Loading...
ΠρωτοσέλιδοΣινεμά

Δημοσθένης Κόντος: ….της Καπερναούμ!    

Τότε ήρξατο ονειδίζειν θεάς πόλεις εν αις εγένοντο αι πλείσται δυνάμεις αυτου, ότι ου μετενόησαν… και συ Καπερναούμ, η εως του ουρανου υψωθείσα έως άδου καταβιβασθήει (Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο Κεφ. 11/20-23)

Για τη βιβλική, λοιπόν, Καπερναούμ ο υιός του Θεού προαναγγέλλει την επερχόμενη καταστροφή κατά την ημέρα της κρίσεως.

Για την Ναντίν Λαμπακί, την Λιβανέζα, που σκηνοθέτησε την ταινία με τον παραπάνω τίτλο, σημαίνει το χάος. Σε μια συνέντευξή της που προσπαθεί να επεξηγήσει τον τίτλο της ταινίας της, λέει ότι «όταν έβαλα κάτω όλα τα βασικά στοιχεία της ταινίας, από τα δικαιώματα των ανηλίκων παιδιών μέχρι την κατάσταση των προσφύγων και στη συνέχεια την τρέλα του να κουβαλάς μαζί σου ένα χαρτί που να αποδεικνύει την ύπαρξή σου, σκέφτηκα πως βρίσκομαι μπροστά σε ένα χάος».

Στην παρούσα ταινία ίσως το χάος της να είναι ταυτόσημο με τη βιβλική καταστροφή.

Η ταινία με λίγα λόγια: Στο Λίβανο, ο Ζαν Αλ Ραφέα, 14χρονος – στο έργο 12 ετών – Σύρος στην καταγωγή, πρόσφυγας στη Βυρητό ζει με την οικογένειά του που αποτελείται από τον πατέρα, την μητέρα και τα πολλά αδέλφια του κάτω από άθλιες συνθήκες. Στην πορεία της ταινίας ο μικρός Ζαν εγκαταλείπει την οικογένειά του, γιατί οι γονείς του «πωλούν» την αγαπημένη του 11χρονη αδελφή με πολύ μεγαλύτερό της, αμέσως μετά την παρουσίαση εμμηνόρροιας, προκειμένου να μην χρειάζεται η οικογένεια να πληρώνει ενοίκιο για το σπίτι όπου μένουν. Στο σημείο αυτό της ζωής του, ο μικρός Ζαν μπαίνει σε ένα λεωφορείο με άγνωστο προορισμό, που θα τον βγάλει στο σπίτι της Ραχήλ, μετανάστριας από την Ερυθραία. Η Ραχήλ θα τον φιλοξενήσει στο σπίτι της, τρύπα, και εκείνος με τη σειρά του θα φροντίσει το μωρό της, όσο εκείνη δουλεύει σαν καθαρίστρια σε λούνα-παρκ. Μια μέρα, όμως, η Ραχήλ δεν γυρίζει. Τι θα κάνει ο Ζαν; Πώς θα οδηγηθεί να σκοτώσει τον «άντρα» της πεθαμένης του πια αδελφής; Πώς θα φτάσουμε στο δικαστήριο όπου ο Ζαν έχει μηνύσει τους δύο γονείς του με την κατηγορία ότι τον γέννησαν;

Δηλαδή, από την παραπάνω υπόθεση του έργου, με λίγα λόγια, τύφλα να ’χει ο λουστράκος Βασιλάκης Καΐλας. Αλλά, τουλάχιστον, ο δικός μας Βασιλάκης ήταν ο «ήρωας» μιας υπαρκτής εποχής, της 10ετίας του 1950. Όμως, η Λαμπακί με αυτό το κατασκεύασμα τι περιγράφει και ποιος είναι ο στόχος της;

Από τη σύντομη περίληψη της υπόθεσης του έργου το χάος της Καπερναούμ μάλλον βρίσκεται στο κεφάλι της σκηνοθέτιδας.

