Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΜετάφραση αρχαίας πεζογραφίας

Διόδωρος Σικελιώτης, Ἱστορικὴ βιβλιοθήκη, βιβλ. ΙΗ΄ 26-28.4 ( Η νεκρική αρμάμαξα του Μ. Αλεξάνδρου). Μτφρ. Γεωργία Παπαδάκη  

                          

     Ο Αλέξανδρος πέθανε μεταξύ της 10ης και 13ης Ιουνίου του 323 π. Χ., πριν προλάβει να συμπληρώσει τα 33 του χρόνια. Σύμφωνα με μία από τις διάφορες αρχαίες μαρτυρίες, αυτήν του ιστοριογράφου Διόδωρου του Σικελιώτη (90 – περ. 20 π. Χ.), το ταριχευμένο σώμα του Μακεδόνα στρατηλάτη μεταφέρθηκε ύστερα από δύο χρόνια στην Αλεξάνδρεια. Η μεταφορά της σορού έγινε πάνω σε μία πολυτελή αρμάμαξα, της οποίας την περιγραφή δίνει ο Διόδωρος, και μάλιστα με τέτοια ζωντάνια και λεπτομέρεια που είναι προφανές ότι την πήρε από κάποιον αυτόπτη μάρτυρα.

 

    Ακολουθεί η περιγραφή σε μετάφραση.

 

    […] Στα χρόνια αυτών λοιπόν ο Αρριδαίος,1 που ορίστηκε υπεύθυνος για τη μεταφορά της σορού του Αλέξανδρου, αφού είχε πλέον τελειώσει την αρμάμαξα2 πάνω στην οποία έπρεπε να μεταφερθεί το σώμα του βασιλιά, ετοιμαζόταν για τη μεταφορά. Και επειδή το κατασκευασμένο αυτό έργο που είναι αντάξιο της δόξας του Αλέξανδρου ξεπέρασε όλα τα άλλα όχι μόνο στη δαπάνη, καθώς η κατασκευή του χρειάστηκε πολλά τάλαντα,3 αλλά υπήρξε         περιβόητο και για την υπεροχή της τέχνης του, νομίζουμε ότι είναι καλό να γράψουμε γι’ αυτό.

      Πρώτα λοιπόν κατασκευάστηκε μια νεκροθήκη από σφυρήλατο χρυσάφι, προσαρμοσμένη στις διαστάσεις του σώματος, και το κενό ανάμεσα στο σώμα και τα τοιχώματα της νεκροθήκης το γέμισαν με αρώματα κατάλληλα και  ευωδιά να δίνουν στο σώμα και να συντελούν στη συντήρησή του. Επάνω στη νεκροθήκη τοποθετήθηκε χρυσό κάλυμμα που εφάρμοζε τέλεια σκεπάζοντας την πάνω περιφέρεια. Από πάνω είχε απλωθεί μεγαλοπρεπές χρυσοποίκιλτο βαθυκόκκινο ιμάτιο, δίπλα στο οποίο έβαλαν τα όπλα του νεκρού, γιατί ήθελαν να συνδυάσουν την όλη εξωτερική όψη των πραγμάτων με τα έργα που αυτός είχε επιτελέσει. Κατόπιν, έστησαν δίπλα την αρμάμαξα που επρόκειτο να κάνει τη μεταφορά· στο πάνω μέρος της είχε κατασκευαστεί θόλος χρυσός, πλάτους οκτώ πήχεων και μήκους δώδεκα,4 διακοσμημένος με ψηφίδες από πολύτιμους λίθους, κάτω δε από την οροφή μία στεφάνη χρυσή, που περιέτρεχε όλο το έργο, σε σχήμα τετράγωνο, με ανάγλυφες προτομές τραγελάφων,5 από τις οποίες κρέμονταν χρυσοί κρίκοι διαμέτρου δύο παλαμών6 και μέσα από αυτούς κρεμόταν περασμένη μια γιρλάντα πομπική, διακοσμημένη με λαμπρά, κάθε λογής χρώματα. Σε κάθε άκρη υπήρχε θύσανος δικτυωτός με μεγάλα κουδούνια, ώστε όποιοι πλησίαζαν να ακούν τον ήχο από μεγάλη απόσταση. Στις γωνίες στη βάση του θολωτού κατασκευάσματος, σε κάθε πλευρά, υπήρχαν χρυσά αγάλματα Νίκης τροπαιοφόρου. Και η περιβάλλουσα κιονοστοιχία που δεχόταν το βάρος του θόλου ήταν χρυσή με ιωνικά κιονόκρανα. Εντός της κιονοστοιχίας υπήρχε δίχτυ χρυσό ‒ το πάχος τού πλεγμένου μεταλλικού σύρματος ήταν ένα δάχτυλο ‒ που έφερε τέσσερις παράλληλους πίνακες με ανάγλυφες παραστάσεις, ίσους στο μήκος με κάθε πλευρά του χρυσού παραπετάσματος.

