Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Δρ. Γιάννης Βασιλακάκος: Μάχη Τζαβέλλα, «Ήρεμα φεύγω», εκδόσεις Γκοβόστη

Οιδιπόδειο σύμπλεγμα:έγκλημα-τιμωρία-εξιλέωση

 

Η δεύτερη νουβέλα της Μάχης Τζαβέλλα «Ήρεμα φεύγω» (εκδ. Γκοβόστη, Αθήνα 2020, σελ. 165) εστιάζεται σ’ ένα νεαρό ήρωα ονόματι Ευάγγελο (ή Γκλεν, όπως το προτιμούσε ο ίδιος). Εξαρχής το διπλό του όνομα προϊδεάζει για τον προβληματικό του χαρακτήρα και υπαινίσσεται την αλλόκοτη προσωπικότητά του. Ο τελευταίος, μετά από ένα ατύχημα που υπέστη ως ντελιβεράς, μένει σωματικά ανάπηρος κι εξωτερικά παραμορφωμένος. Έχοντας ήδη χάσει τη μητέρα του, συζεί αναγκαστικά με τον συνταξιούχο πατέρα του ο οποίος τον στηρίζει (οικονομικά και ηθικά) και τον φροντίζει στις καθημερινές του ανάγκες (ψώνια, μαγείρεμα, μπάνιο, κλπ). Οι δύο άντρες νοικιάζουν ένα άθλιο διαμερισματάκι 50 τετραγωνικών, σε μια υποβαθμισμένη και κακόφημη περιοχή στο κέντρο της Αθήνας, καθώς έχουν πουλήσει το μεγάλο σπίτι τους προκειμένου να σπουδάσει ο Γκλεν, μετά την εισαγωγή του στο πανεπιστήμιο. Ο θάνατος της μητέρας του ωστόσο ακύρωσε τις σπουδές του. Αντ’ αυτού επιδόθηκε σε κάποιες βραχύβιες και αποτυχημένες επιχειρηματικές δραστηριότητες, χάνοντας όλες τις οικονομίες τους. Ως ντελιβεράς που εργάστηκε για να εξασφαλίσει τα προς το ζην, έπαθε ένα τροχαίο ατύχημα με τη μηχανή (χάνοντας το ένα του χέρι και τρία δάχτυλα στο άλλο, με το ένα από τα δύο που απέμειναν μπανταρισμένο) που τον άφησε σακάτη και άχρηστο «ματαιώνοντας όλες τις προσδοκίες του» (σ. 142).

          Η ήδη απελπιστική οικονομική θέση των δύο αντρών (λόγω της γενικότερης οικονομικής κρίσης και των περικοπών στις συντάξεις) χειροτερεύει, επίσης, εξαιτίας των καθημερινών προστριβών τους που επιδεινώνουν την ήδη προβληματική τους σχέση και συγκατοίκηση. Αιτία είναι η προκλητική αδιαφορία του Γκλεν, όχι μόνο για το ζοφερό μέλλον του αλλά και για το ανέλπιδο παρόν του. Ούτε καν στα ιατρικά ραντεβού του δεν νοιάζεται να πάει, αφήνοντας όλο το βάρος της ευθύνης στον συνταξιούχο πατέρα του, το ψυχικό σθένος του οποίου έχει εξαντληθεί καθώς οικτίρει την αναισθησία του γιου του και την κατάντια αμφοτέρων. Ως διέξοδο είχε σκεφτεί την παιδοκτονία δι’ ασφυξίας (με μαξιλάρι την ώρα που κοιμόταν ο Γκλεν, σ. 142) και τη συνακόλουθη αυτοκτονία του. Τελικά, προκειμένου να δώσει ένα τέλος στον καθημερινό εφιάλτη του, επιλέγει το σάλτο μορτάλε από το μπαλκόνι του διαμερίσματός τους.

