Loading...
ΒιβλίοΔιαβάζοντας αλλιώςΠρωτοσέλιδο

“Διαβάζοντας αλλιώς… Ένας Ιάπωνας δίχως σχιστά μάτια” Θανάση Ν. Παπαθανασίου

Θανάσης Ν. Παπαθανασίου:
Ένας Ιάπωνας δίχως σχιστά μάτια- 
Νικόλαος Κασάτκιν,
ο ευαγγελιστής των Ιαπώνων,
1η έκδοση Αθήνα,
2018, Αρμός,
112 σελ. 21
X14εκ,
ISBN978-960-615-150-7

Το βιβλίο του Θανάση Παπαθανασίου, «Ένας Ιάπωνας δίχως σχιστά μάτια», για τον Άγιο Νικόλαο Κασάτκιν, τον ευαγγελιστή των Ιαπώνων, έφτασε στα χέρια μου σχεδόν αρτιγέννητο. Κατά έναν παράξενο τρόπο, ενώ προγραμμάτιζα να γράψω την παρουσίαση, κάτι συνέβαινε και άλλαζαν τα προγραμματισμένα.
Σκέφτηκα όμως και αποφάσισα πως είναι το πλέον κατάλληλο σήμερα που πανηγυρίζουμε μια τόσο μεγάλη γιορτή όπως η Πεντηκοστή, γενέθλια ημέρα της Εκκλησίας και βέβαια της Ιεραποστολής.
“Διαβάζοντας αλλιώς…”, λοιπόν, ένα βιβλίο που ξεχωρίζει για την επιστημονική αρτιότητα, για την εκκλησιολογική και θεολογική πληρότητα και ματιά, την αμεσότητα στη γλώσσα, τη ζωντάνια του λόγου, την απουσία “καθωσπρεπισμού”, την ευθύτητα, αλλά και για τον σεβασμό στην προσωπικότητα του Αγίου Νικολάου Κασάτκιν.
Να επισημάνω εδώ πως αυτά είναι τα γνωρίσματα της γραφής του Θανάση Παπαθανασίου έτσι κι αλλιώς.

Το βιβλίο είναι μια κατάθεση τόσο για τον Άγιο Νικόλαο Κασάτκιν, μια γνωριμία με έναν άνθρωπο που αγάπησε την Ιαπωνική γη και τους ανθρώπους της και δόθηκε στην αγκαλιά της, όσο και μια μαρτυρία για την υπέρβαση των κάθε λογής “εθνικισμών”, “ρατσισμών”, “αισθημάτων ανωτερότητας”, που πλήττουν, δυστυχώς, και στην εποχή μας πολλούς εκκλησιαστικούς ανθρώπους. Είναι παράλληλα και μια τοποθέτηση απέναντι σε σοβαρά ιεραποστολικά ζητήματα του τότε που τα συναντάμε και στο τώρα. Όταν μάλιστα λέω “ιεραποστολικά” δεν εννοώ μόνο αυτά που απασχολούν τις Ορθόδοξες Εκκλησίες στον λεγόμενο “Τρίτο Κόσμο”. Πολλά από αυτά είναι, κατά την γνώμη μου, και γηγενή, άρα επιβάλλεται να λυθούν πρώτα στις “αποστέλλουσες” Εκκλησίες και μετά στις νεοϊδρυθείσες, από την κάθε Μητρόπολη, Εκκλησίες.
Από την Εισαγωγή του βιβλίου, ο Θανάσης Παπαθανασίου μας φέρνει αντιμέτωπους με το “αυτονόητο” και αυτό που συνήθως συμβαίνει, μας αναλύει τι είναι και τι δεν είναι “ιεραποστολική πράξη”.