     Ο πρώτος εξ αυτών είχε ένα ανάγλυφο άρμα κι επάνω του καθισμένο τον Αλέξανδρο, που κρατούσε στα χέρια του σκήπτρο περίλαμπρο· γύρω, δε, από τον βασιλιά υπήρχε μια συνοδεία από Μακεδόνες με πλήρη οπλισμό και μια άλλη από Πέρσες μηλοφόρους7 και μπροστά από αυτούς οπλοφόροι στρατιώτες.

Ο δεύτερος πίνακας είχε τους ελέφαντες που ακολουθούσαν τη συνοδεία του βασιλιά με πολεμική εξάρτυση και αναβάτες, Ινδούς μπροστά και πίσω Μακεδόνες αρματωμένους με τον συνήθη εξοπλισμό τους. Ο τρίτος πίνακας είχε ίλες ιππικού τη στιγμή της σύμπτυξης για μάχη, και ο τέταρτος έδειχνε πλοία έτοιμα για ναυμαχία. Δίπλα στην είσοδο του θόλου, και από τη μια και από την άλλη πλευρά, υπήρχαν χρυσά λιοντάρια με το βλέμμα στραμμένο προς τους εισερχομένους. Στη μέση κάθε κίονα υπήρχε χρυσή άκανθος8 που ανέβαινε

λεπτυνόμενη από κάτω ώς το κιονόκρανο. Πάνω από τον θόλο, στη μέση της κορυφής του, υπήρχε μια πορφυρή σημαία αναπεπταμένη στον αέρα με ένα μεγάλο χρυσό στεφάνι ελιάς, που, όταν ο ήλιος έριχνε πάνω τις ακτίνες του, έκανε τη φεγγοβολή του στεφανιού αστραφτερή και παλλόμενη, ώστε από μεγάλη απόσταση η οπτική εντύπωση να μοιάζει με αστραπή.

     Η βάση της αρμάμαξας κάτω από το θολωτό κατασκεύασμα είχε δύο άξονες· γύρω από αυτούς περιστρέφονταν τέσσερις τροχοί περσικοί, των οποίων τα κεφαλάρια και οι ακτίνες ήταν επιχρυσωμένα, και το μέρος που ακουμπούσε στο έδαφος σιδερένιο. Οι άκρες των αξόνων που προεξείχαν είχαν γίνει χρυσές και σε σχήμα κεφαλής λιονταριού που κρατούσε στα δόντια του δόρυ. Στο μέσον του μήκους τους οι άξονες είχαν ένα στήριγμα προσαρμοσμένο με ευφυή τρόπο στη μέση του θόλου, ώστε μέσω αυτού να μπορεί ο θόλος να μένει ασάλευτος στα τραντάγματα και στα ανώμαλα μέρη. Η αρμάμαξα είχε τέσσερις ρυμούς,9 που ο καθένας έφερε τέσσερις ζυγούς, με τέσσερις ημιόνους δεμένους στον καθένα· ώστε συνολικά οι ημίονοι ήταν εξήντα τέσσερις, διαλεγμένοι για την αντοχή και το μέγεθός τους. Κάθε ημίονος ήταν στεφανωμένος με επιχρυσωμένο στεφάνι, και δεξιά κι αριστερά από τη σιαγόνα του κρεμόταν ένα χρυσό κουδούνι, γύρω δε από τον τράχηλο ήταν περασμένη λαιμαριά στολισμένη με πολύτιμους λίθους.