Από την αρχή μέχρι το τέλος της ταινίας κανείς εχέφρων άνθρωπος δεν μπορεί να καταλάβει τι ακριβώς είναι η ταινία που παρακολούθησε. Ήταν ντοκιμαντέρ με διάθεση μυθοπλασίας, μυθοπλασία με προσπάθεια να παρουσιαστεί σαν ντοκιμαντέρ;

Η μόνη βεβαιότητα που προσφέρει η ταινία είναι η απελπισμένη προσπάθεια της σκηνοθέτιδας να προκαλέσει το δάκρυ στα μάτια των θεατών αδυνατώντας να την κατατάξεις σε κάποιο είδος αισθητικής της κινηματογραφικής ιστορίας.

Η ταινία δρα σε βάθος αποδυναμώνοντας ένα θεμελιώδη πόρο της κουλτούρα μας: την ικανότητά μας να διακρίνουμε την πραγματικότητα από την μυθοπλασία. Ο Γκι Ντεμπόρ βλέποντας αυτή την ταινία θα έτριβε τα χέρια του για το πόσο δίκιο είχε όταν διαπίστωνε πριν από πολλά χρόνια ότι η παντοκρατορία των εικόνων αλλοιώνει την σχέση του αληθινού με το ψεύτικο και μετατρέπει το κάθε τι σε θέαμα, σε κάτι που φτιάχνεται για να δούμε… και αν είναι δυνατό να κλάψουμε.[1]

Αυτό που βλέπουμε στην ταινία είναι η προσομοίωση της πραγματικότητας γιατί το θέαμα ακριβώς απονεκρώνει τη ζωή, είναι ο ψευδοκόσμος του κόσμου, η αντεστραμμένη του όψη.

Αυτό το σύνολο των εικόνων της Λαμπακί, της απέραντης δυστυχίας σε μια πόλη κατεστραμμένη, σε μία χώρα ανύπαρκτη στο χάρτη, είναι ένα θέαμα. «Ο ταυτόχρονα παρών και απών κόσμος που το θέαμα μας δείχνει, είναι ο κόσμος του εμπορεύματος, ο οποίος κυριαρχεί σε ό,τι είναι βιωμένο». Είναι το «εμπόρευμα», λοιπόν, στο κέντρο της δημιουργίας και όχι η κοινωνική σχέση των ατόμων που αναλύονται στην ταινία.

Ένας από τους πατέρες του ιταλικού νεορεαλισμού, ο Ροσελίνι, πριν από χρόνια είχε πει: «…για μένα είναι πάνω απ’ όλα μια ηθική θέση από την οποία κοιτάζει κανείς τον κόσμο – στη συνέχεια μετατρέπεται σε αισθητική θέση, το ξεκίνημα, όμως, είναι ηθικό». Αδυνατώ να προσδιορίσω την ηθική στάση της Λαμπακί στη ζοφερή πραγματικότητα μιας χώρας, όπως ο Λίβανος, ή ενός καταυλισμού προσφύγων στη Σάμο.

Στο νεορεαλισμό το ψέμα της μυθοπλασίας παραχωρεί την θέση του στην αλήθεια της πραγματικής ζωής. Η συναισθηματική δύναμη προκύπτει όχι από φτηνούς μελοδραματισμούς, ούτε από «αφ’ υψηλού» drone σκηνές αλλά από το οδοιπορικό πάνω στους τύπους της καταστροφής. Είναι η απόλυτη ευκολία μέσα σε μια τέτοια βιωμένη κόλαση ο Ζαν να κατηγορεί τους γονείς του που τον γέννησαν και ο δημιουργός να μένει σιωπηλός γι’ αυτούς που δημιούργησαν την κόλαση.

 

 

[1]«Η κοινωνία του θεάματος», Guy Debord, δημοσιεύθηκε αρχικά το 1957.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.