Ο Νικόλαος Κασάτκιν γεννήθηκε στη Ρωσία (1836) και κοιμήθηκε στην αγκαλιά της ιαπωνικής γης, την οποία αγάπησε και διακόνησε με αυταπάρνηση, τον Φεβρουάριο του 1912. Κυριολεκτικά υπήρξε ο σπορέας της Ορθόδοξης πίστης στην Ιαπωνία. Ο ιεραπόστολος που, όπως γράφει κι ο Θανάσης Παπαθανασίου, τόλμησε το αυτονόητο. Γιατί αυτονόητο; Διότι από την γενέθλια ημέρα της, την ημέρα της Πεντηκοστής, η Εκκλησία, κλήρος και λαός, καλείται να διακονήσει τη σάρκωση του Ευαγγελίου στα πέρατα του κόσμου. Χωρίς να “εμποδίζεται” από προσκόμματα φυλής, φύλου, χρώματος, γλώσσας, διαφορετικότητας, πολιτισμού.
Και είναι πράγματι τόλμημα να αφήσει κάποιος το βόλεμα στα ήθη και έθιμά του, να μεταβεί σε έναν άγνωστο τόπο και να αγωνιστεί να γίνει Ένα με τους ανθρώπους εκεί προκειμένου να μιλήσει στις καρδιές τους. Ο ιεραπόστολος καλείται να διακονήσει τη διαφορετικότητα προκειμένου να σαρκωθεί πραγματικά το Ευαγγέλιο, ο λόγος του Κυρίου, εντέλει ο ίδιος ο Χριστός, που δεν ανήκει αποκλειστικά σε κάποιον ή κάποιους περιούσιους λαούς.
Διαβάζοντας το έργο και τον αγώνα και τις αγωνίες του Νικολάου Κασάτκιν, πέρα από τις αδυναμίες του, ένας λόγος ερχόταν ξανά και ξανά στο μυαλό μου. Του αείμνηστου μεγάλου θεολόγου, Παναγιώτη Νέλλα: « Η αγάπη είναι συμμετοχή στη ζωή του Άλλου, έξοδος από τον εαυτό μας, θυσία.» (Παναγιώτης Νέλλας, Το εσφαγμένο αρνίο). Αυτό πραγμάτωσε ο Νικόλαος από την στιγμή που πάτησε το πόδι του στη Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου. Συμμετείχε ενεργά στη ζωή του ποιμνίου του, “βγήκε” από τον εαυτό του, έγινε θυσία. Έγινε «ένας Ιάπωνας δίχως σχιστά μάτια», όπως λέει ο τίτλος του βιβλίου και τίτλος του πρώτου μελετήματος από τα δύο που αποτελούν, σύμφωνα με τον συγγραφέα, και κορμό του έργου του.
                       πατήρ Παύλος Τακούμα Σαγάβε, ο σαμουράι, ιερέας Σίντο, ο πρώτος Ορθόδοξος Ιάπωνας και πρώτος Ορθόδοξος Ιάπωνας ιερέας
Το 1860 ο Ιβάν Ντμίτριεβιτς Κασάτκιν εκάρη μοναχός με το όνομα Νικόλαος. Τον Φεβρουάριο του 1861 αντικρίζει πρώτη φορά την ιαπωνική γη, στην οποία διακόνησε πενηνταένα χρόνια συνεχώς την σάρκωση του Ευαγγελίου σ’ έναν πολιτισμό εντελώς διαφορετικό! Το 1880 γίνεται ο πρώτος Επίσκοπος και το 1906 Αρχιεπίσκοπος της εν Ιαπωνία Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Το έργο του υπήρξε πολυσχιδές και η κληρονομιά που άφησε πίσω του μεγάλη, κυρίως τα «Ημερολόγια» του, τα οποία ο συγγραφέας χαρακτηρίζει “μπαξέ πληροφόρησης για κάθε πεδίο”. Ο συγγραφέας επισημαίνει ορισμένα από τα σημεία του έργου του αγίου Νικολάου, “ενδεικτικά της δυναμικής που μπορεί να προσφέρει μια κριτική έρευνα”.
