και μάλιστα του αυτο-υπολογισμού. Πρόκειται για μια τεράστια διαδικασία, κατά την οποία αναπτύσσεται μια βιολογική υπολογιστική δραστηριότητα, η οποία αφενός παράγει τη δομή του έμβιου οργανισμού και αφετέρου συμβάλλει στη διατήρηση της ύπαρξής της και της οργανωτικής της ταυτότητας μέσα στις δύσκολες συνθήκες του περιβάλλοντος.

 

Οι προηγούμενες αλλαγές προδίνουν τις διαφοροποιήσεις στην οργάνωση των δομικών χαρακτηριστικών στα δυο είδη Κυβερνητικής. Στην Κυβερνητική Πρώτης Τάξης, τα συστήματα συμπεριφέρονται ως ετερόνομες μονάδες, που αλληλεπιδρούν με μια αναπαραστασιακή λογική αντιστοιχήσεων. Αντίθετα, τα συστήματα της Κυβερνητικής Δεύτερης Τάξης συγκροτούν αυτόνομες μονάδες και καθορίζονται από μια εσωτερική σε αυτά δυναμική, σύμφωνα με μια λογική όχι αναπαράστασης αλλά συνοχής. Επομένως, τα συστήματα αυτά έχουν δική τους κλειστή οργάνωση και συγκρότηση συνοχής, είναι, δηλαδή, αυτο-οργανωμένα και, στον βαθμό που ενσωματώνεται και η ίδια η πράξη της παρατήρησης μέσα στην περιγραφή τους, γίνονται αυτο-ποιητικά και αυτο-αναφερόμενα. Η διαμόρφωση της θεωρίας της αυτοποίησης για βιολογικά και γνωσιακά συστήματα έχει συντελεσθεί με το έργο των Maturana και Varela στη δεκαετία του 1980, οι οποίοι προχωρούν την αυτοστοχαστική ή αυτοπαθητική (reflexive) λογική της Κυβερνητικής Δεύτερης Τάξης προς την κατεύθυνση της ανάπτυξης μιας ριζοσπαστικής επιστημολογίας, που απορρίπτει την παραδοσιακή αιτιότητα. Σύμφωνα με τη λογική αυτή, ένα γεγονός δεν προκαλεί απλώς κάποιο άλλο, αλλά μάλλον αποτελεί την αιτία για να ενεργοποιηθούν κάποια αποτελέσματα μέσα στην αυτο-οργανωτική λειτουργία του συστήματος.

 

Οι Maturana και Varela ορίζουν ένα αυτο-οργανωμένο σύστημα ως μια σύνθετη ενότητα: H οργανωτική συνοχή της δομής εξασφαλίζει την ενότητα, που είναι σύνθετη, γιατί το σύστημα αποτελείται από συστατικά στοιχεία, των οποίων οι μεταξύ τους σχέσεις, αλλά και με άλλα συστήματα, συγκροτούν την οργανωτική ταυτότητα, που ορίζει το σύστημα. Έτσι, τα έμβια συστήματα διακρίνονται από τη δική τους οργάνωση, που είναι μια αυτο-αναφορική οργάνωση, αφού το βασικό χαρακτηριστικό της είναι το ότι τα συστήματα αυτά αποτελούν τα προϊόντα της ίδιας τους της οργάνωσης. Πρόκειται, δηλαδή, για κλειστή οργάνωση, που παράγει και τα συστατικά της στοιχεία και τις αλληλεπιδράσεις τους, που χαρακτηρίζουν την αυτονομία της. Γι’ αυτό τον λόγο, τα έμβια συστήματα αποτελούν, κατά τους Maturana και Varela, ‘αυτοποιητικές μηχανές’, ενώ τα υπόλοιπα οργανωμένα συστήματα δεν είναι παρά ‘αλλοποιητικές μηχανές’, όταν τα προϊόντα της λειτουργίας τους είναι διαφορετικά και εντελώς ανεξάρτητα από τις ίδιες.

 

Στην εξέλιξη της Κυβερνητικής, λοιπόν, σημαντικό ρόλο έχουν οι βιολογικές επιστήμες, οι οποίες μελετούν τις διαδικασίες ελέγχου στον έμβιο κόσμο. Ήδη στον 17ο αιώνα ο Descartes σκέφτεται τις αυτόματες δραστηριότητες των έμβιων και τις συγκρίνει με αυτές της μηχανής, ενώ κατά τον 20ο αιώνα ο Pavlov προσπαθεί να προσομοιώσει την ιδέα της αυτόματης σωματικής δραστηριότητας, γνωστής ως αντανακλαστικής δραστηριότητας, ή αυτοματισμού που υπακούει σε συγκεκριμένους κανόνες και λειτουργίες. 

 

Τέλος, πέρα από τη Βιολογία, η αυτοποιητική θεωρία διαχέεται και στις κοινωνικές επιστήμες με το έργο του γερμανού κοινωνιολόγου Luhmann στη δεκαετία του 1990, στον οποίον οφείλεται η ιδέα ότι τα αυτο-οργανωμένα κοινωνικά συστήματα δεν αποτελούνται από άτομα ή ρόλους ή διαδικασίες, όπως συνήθως θεωρείται, αλλά τα συστατικά τους στοιχεία συγκροτούνται από νοηματικές επικοινωνιακές σχέσεις.

 

Ευτυχώς ή δυστυχώς –το μέλλον θα δείξει, αν δεν έχει δείξει ήδη- αυτοί οι άνθρωποι κατέθεσαν ιδέες που έγιναν Μαθηματικά και Τεχνολογία, έφτιαξαν μηχανές και βρήκαν εφαρμογές για τον σύγχρονο κόσμο. Η αποτελεσματικότητα της δράσης τους –ζητούμενο για την Κυβερνητική- είναι προφανής. Έτσι ανέτρεψαν μια τάξη που ίσχυε αιώνες και κατόρθωσαν να αντιστρέψουν τα κρατούντα αναδεικνύοντας τα λεγόμενα STEM  (Science – Technology – Engineering – Mathematics) πάνω από τα HUMANITIES (Ανθρωπιστικές επιστήμες). Τώρα πρέπει να προχωρήσουμε στον δρόμο της σύνθεσης αυτών των δυο: όχι είτε το ένα είτε το άλλο, αλλά και το ένα και το άλλο. Επιτέλους, μπορούμε να απαντήσουμε σοβαρά και στο βασανιστικό ερώτημα που πλανιέται εδώ και πολλά χρόνια “Ποιος σκότωσε τον Όμηρο;”.

*

* *

Στα ελληνικά υπάρχουν τα βιβλία του Norbert Wiener:
Κυβερνητική ή έλεγχος και επικοινωνία στα ζώα και στις μηχανές
Κυβερνητική και κοινωνία
Θεός και μηχανή,
καθώς και το:
Δημήτρης Γαβαλάς, Κυβερνητική: Αναζητώντας την ολότητα.
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.