Loading...
ΔοκιμέςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

Δημήτρης Γαβαλάς: Στον Απόηχο των 200 Χρόνων

Με την ευκαιρία αυτής της επετείου πολλά λέγονται, θετικά ή αρνητικά, γεγονότα ή μύθοι, κοινοτοπίες ή νηφάλιες διαπιστώσεις. Οφείλουμε όμως να σκεφτούμε τον Άνθρωπο πίσω από όλα αυτά, δηλαδή τα χιλιάδες ατομικά πρόσωπα και ονόματα που υποστασιοποιούν το γενικευμένο και αφηρημένο ον της Επανάστασης. Ποιοι ήτανε οντολογικά, ιδιοσυγκρασιακά, ψυχολογικά οι άνθρωποι αυτοί; Ιδού μια άποψη που έχει το ενδιαφέρον της, γενικότερο, αλλά και ειδικότερο για την περίπτωση που συζητάμε, μια και φαίνεται ότι δεν αλλάζει τίποτε στις διαπιστώσεις διαχρονικά.     

 

Το 1954 στο περιοδικό ‘Νέα Εστία’ ο Κ. Τσάτσος, πολιτικός και φιλόσοφος, μετέπειτα πρόεδρος Δημοκρατίας, δημοσιεύει ένα ενδιαφέρον κείμενο. Χρησιμοποιώντας ως persona τον ρωμαίο συγκλητικό Μενένιο Άπιο γράφει τις απόψεις του για τους Έλληνες της εποχής του, δηλαδή τους πριν 2300 χρόνια, υπό μορφή επιστολών προς φίλο του. Το τέχνασμα με την persona είναι γνωστό και διαδεδομένο στη λογοτεχνία και δίνει τη δυνατότητα να εκφραστούν απόψεις που δύσκολα θα εκφράζονταν αν ο συγγραφέας τις εμφάνιζε ως δικές του. Έτσι, με την κάλυψη της persona του Μενένιου Άπιου, ο Τσάτσος άφοβα λέει την άποψή του για τους Έλληνες, υποτίθεται τους πριν 2300 χρόνια, αλλά ουσιαστικά τους συγχρόνους του της δεκαετίας του ’50. Λέει λοιπόν:

 Ο Έλληνας είναι πιο εγωιστής από εμάς (δηλαδή τους Ρωμαίους) και συνεπώς από όλα τα έθνη του κόσμου. Το άτομό του είναι ‘πάντων χρημάτων μέτρον’ κατά το ρητό του Πρωταγόρα. Αδέσμευτο, αυθαίρετο και ατίθασο, αλλά και αληθινά ελεύθερο, ορθώνεται το ‘εγώ’ των Ελλήνων. Χάρις σε αυτό σκεφτήκανε πηγαία, πρώτοι αυτοί, όσα εμείς αναγκαζόμαστε σήμερα να σκεφτούμε σύμφωνα με τη σκέψη τους. Χάρις σε αυτό βλέπουν με τα μάτια τους και όχι με τα μάτια εκείνων που είδαν πριν από αυτούς. Όμως ήρθανε καιροί όπου ο ελληνικός εγωισμός ξέχασε την τέχνη που οικοδομεί τους ιδανικούς κόσμους, αλλά δεν ξέχασε την τέχνη που γκρεμίζει τις πραγματικές πολιτείες. Και εμείς τους συναντήσαμε σε τέτοιους καιρούς και για αυτό η κρίση μας για αυτούς συμβαίνει να είναι τόσο αυστηρή που κάποτε καταντά άδικη. Η μοίρα μας έταξε νομοθέτες του κόσμου και το ελληνικό άτομο περιφρονεί τον νόμο. Δεν παραδέχεται άλλη κρίση δικαίου παρά την ατομική του, που δυστυχώς στηρίζεται σε ατομικά κριτήρια. Απορείς πώς η πατρίδα των πιο μεγάλων νομοθετών έχει τόση λίγη πίστη στον νόμο. Πείθονται μόνο στα ρήματα τα δικά τους και ή αλλάζουν τους νόμους κάθε λίγο ανάλογα με τα κέφια της στιγμής ή, όταν δεν μπορούν να τους αλλάξουν, τους αντιμετωπίζουν σαν εχθρικές δυνάμεις και τότε μεταχειρίζονται εναντίον τους ή τη βία ή τον δόλο. Α! πόσο την χαίρεται ο Έλληνας την εύστροφη καταδολίευσή τους, τους σοφιστικούς διαλογισμούς που μεταβάλλουν τους νόμους σε ράκη! Ο Έλληνας έχει πιο αδύναμη μνήμη από μας, έχει λιγότερη συνέχεια. Θες να σαγηνεύσεις την εκκλησία του δήμου σε μια πόλη ελληνική; Πες τους: ‘Σας υπόσχομαι αλλαγή’, πες τους ‘Θα θεσπίσω νέους νόμους’.