Η Ιεραποστολή σ’ έναν άγνωστο τόπο, σ’ έναν διαφορετικό, εντελώς αλλιώτικο πολιτισμό ήταν αναμενόμενο να έχει φοβερές δυσκολίες. Ο Νικόλαος δοκίμασε και χαρές, με την σταδιακή αύξηση του ποιμνίου του, αλλά και μεγάλες λύπες. Εσωτερικές συγκρούσεις που τον καθιστούσαν τραγικό πρόσωπο. Μια απ’ αυτές, η βασική ουσιαστικά, ήταν η έναρξη του ρωσο-ιαπωνικού πολέμου. Ο Νικόλαος ήταν αναμφισβήτητα πατριώτης. Προφανώς, αν κρίνουμε και από τις σελίδες των «Ημερολογίων» που παραθέτει ο Θανάσης Παπαθανασίου στο β’ μέρος του βιβλίου, ήταν και επιφυλακτικός απέναντι στον αντιπαραδοσιακό μοντερνισμό. Ο πόλεμος είναι βέβαιο πως προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις στη συνείδησή του. Ωστόσο η στάση του καθορίζεται με κριτήρια εκκλησιαστικά. Επιλέγει να παραμείνει στον τόπο της διακονίας του.
Στις 11 Φεβρουαρίου 1904 απευθύνεται στο ποίμνιό του με σχετική εγκύκλιο, έναν γνήσια εκκλησιαστικό λόγο τον οποίο γράφει ως “οικονόμος” του ποιμνίου του, ως διάκονος του Αρχιερέως Χριστού, ως Χριστιανός υπεύθυνος πατέρας. Ενισχύει και προτρέπει τους Ιάπωνες να κάνουν το χρέος τους απέναντι στην πατρίδα τους. Ταυτόχρονα, αποτυπώνεται στα λόγια του η τραγικότητα των Χριστιανών όλων των αιώνων « κάθε πόλεμος είναι εμφύλιος πόλεμος, σπαραγμός μεταξύ αδελφών » (βλ.σχετικά Θανάση Παπαθανασίου στο εγχειρίδιο Θρησκ. Γ’ Λυκ. Μάριος Π. Μπέγζος – Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, Θέματα Χριστιανικής Ηθικής, ΟΕΔΒ, 1999 σελ.88).
Για τον Νικόλαο είναι συντριπτικό το γεγονός ότι οι συμπατριώτες του βρίσκονται σε πόλεμο με τα πνευματικά του παιδιά γι’ αυτό δημοσιεύει στην Japan Mail πως δεν θα συμμετάσχει σε τέλεση δημόσιας Θείας Λειτουργίας. Οι λόγοι μιας τέτοιας απόφασης δεν μπορούν να είναι άλλοι παρά οι εσωτερικές συγκρούσεις που βιώνει. Διατυπώνει τη θέση του- “Πώς μπορεί να δέεται υπέρ του Ιάπωνα αυτοκράτορα και να εύχεται για τη νίκη των στρατευμάτων του όταν ο ίδιος είναι Ρώσος;”. Ταυτόχρονα τονίζει το χρέος των Ορθοδόξων Ιαπώνων απέναντι στην πατρίδα τους. Οδηγείται σε αναθεώρηση της απόφασής του όταν κάποιοι Ορθόδοξοι Ιάπωνες αποφασίζουν να τελέσουν στο Τόκιο μνημόσυνο για τους πεσόντες στον πόλεμο συμπατριώτες τους. Από το «Ημερολόγιο» του πάλι μαθαίνουμε αυτά που συμβουλεύει τα πνευματικά του παιδιά. Τι συμπεραίνουμε; Αυτό που γράφει ο Οδυσσέας Ελύτης στη “Μαρία Νεφέλη”: «Κάνε άλμα πιο γρήγορο από τη φθορά». Κι ο Νικόλαος παλεύοντας με φοβερά διλήμματα κάνει ένα τεράστιο άλμα έξω από τη φθορά των εθνικιστικών αυτονόητων-γιατί ποιος δεν θα σκεφτόταν πρώτα την πατρίδα του; Την ίδια στιγμή δικαιολογεί την φιλοπατρία. Δεν έχει ξεπεράσει σε τέτοιο βαθμό τον τρόπο με τον οποίο γαλουχήθηκε ώστε να ασκήσει πολιτική κριτική ως προς το δίκιο ή το άδικο κάποιου πολέμου ή, όπως γράφει κι ο Θανάσης Παπαθανασίου, να λάβει τη στάση αντιρρησία συνείδησης. Είναι γεγονός πως και στην εποχή μας ακούγεται αδιανόητο κάτι τέτοιο, ωστόσο δεν τίθεται εδώ ζήτημα δειλίας αλλά ένα θέμα που βασανίζει σύνολο το σώμα της Εκκλησίας από τους πρώτους αιώνες. Άλλωστε είπαμε πως κάθε πόλεμος για την Εκκλησία είναι πόλεμος εμφύλιος.
