Loading...
ΔΙΑΝΘΙΣΜΑΤΑΕλευθέρας βοσκής

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΛΟΚΥΡΗΣ:  ΣΥΓΓΕΝΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

☞ Πατέρας, γαστρεντερολόγος. Πατέρα, αστρολόγος.  Πατεράκη, ηθοποιά. Mπάμπαλης (τρκ. babali: πατέρας), εκδότης («Επίκουρος»). Τάτας (αρβ. tattë, -a:  στην παιδική γλώσσα, ο  μπαμπάς), οδοντίατρος (και Τατούλης, πολιτικός) ☞ Μαμάς, γυναικολόγος ☞ Παππούς, φωτορεπόρτερ (εκ Θεσσαλονίκης). Δέδες (τρκ. dede: παππούς), ποδοσφαιριστής  Γιαγιά, χρώματα (και Γιαγιάνος, ζωγράφος — γειά σου Αποστόλη!)  Βρεφίδης, φαρμακείο ☞ Μωρός, βρεφικά είδη. Μωράκη, τουριστικά είδη ☞ Παιδής, καρδιολόγος. Παιδόπουλος, εσώρρουχα ☞ Γιόκας, κρεοπωλείο. Μπίρης (αλβ. bir: γιος), αρχιτέκτων. Κανακάρης, οινοποιία. Αποσπόρης (υστερότοκος), ρολόγια. Μονογυιός, μάνατζερ (και Μονογιούδης, ηλεκτρονικός).Τάτσης (αρβ. taç, -i: το τελευταίο παιδί της οικογένειας), οινοποιία ☞ Κορούλης, υποδήματα. Κορουλάκης, σκάφη αναψυχής ☞ Ορφανός, πρώην υπουργός (και Ορφανίδης, νευροχειρουργός, Ορφανουδάκης, φαρμακείο κλπ.). Γετίμης (αραβ. yetim: ορφανός), ψυκτικός. Ψυχογιός, εκδότης. Ψυχοπαίδης, ζωγράφος ☞ Εγγονάκης, είδη δώρων. Εγγονόπουλος, γλυκύτατος ζωγράφος και ποιητής / φυσιοθεραπευτής.  Αραπόγγονος (Μάνη). Δημαρόγγονας, ποιμήν. Κοντόγγονας, δικηγόρος. Λιμπερόγγονας, αξιωματικός. Παπαδόγγονας, χρηματιστής. Ροδόγαμβρος, αγρότης. Φωτόγαμβρος, γεωργός ☞ Αδελφόπουλος, επιχειρηματίας. Καρδάσης (τρκ. αδελφός), ζαχαροπλάστης. Βρατουλης (σλβ. brate: αδελφός) ☞ Δίδυμος, οπωροκηπευτικά. Γέμελος  (λατιν. δίδυμος), κολυμβητής. Διπλάρης (δίδυμος), μουσικά όργανα. Ζυμπρακάκης  [αρχ. (αμάρτυρο:) συμπραγής (δίδυμος)], στρατιωτικός [και Ζυμπραγός, αυγά (Ηράκλειο)]. Μπιν(ι)άρης (αλβ. δίδυμος), ηθοποιός ☞ Διγενή, δημοσιογράφος ☞ Θείος, ψητοπωλείο.Τζατζάς (αρβ. xhxha {?]: θείος), λήσταρχος ☞ Μπάρμπα, ηθοποιός. Τσίτσος/ης, Τσιτσόπουλος (σλαβ. čičko ?: θείος) ☞ Πεθεράκης, έμπορος. Πενθερουδάκης, κοσμήματα ☞ Συμπέθερος, εισαγγελέας ☞ Γαμβρού, φιλόλογος. Γαμβρούλη, νοσηλεύτρια. Αβραμόγαμβρος, αγωνιστής του ‘21. Καλογερόγαμβρος, ταβέρνα.  Μαστρογαμβράκης, γυναικολόγος ☞ Νυφάκος, ερευνητής ιατρικής. Νυ(μ)φόπουλος, οδηγός ☞ Κουμπάρου, φιλόλογος. Κουμπαράκης, διαιτητής. Κουμπαρούλη, γεωπόνος ☞ Παντρεμένος, μεσίτης ακινήτων.  Χωρισμένος, αγρότης. Ελεύθερος, λιθογράφος, παλαιός συνεργάτης. Μπεκιάρης, έμπορος. Μπακούρης, μάνατζερ ☞ Συγγενάκης, αθλητής ☞ Βράτιμος (σλβ. bratim: αδελφοποιτός, ξενάδελφος, σταυραδελφός), μηχανικός  (και Μπράτιμος, γυναικεία ενδύματα). Βλάμη (βλάχ.: αδελφοποιτός), συγγραφέας. 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.