 Οι Έλληνες λίγα πράγματα σέβονται και σπάνια όλοι τους τα ίδια. Και προς καλού και προς κακού στέκουν επάνω από τα πράγματα. Για να κρίνουν αν ένας νόμος είναι δίκαιος θα τον μετρήσουν με το μέτρο της προσωπικής τους περίπτωσης, ακόμα και όταν υπεύθυνα τον κρίνουν στην εκκλησία ή στο δικαστήριο. Ο Έλληνας ζητεί από τον νόμο δικαιοσύνη για τη δική του προσωπική περίπτωση. Αν τύχει και ο νόμος, δίκαιος στην ολότητά του, δεν ταιριάζει σε λίγες περιπτώσεις όπως η δική του, δεν μπορεί να τον παραδεχτεί. Δεν δέχεται να θυσιάσει τη δική του περίπτωση, το δικό του εγώ σε ένα νόμο σκόπιμο και δίκαιο στη γενικότητά του. Αρέσει στον Έλληνα να δίνει στον ασθενέστερο, στον αβοήθητο. Είναι και αυτός ένας τρόπος υπεροχής. Λέγοντας πως ο Έλληνας αδιαφορεί για τον πλησίον του, κάτι άλλο θέλω να πω, αλλά μου πέφτει δύσκολο να σου το εξηγήσω. Ακόμη υπάρχουν ποιητές πολλοί και τεχνίτες στις μεγάλες πόλεις της Ελλάδας. Πλησίασέ τους καθώς είναι χρέος σου και πες μου αν άκουσες κανέναν από αυτούς ποτέ να επαινεί τον ομότεχνό του. Δεν χάνει τον καιρό του σε επαίνους ο Έλληνας. Δεν χαίρεται τον έπαινο. Χαίρεται όμως τον ψόγο και γι’ αυτόν πάντα βρίσκει καιρό. Για την κατανόηση την αληθινή, αυτήν που βγαίνει από τη συμπάθεια γι’ αυτό που κατανοείς, δεν θέλει τίποτα να θυσιάσει. Το κίνητρο της δικαιοσύνης δεν τον κινεί για να επαινέσει ό,τι αξίζει τον έπαινο. Θαυμάζει ό,τι είναι ο δικός του κόσμος. Κάθε άλλον τον υποτιμά. Όταν ένας πολίτης άξιος δεν αναγνωρίζεται κατά την αξία του, λέει ο Έλληνας ‘αφού δεν αναγνωρίζομαι εγώ ο αξιότερός του, τι πειράζει αν και αυτός δεν αναγνωρίζεται;’. Ο εγωκεντρισμός αφαιρεί από τον Έλληνα τη δυνατότητα να είναι δίκαιος. Μόνο όταν δημιουργηθούν συμφέροντα που συμβαίνει να είναι κοινά σε πολλά άτομα μαζί, βλέπεις τη συναδέλφωση και την αλληλεγγύη. Στον κάθε Έλληνα τα ιδανικά είναι ατομικά. Γι’ αυτό οι πολιτικές των φατρίες είναι φατρίες συμφερόντων και το ιδανικό του κάθε ηγέτη είναι ο εαυτός του.

 Κινημένος από την ίδια εγωπάθεια, τη ρίζα αυτή του κάθε ελληνικού κακού, ο Έλληνας δεν συγχωρεί στον συμπολίτη του καμιά προκοπή. Όποιος τον ξεπεράσει, ο Έλληνας τον φθονεί με πάθος και αν είναι στο χέρι του να τον γκρεμίσει από εκεί που ανέβηκε θα το κάνει. Μα το πιο σπουδαίο, για να καταλάβεις τον Έλληνα, είναι να σπουδάσεις τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνει τον φθόνο του, τον τρόπο που εφηύρε για να γκρεμίζει καλύτερα. Είναι ένας τρόπος πιο κομψός από τον δικό μας, γέννημα σοφιστικής ευστροφίας και διανοητικής δεξιοτεχνίας. Δεν του αρέσει η χοντροκομμένη δολοφονία στους διαδρόμους του παλατιού, αλλά η λεπτοκαμωμένη συκοφαντία, ένα είδος αναίμακτου, ηθικού φόνου, ενός φόνου διακριτικότερου και εντελέστερου που αφήνει του δολοφονημένου τη σάρκα σχεδόν ανέπαφη, να περιφέρει την ατίμωση και τη γύμνια της στους δρόμους και στις πλατείες. Γιατί και τη συκοφαντία την έχουν αναγάγει σε τέχνη οι θαυμάσιοι, οι φιλότεχνοι Έλληνες, οι πρώτοι δημιουργοί του καλού και του κακού λόγου. Η τέχνη είναι να βρίσκεις τον διφορούμενο λόγο, που άμα σε ρωτήσουν γιατί τον είπες, να μπορείς να πεις πως τον είπες με την καλή σημασία, και πάλι εκείνος που τον ακούει να αισθάνεται ότι πρέπει να τον εννοήσει με την κακή του σημασία. Αυτό είναι το αγχέμαχο όπλο με το οποίο πολεμάει ο Έλληνας τον Έλληνα, ο ηγέτης τον ηγέτη, ο φιλόσοφος τον φιλόσοφο, ο ποιητής τον ποιητή, αλλά και ο ανάξιος τον άξιο, ο ουσιαστικά αδύνατος τον ουσιαστικά δυνατό.