   Διά χειρός Θωμά Μαμνιόγλου, “Σημειώσεις για τον Φτωχούλη του Θεού” ( Εικόνα από το Αρχονταρίκι του Μικρού Ναού Αγ. Αναργύρων Καραβά)
Αναφορικά με τη θέση του απέναντι στους αυτοκράτορες και στην πολιτική τους, ιδίως απέναντι στο τσαρικό καθεστώς, διακρίνεται μια αδυναμία. Ταυτίζει την πατρίδα με την κυβέρνηση και εμποδίζεται έτσι στην άσκηση μιας κριτικής με θεολογικά κριτήρια και βάσεις. Βέβαια, καθώς δίνει έμφαση στη μία, επουράνια πατρίδα και στο γεγονός ότι Πατέρας όλων είναι ο Θεός σχετικοποιούσε αυτή την ταύτιση και τον “φιλοτσαρισμό” του.
Φαίνεται πιθανόν αντιφατική η στάση του Νικολάου αλλά ερμηνεύεται από το γεγονός πως ανήκε, με διαφορετικούς τρόπους, και στις δύο συγκρουόμενες πλευρές. Είναι σίγουρο πως σήκωσε τεράστιο βάρος γι’ αυτό και ακολουθεί μια στάση που βλέπουμε και σε άλλες εποχές, ακόμη και σύγχρονες
(βλ. σελ.27-28 βιβλίου σχετικά ). Κέρδισε έτσι τον σεβασμό του ιαπωνικού τύπου κατά τη διάρκεια του πολέμου, όταν μάλιστα προϋπήρχε ένα σοβαρό ζήτημα. Από την πρώτη επαφή με τον Χριστιανισμό, τον 16ο αιώνα με την είσοδο Πορτογάλων Καθολικών ιεραποστόλων στη χώρα, είχε καλλιεργηθεί η πεποίθηση πως η αλλαγή θρησκευτικής ταυτότητας συνεπάγεται προδοσία της εθνικής ή πολιτισμικής ταυτότητας. Αυτό το ανέτρεψαν με την πατριωτική στάση τους οι Ορθόδοξοι Ιάπωνες φοιτητές. Εδώ στην πραγματικότητα πρέπει να εξετασθεί ένα μείζον θέμα που αφορά στο πώς βλέπει ο Χριστιανισμός την κοινωνία και πώς η κοινωνία τον εαυτό της στα ζητήματα εθνικής ταυτότητας, αποστασίας, ρήξης κτλ. (βλ. σελ.29 σχόλιο συγγραφέα αριθμ.29).