          Αφορμώμενη απ’ το ατύχημα και την αναπηρία του ήρωά της, η συγγραφέας διερευνά αναδρομικά τον βαθύτερο ψυχικό κόσμο του Γκλεν. Ιδιαίτερα τα ανεπούλωτα ψυχικά του τραύματα, τα οποία ανάγονται στα κρίσιμα παιδικά του χρόνια, και που προφανώς καμία εγχείρηση, φυσικοθεραπεία ή άλλη ιατρική αγωγή δεν μπορεί να αποκαταστήσει. Βασική αιτία των τραυμάτων του υπήρξε το οιδιπόδειο κόμπλεξ («Αλλά εσύ τέτοια μανία με αυτή τη μάνα σου… πόσο να την αντέξω;», σ. 57). Δηλαδή η «αρρωστημένη ερωτική σχέση» του Γκλεν με τη μητέρα του (σ. 69), η οποία εκδηλώθηκε από τη βρεφική του ηλικία και διήρκησε έως την εφηβική, επηρεάζοντας καταλυτικά τη σχέση των γονέων του, αλλά και αυτή πατέρα και γιου. Διότι αμέσως μετά τη γέννηση του Γκλεν, ο πατέρας του μένει απλώς θεατής στο οικογενειακό περιθώριο, μακριά από κάθε συναισθηματική σχέση κι ερωτική επαφή με τη σύζυγό του, διατηρώντας μόνο την ιδιότητα του κουβαλητή (βλ. σσ. 58-59). Δεδομένου ότι και ο πατέρας έχει εκ παιδιόθεν κληρονομήσει άλλου είδους «τραύματα» που τον συνοδεύουν ως ενήλικα, η όλη κατάσταση είναι εκτός ελέγχου, δημιουργώντας έναν νοσηρό φαύλο κύκλο που επιβεβαιώνει τη ρήση «αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα», με τον ήρωα να αποφαίνεται μοιρολατρικά: «Η ζωή σού δίνεται σφραγισμένο πακέτο και ό,τι σου λάχει. Αλλαγές δεν γίνονται δεκτές». Με αυτό το φαταλιστικό σκεπτικό ο Γκλεν κάνει ελάχιστα προκειμένου να αλλάξει τη ζωή του (όπως μια αποτυχημένη ιστοσελίδα για ομοιοπαθείς). Άλλωστε, τα δυο δάχτυλα που του έχουν απομείνει τα χρησιμοποιεί περισσότερο για να βλέπει πορνό στο διαδίκτυο, να αυνανίζεται και να κάνει μηχανικά σεξ με την Ουκρανή φίλη του Άντριαν ενώ φαντασιώνεται ηδονοβλεπτικές σκηνές με τη μητέρα του (σσ.72, 95).

          Τελικά ο Γκλεν μπορεί να μην γεννήθηκε σακάτης· υπήρξε όμως ανάπηρος (συναισθηματικά και ψυχικά) εξ απαλών ονύχων εξαιτίας του αρρωστημένου ερωτισμού με τη μητέρα του και την απόμακρη σχέση με τον πατέρα του. Απλώς, η σωματική του αναπηρία ως ενήλικας ήρθε να συμπληρώσει την προϋπάρχουσα ψυχική. Μάλλον ως αναπόφευκτη «θεία τιμωρία στα χέρια του που τα άπλωνε στην ίδια του τη μάνα…» (σ. 140). Ο απροσδόκητος θάνατος του αυτόχειρα πατέρα του σηματοδοτεί, επώδυνα, την αφύπνισή του («σαν να ξυπνούσε από κακό όνειρο», σ. 148). Και βέβαια τον οριστικό απεγκλωβισμό από την ολέθρια σχέση με τη μητέρα του. Ο πόνος για την άδικη απώλεια του γενήτορά του τον συνεφέρνει από την ανεύθυνη μακαριότητά του (σ. 129).  Όπως και οι ενοχές για τη μεγάλη αδικία προς αυτόν τον προσγειώνουν στην πραγματικότητα, «μαζί με ένα πλήθος σκέψεων και ερωτημάτων» (σ. 95), καθώς «τον βάραινε μια υπέρογκη αίσθηση αδικίας αλλά και προδοσίας» (σ. 129). Τελικά ο νεαρός ήρωας συνειδητοποιεί πόσο η βάναυση συμπεριφορά αμφοτέρων τους (μητέρας και γιου) συνέβαλε στην αυτοχειρία του:

«Εξάλλου, όσο το σκεφτόταν, κατέληγε στο συμπέρασμα ότι είναι μάλλον παράλογο και υπερβολικό η αξιολάτρευτη μητερούλα του να μην είχε κανένα ψεγάδι· αν πράγματι είχε μεγαλώσει δίπλα σε έναν κακό και αδιάφορο πατέρα τι είχε κάνει αυτή για να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ τους; […] όσο ανακαλούσε στιγμές της ζωής τους, δεν τον θυμόταν ούτε κακό, ούτε αδιάφορο· τον θυμόταν απλώς σαν έναν άνθρωπο ηττημένο και παραιτημένο» (σσ. 144-145).

Η ανάνηψη του ήρωα οφείλεται στο ότι «Αν κάτι τον πλήγωνε περισσότερο ήταν το γεγονός ότι δεν είχε πια κανένα περιθώριο να διορθώσει τη σχέση του με τον πατέρα του» (σ. 164). Έτσι, στην τελευταία πράξη του δράματος (που λαβαίνει χώρα κατά την επίσκεψή του στο νεκροταφείο) αποκηρύσσει τη λατρεμένη μητέρα του, ως υπαίτια των δεινών τους, σπάζοντας τη φωτογραφία της που κρατούσε στο στήθος του, μέμφοντάς την («Κι εκείνη τη στιγμή, σαν να μην άντεχε άλλο το βάρος της φωτογραφίας, την πέταξε κάτω θρυμματίζοντας το γυαλί της . […] Φώναζε χαρακτηρίζοντάς την σιχαμένη και ξεδιάντροπη, πατώντας με μανία τη φωτογραφία της. Ουρλιάζοντας την ποδοπατούσε ρωτώντας “Με ποιο δικαίωμα και με ποιο δικαίωμα…”», σσ. 164-165). Αναγεννημένος πλέον, μέσω αυτής της συμβολικής πράξης εξιλέωσης, μπορεί να προσβλέπει τώρα σε μια φωτεινότερη αρχή στο νέο κεφάλαιο της ζωής του, όπως προμηνύει η ακροτελεύτια παράγραφος της νουβέλας. Καθώς αποχωρεί απ’ το νεκροταφείο «ύψωσε το βλέμμα του προς τον ουρανό και διέκρινε μερικά αστέρια να έχουν ήδη ξεμυτίσει εδώ και εκεί, μικρές κουκκίδες φωτός στο απέραντο μαύρο» (σ. 165).