 Το ανυπότακτο σε κάθε πειθαρχία, η περιφρόνηση των άλλων και ο φθόνος, η αρρωστημένη διόγκωση της ατομικότητας, σπρώχνουν σχεδόν τον Έλληνα να θεωρεί τον εαυτό του πρώτο ανάμεσα στους άλλους. Αδιαφορώντας για όλους και για όλα, παραβλέποντας ό,τι γίνηκε πριν και ό,τι γίνεται γύρω του, αρχίζει κάθε φορά από την αρχή και δεν αμφιβάλλει πως πορεύεται πρώτος τον δρόμο τον σωστό. Ταλαιπωρεί από αιώνες την ελληνική ζωή η υπέρμετρη εμπιστοσύνη του Έλληνα στην προσωπική του γνώμη και στις προσωπικές του δυνατότητες. Παρά να υποβάλει τη σκέψη του στην βάσανο μιας ομαδικής συζήτησης προτιμάει να ριψοκινδυνεύει με μόνες τις προσωπικές του δυνάμεις. Πρόσεξε τις συσκέψεις των ηγετών των πολιτικών μερίδων τους με τους δήθεν φίλους των και θα δεις ότι οι περισσότερες είναι προσχήματα. Ο ηγέτης λέει τη γνώμη του, βελτιώνει τη διατύπωσή της με τις πολλές επαναλήψεις, χωρίς ούτε να περιμένει ούτε να θέλει καμιά αντιγνωμία. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο Έλληνας πολιτικός ανακυκλώνεται μόνος του μέσα στις δικές του σκέψεις, γιατί πιστεύει πως αυτές αρκούν για το έργο του.

 Τούτη η μοιραία για την τύχη των Ελλήνων εγωπάθεια φέρνει και ένα άλλο χειρότερο δεινό: όπου βασιλεύει, τα έργα σχεδιάζονται πάντα μέσα στα στενά όρια της ατομικότητας, σύντομα και βιαστικά, για να συντελεστούν όλα προτού το πρόσωπο εκλείψει. Η πολιτική όμως που θεμελιώνει τις μεγάλες πολιτείες δεν σηκώνει ούτε βιασύνη ούτε συντομία. Σχεδιάζεται σε έκταση αιώνων. Δεν προσδένεται σε άτομα, αλλά σε ομάδες προσώπων, σε διαδοχικές γενιές. Στην εκτύλιξή της εξαφανίζεται το εφήμερο άτομο και παίρνουν την πρώτη θέση διαρκέστερες υποστάσεις, λαοί, οικογένειες, πολιτικές μερίδες ή κοινωνικές τάξεις. Τα εδραία πολιτικά έργα μέσα στην ιστορία είναι υπερ-προσωπικά. Και δυστυχώς ή δεν φτάνουν έως την τελείωση ενός άξιου πολιτικού έργου ή όταν φτάσουν φέρνει μέσα του το έργο του το ίδιο το σπέρμα της φθοράς. Εάν λείπει κάτι των ελλήνων πολιτικών δεν είναι ούτε η δύναμη της σκέψης ούτε η αγωνιστική διάθεση. Στον χαρακτήρα, στο ήθος φωλιάζει η αρρώστια. Φωλιάζει στην άρνησή τους να δεχτούν να εξαφανίσουν το άτομό τους για την ευόδωση ενός ομαδικού έργου. Δεν κρίνουν ποτέ με δικαιοσύνη τον συναγωνιστή τους και για αυτό δεν υποτάσσονται ποτέ στην υπεροχή του. Τα δεινά, όσα υποφέρανε έως τα σήμερα οι Έλληνες, μα θαρρώ και όσα θα υποφέρουνε στο μέλλον, μιαν έχουν κύρια και πρώτη στιγμή, την φιλοπρωτία, την νόμιμη θυγατέρα του τρομερού των εγωισμού. Βλέπετε ο Έλληνας γεννιέται με την ψευδαίσθηση της υπεροχής.

*

Για τον επαρκή αναγνώστη τα σχόλια είναι περιττά. Αξιοπερίεργο είναι το γεγονός ότι ψάχνουμε να βρούμε τι και τις φταίει για την κατάσταση στη οποία βρισκόμαστε. Η απάντηση ενυπάρχει ήδη στα πιο πάνω. Φαίνεται πως το ‘πείραμα άνθρωπος’, στην Ελλάδα, δείχνει να αποτυγχάνει. Τις συνέπειες τις υφιστάμεθα όλοι μαζί είτε πράξαμε είτε παραλείψαμε να πράξουμε όσα οφείλαμε, ‘αν οι ζωές μας ήτανε σωστές’.  

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.