      Η αρμάμαξα, λοιπόν, με αυτή την κατασκευή και όντας μεγαλοπρεπέστερη να τη βλέπεις παρά να ακούς την περιγραφή της, προσέλκυε πολλούς θεατές λόγω της τεράστιας φήμης της. Γιατί από κάθε πόλη που προσέγγιζε, όλοι οι κάτοικοί της σύσσωμοι έβγαιναν να την προϋπαντήσουν και στη συνέχεια να την ξεπροβοδίσουν, και δεν χόρταιναν ν’ απολαμβάνουν το θέαμα. Σε αντιστοιχία με αυτή τη μεγαλοπρέπεια, ακολουθούσε την άμαξα πλήθος οδοποιών και τεχνιτών, καθώς και στρατιωτών που αποτελούσαν τιμητική συνοδεία.

      Ο Αρριδαίος, που κατανάλωσε σχεδόν δύο χρόνια για να κατασκευάσει αυτά τα έργα, μετέφερε το σώμα του βασιλιά από τη Βαβυλώνα στην Αίγυπτο. Και ο Πτολεμαίος, για να τιμήσει τον Αλέξανδρο, ήρθε με στρατιωτική δύναμη ώς τη Συρία, συνάντησε την πομπή και, αφού παρέλαβε τη σορό, την τίμησε με τη μεγαλύτερη δυνατή φροντίδα. Γιατί αποφάσισε, προς το παρόν, να μη μεταφέρει τον νεκρό στον ΄Αμμωνα,10 αλλά να τον θάψει στην πόλη που είχε κτιστεί από τον ίδιο τον Αλέξανδρο και ήταν σχεδόν η επιφανέστερη πόλη της οικουμένης. Κατασκεύασε λοιπόν ένα τέμενος, αντάξιο στο μέγεθος και στην κατασκευή τής δόξας του Αλέξανδρου, τον ενταφίασε και τον τίμησε με θυσίες που άρμοζαν σε ήρωα και με αγώνες μεγαλοπρεπείς […]    

 

 

1) Ο Αρριδαίος ήταν στρατηγός του Αλέξανδρου.
2) Πρόκειται για άμαξα σκεπασμένη, με παραπετάσματα και αναπαυτική, που χρησιμοποιούσαν οι Πέρσες, κυρίως γυναίκες, ευνούχοι και μέλη της βασιλικής οικογένειας ‒ δείγμα της περσικής χλιδής.
3) Για το τάλαντο βλ. το κείμενό μας της 23ης Ιουνίου το σχετικό με τον Φωκίωνα.
4) Δηλαδή 3,7 Χ 5,5 μ., καθώς ο πῆχυς αντιστοιχούσε σε 46 πόντους.
5)  Ο τραγέλαφος ήταν φανταστικό ζώο, τράγος και ελάφι, που απεικονιζόταν σε τάπητες και άλλα αντικείμενα της Ανατολής.
6) Δηλαδή περίπου 14,8 εκ. ‒ η παλάμη είναι αντίστοιχη με περ. 7 εκ.
7) ΄Ετσι λέγονταν οι δορυφόροι του Πέρση βασιλιά, επειδή το κάτω άκρο των δοράτων τους έφερε χρυσό ή αργυρό μήλο.
8) Διακοσμητικό γλυπτό στοιχείο, που χρησιμοποιήθηκε κυρίως στη δημιουργία του κορινθιακού κιονοκράνου και μιμείται τα φύλλα του ομώνυμου φυτού ( ο άκανθος ο ακανθώδης).
9) Ο ρυμός είναι το μακρύ ξύλο της άμαξας, που, τοποθετημένο κάθετα στο κέντρο του άξονά της, εκτείνεται προς τα εμπρός. Στο άκρο του προσδένεται σταυροειδώς ξύλο, ο ζυγός, στην κάθε άκρη του οποίου γίνεται η ζεύξη των υποζυγίων που σύρουν την άμαξα.
10) Για την ακρίβεια, στον ναό του ΄Αμμωνα στην όαση Σίβα.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.