Η κατάσταση ήταν εξίσου περίπλοκη και πολύπλοκη. Τα προβλήματα που αντιμετώπιζε ο Νικόλαος ήταν εσωτερικά, (αφορούσαν από τη μια ηγέτες Βουδιστές που ξεσήκωναν τον λαό εναντίον του και εναντίον των Ορθοδόξων Ιαπώνων φτάνοντας, μάλιστα, σε ξυλοδαρμούς και άλλες φανατικές εκδηλώσεις), όσο και “εξωτερικά” ( τόσο η ρωσική εκκλησία όσο και η ρωσική αυτοκρατορική πολιτική αντιμετώπιζαν με τρόπο “μεσσιανικό” τον πόλεμο, πεποίθηση πως αφενός διασφαλιζόταν η προστασία της Ρωσίας αφετέρου εξασφαλιζόταν η επέκταση της Ορθοδοξίας στην Άπω Ανατολή, μαζί με το αίσθημα ανωτερότητας από το οποίο πήγαζαν, είναι βέβαιο ότι δυναμίτιζαν την κατάσταση. Μουσουλμάνοι υπήκοοι Ρωσικής Αυτοκρατορίας που τάσσονται στο πλευρό της όχι μόνο για διπλωματικούς λόγους, αλλά και για θρησκευτικούς, επαναστατικές, αντιτσαρικές, αντικαθεστωτικές ομάδες που δρουν και επιδρούν στον ρωσικό λαό κατά του πολέμου.) Όλα αυτά βασανίζουν φρικτά των Νικόλαο. Μαζί και η στάση των Ρώσων εκκλησιαστικών οι οποίοι “στραγγαλίζουν” τον ευαγγελικό λόγο προκειμένου να πεισθούν οι στρατιώτες για την … “ιερότητα” του πολέμου.
Χαρακτηριστική περίπτωση κατά του πολέμου είναι αυτή του μεγάλου συγγραφέα Λέοντος Τολστόι ο οποίος είχε αφορισθεί από τη ρωσική εκκλησία το 1901, ωστόσο το πνευματικό του αντίκρισμα στην κοινωνία αποτυπώνεται σ’ ένα ανέκδοτο των ημερών, την Ρωσία κυβερνούσαν δύο τσάροι: ο Νικόλαος Β’ και ο Τολστόι. Όλα αυτά δημιουργούν μια ατμόσφαιρα αγωνίας για τον Νικόλαο.

Το έργο του Νικολάου ξεχωρίζει και στον τομέα των «διαχριστιανικών σχέσεων». Προχωράει μπροστά αποδεχόμενος τα γνωρίσματα της ιαπωνικής ζωής τα οποία ενσωματώνει στη λειτουργική ζωή. Αυτά τα χαρακτηριστικά διαφοροποιούν την Ορθόδοξη παρουσία από ετερόδοξες ιεραποστολές που συνήθως δεν διέκριναν τον εκχριστιανισμό από τον εκδυτικισμό.
Καταφάσκει τη διαφορετικότητα, όπως φαίνεται από τους λόγους που απευθύνει στο ποίμνιό του, μετά από ένα μεγάλο ταξίδι το έτος 1880. Έχει επίγνωση της Χριστιανικής διαίρεσης όμως δεν απομονώνεται από τους εκπροσώπους άλλων ομολογιών ούτε καν εμποδίζεται από το να διατηρεί προσωπικές φιλικές σχέσεις με ιεραποστόλους άλλων ομολογιών και να συμμετέχει σε διαβουλεύσεις για την διαχριστιανική ενότητα.
Η στάση του, ξεκάθαρη και ειλικρινής, διατυπώνεται με αγάπη και ευθύτητα.
Σε ό,τι αφορά στις «Διαθρησκειακές σχέσεις», ο Νικόλαος ήταν παράδειγμα όχι μόνο για την εποχή του αλλά και για τις επόμενες, ακολουθώντας τον Αποστολικό και Αγιοπατερικό τρόπο και δρόμο. Ευαγγελισμός χωρίς φανατισμό, επιθετικότητα και θορυβώδεις εκδηλώσεις. Κήρυττε “θετικά” και όχι “απολογητικά”: «Είμαι Χριστιανός, πίστεψε αν θέλεις.» Δεν άσκησε πολεμική ούτε στα άλλα θρησκεύματα ούτε στις άλλες Χριστιανικές ομολογίες, ούτε κι όταν ο ίδιος δεχόταν αναίτιες επιθέσεις, όπως με τους φανατικούς ηγέτες Βουδιστές. Ειδικά τον Βουδισμό τον μελέτησε σε βάθος, τον εννόησε υπό το πρίσμα του “σπερματικού λόγου” και της ευαγγελικής προπαρασκευής. Εντοπίζει τα θετικά στοιχεία του μελετώντας τον από τη δική του ιεραποστολική σκοπιά και επισημαίνει παραμέτρους σημαντικές που θα μπορούσαν να οδηγήσουν τους Ιάπωνες Βουδιστές σε συνάντηση με την Ορθόδοξη πίστη. Ταυτόχρονα, ασκώντας κριτική στις διδασκαλίες του Ιαπωνικού Βουδισμού, επισημαίνει τις βασικές διαφορές του με τον Χριστιανισμό. Εκεί που τον βρίσκουμε κάθετα αντίθετο είναι μια “διανοουμενίστικη” άποψη που κυκλοφορούσε σε κύκλους της ευρωπαϊκής και της ρωσικής διανόησης, πως ο Χριστιανισμός είχε υιοθετήσει στοιχεία του Βουδισμού, ως προγενέστερου αυτού, άρα έπρεπε να υποταχθεί.
Για τον Νικόλαο σημασία είχε η ιαπωνική ιδιοπροσωπία. Πίστευε πως το μένος που έδειξαν κάποιοι φανατικοί Βουδιστές ιερείς, επιτιθέμενοι στους Ορθοδόξους, θα έφερνε αντίθετα αποτελέσματα. Οι Ιάπωνες ήταν “διψασμένοι” για Αλήθεια και μόνο η πληρότητα που κόμιζε η Ορθοδοξία θα μπορούσε να τους ξεδιψάσει.



       Από το τρίπτυχο: “Για μια Θεολογία του δρόμου” (
από το Αρχονταρίκι του Μικρού Ναού Αγ. Αναργύρων Καραβά, το έργο  συμβολίζει την Ιεραποστολή)
Ένα ακόμη στοιχείο, στο οποίο ο Θανάσης Παπαθανασίου στέκεται ιδιαίτερα, είναι η αποφασιστική στάση, ο σταθερός προσανατολισμός του Νικολάου προς μια νέα σάρκωση του Ευαγγελίου. Ήταν βαθιά η πεποίθησή του πως η γιαπωνέζικη ψυχή έχει ανιδιοτελή δύναμη και ισχυρή αυτοπεποίθηση. “Ο Ιαπωνικός λαός”, τόνιζε, “δίνεται ψυχή τε και σώματι στον στόχο που έχει τεθεί”.
Πίστευε στον ρόλο της γηγενούς γλώσσας ως απαραίτητης προϋπόθεσης της σάρκωσης του Ευαγγελίου ακόμη και στο μικρότερο εκκλησίασμα. Αν και εκτιμούσε βαθύτατα τη ρωσική εκκλησιαστική μουσική, εξέφρασε την επιθυμία για εκκλησιαστική μουσική δημιουργία αληθινά ιαπωνική. Πόσο “βγαίνει έξω από τον εαυτό του” για να δείξει την πατρική αγάπη του! Τόσο γνήσια ιεραποστολικό το πνεύμα του, ώστε δεν διστάζει να τιμήσει – με επίσκεψη σε βουδιστικό ναό κατά τη γιορτή της γέννησης του Σακιαμούνι- Βούδα – την ευσέβεια των προσκυνητών την οποία θεωρεί “δίψα για ζωή”.

Ο Νικόλαος θα μπορούσε να αποτελέσει “μέγα σκάνδαλο” ειδικά στην εποχή μας. Όμως ο άνθρωπος για τον οποίο η Πίστη είναι βίωμα δεν τρέφεται με φοβίες και φανατισμούς, αυτό διδάσκει ο άγιος Νικόλαος Κασάτκιν με τη ζωή και το έργο του. Βαδίζει στα βήματα των Αποστόλων, Ισαποστόλων, των Αγίων Πατέρων, των Αγίων της Εκκλησίας κι αυτό φαίνεται και στα τελευταία λόγια του, λόγια που θυμίζουν την ταπεινότητα των μεγάλων, “που αδιάκοπα συναντάμε στο διάβα της Εκκλησίας” (Θ.Ν.Π.)
Η είδηση του θανάτου του θα προκαλέσει μεγάλη θλίψη. Στην δίγλωσση εφημερίδα της
« Ρωσικής Ορθόδοξης Ιεραποστολής στη Βόρειο Αμερική» δημοσιεύθηκε μια νεκρολογία, ένα κείμενο γεμάτο συναίσθημα και θαυμασμό στο οποίο όμως αναγνωρίζεται κατηγορηματικά αφενός ότι ο Νικόλαος έγινε αυτό που ποθούσε, Ιάπωνας, αφετέρου πως αυτός και ο ιεραπόστολος της Αλάσκας, Ιννοκέντιος Βενιαμίνωφ με την στάση τους προωθούσαν τη σάρκωση του Ευαγγελίου στις πολιτισμικές ετερότητες κάθε λαού.
Στο δεύτερο σκέλος του Α’ μέρους, ο Θανάσης Παπαθανασίου συνεχίζει να “παίζει” με τα μάτια, αυτά τα σχιστά που κατορθώνουν να επαγρυπνούν. Και τι σημαίνει; Το έλεγε ο ίδιος ο Άγιος πεθαίνοντας. Πενηνταένα χρόνια αγωνιζόταν να γίνει Ιάπωνας και θα το κατάφερνε με τον θάνατό του, σκεπασμένος από την γη που τόσο αγάπησε. Αυτός είναι ο τρόπος και το νόημα της Ιεραποστολής. “Η σάρκωση που ριζώνει στη σάρκωση του Κυρίου της και ταυτόχρονα καθιστά σαρκούμενο τον σαρκωμένο Κύριο”(Θ.Ν.Π.)
Είναι η Γέννηση, η Σταύρωση, η Ανάσταση, η Ανάληψη και η Πεντηκοστή που συγκροτούν το Σώμα της Εκκλησίας. Αυτό όμως χρειάζεται από τον άνθρωπο να ομοιωθεί με τον Χριστό, να γίνει Αγάπη και μάλιστα θυσιαστική.
Η ιστορική πραγματικότητα εντός της οποίας ζει και δρα ο Άγιος Νικόλαος είναι ιδιαζόντως προβληματική με εντάσεις ανάμεσα στις δύο αυτοκρατορίες. Μετά την κοίμηση του τα προβλήματα θα ενταθούν. Αφενός, λόγω των διαφορετικών αντιλήψεων των διαδόχων του. Αφετέρου, λόγω των μεγάλων προβλημάτων που αντιμετωπίζει η Ρωσική Εκκλησία με την Οκτωβριανή Επανάσταση, άρα και οι ιεραποστολικές της εκκλησίες- οικονομικά και διοικητικά εξαρτημένες απ’ αυτήν.
Συμπερασματικά, θα λέγαμε πως, αν μέχρι σήμερα η Ιαπωνία έχει Ορθόδοξη Εκκλησία, παρά τα εγγενή και εξωγενή προβλήματα που αντιμετώπισε, αυτό οφείλεται στα “ορθάνοιχτα” μάτια του αγίου Νικολάου που θέλησε και κατάφερε, μέσα σε αντίξοες συνθήκες, να οικοδομήσει μια εκκλησία αληθινά ορθόδοξη και πραγματικά ιαπωνική κι όχι “παράρτημα” της ρωσικής εκκλησίας και κουλτούρας. Μια εκκλησία που αριθμούσε πάνω από 30.000 πιστούς, με σημείο αναφοράς τον καθεδρικό ναό της Ορθόδοξης Εκκλησίας. “Αρκεί να πεις Νικολάι- Ντο”, γράφει ο Θανάσης Παπαθανασίου έχοντας προσωπική εμπειρία από τον Ναό της Αναστάσεως στο Τόκιο. Τοπόσημο για την πολύβουη πόλη φανερώνει τη σημασία που έχει μέχρι σήμερα ο Άγιος Νικόλαος Κασάτκιν για τους Ορθόδοξους Ιάπωνες και, πιθανόν, όχι μόνο.


16/6/2019
Της Πεντηκοστής

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.