          Πρόκειται για μια ευρηματική νουβέλα η οποία, σταδιακά, όλο και περισσότερο τραβά το ενδιαφέρον του αναγνώστη εξαιτίας της πολυπρισματικής ματιάς της συγγραφέως. Η τελευταία ξέρει να κατοπτεύει τον ευρύτερο χώρο στον οποίο διεξάγεται η ιστορία της, συνυφαίνοντας και ταυτίζοντάς τον άμεσα με τα δρώμενά της. Γι’ αυτό και συμπεριλαμβάνει υποθέματα όπως τα εξής: Την κρατική αναλγησία και ανεπάρκεια για τα άτομα με ειδικές ανάγκες (με τη γραφειοκρατική ταλαιπωρία τους, κλπ). Την ανυπαρξία κατάλληλων υπηρεσιών με εξειδικευμένο προσωπικό για τη φροντίδα, αποκατάσταση και απασχόλησή τους. Την απαγορευτική ιατροφαρμακευτική περίθαλψή τους, κυρίως των λαϊκών στρωμάτων. Τη γλίσχρα σύνταξη αναπήρων και μη, που απομειώνεται με τις περικοπές. Τις προκαταλείψεις της κοινωνίας για τα άτομα με αναπηρία. Την άθλια ζωή των περιθωριακών ομάδων (αλλοδαπών γυναικών που εκδίδονται για να επιβιώσουν, ναρκομανών κλπ). Την αποξένωση και μοναξιά των ανθρώπων της μεγαλούπολης, καθώς και την παρεμβολή της εικονικής πραγματικότητας (με πορνοταινίες, εξεύρεση ευκαιριακών ερωτικών συντρόφων μέσω του ίντερνετ) ως υποκατάστατο των αυθεντικών ανθρωπίνων σχέσεων (συναισθηματικών και σεξουαλικών αναγκών αναπήρων και μη). Το γκρέμισμα των προσωπικών σχέσων (π.χ. του ήρωα με τους συγγενείς του, τη θεία και την ξαδέρφη του, καθώς και με το στενότερο φίλο του Χριστάκο). Το στρες των ατόμων λόγω της εργασιακής και οικονομικής αβεβαιότητας και την προσπάθεια προσαρμογής τους στις αντιξοότητες.

Η συμπερίληψη των παραπάνω θεματικών παραμέτρων, εκτός του ότι  αφορούν ένα μεγάλο (αν όχι το μεγαλύτερο) μέρος της ελληνικής κοινωνίας κι  εμπλουτίζουν την ανθρωπογεωγραφία της ιστορίας, σχετίζονται άμεσα με την βιοτή των πρωταγωνιστών της.

Η δράση είναι εκ των πραγμάτων περιορισμένη (κυρίως εσωτερική και πολύ λιγότερο εξωτερική), καθώς εστιάζεται στο μικρόκοσμο ενός διαμερίσματος-ποντικοπαγίδα και στη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις των δύο ενοίκων του. Αυτός όμως ο πνιγηρός μικρόκοσμος αντικατοπτρίζει εναργώς τον ευρύτερο χώρο που τους περιβάλλει: τον κοινοβιακό της πολυκατοικίας, της γειτονιάς και της πρωτεύουσας Εν ολίγοις της ελληνικής κοινωνίας, και κατ’ επέκταση της χώρας η οποία βρίσκεται (όπως άλλωστε και οι πρωταγωνιστές της νουβέλας) σε δεινή κρίση (οικονομική, ηθική, αξιακή) και γενικότερη παρακμιακή αποσύνθεση. Συνεπώς το εξωτερικό περιβάλλον δεν λειτουργεί ως ένα τυπικό, διακοσμητικό σκηνικό εκτύλιξης της ιστορίας, αλλά ως ένα κάτοπτρο στο οποίο αντανακλάται ολιστικά η μιζέρια και το αδιέξοδο που βιώνουν οι πρωταγωνιστές της νουβέλας, επιβεβαιώνοντας έτσι τους στίχους της Γαλάτειας Καζαντζάκη: «Μ’ από την κόλασή μου στο φωνάζω: / εικόνα σου είμαι, κοινωνία, και σου μοιάζω».

Η κατάτμηση της νουβέλας σε μικρές ενότητες ενδείκνυται, τόσο για την συγγραφέα όσο και για τον αναγνώστη. Για την πρώτη, διότι καθιστά το αφηγηματικό υλικό της πιο εύκολα διαχειρίσιμο (άλλωστε φαίνεται να προτιμά τη μικρή φόρμα). Για τον αναγνώστη, διότι η αναγνωστική διαδικασία γίνεται πιο άνετη και λιγότερο μονότονη, εντείνοντας παράλληλα το σασπένς. Ιδίως όταν η εξιστόρηση δεν ακολουθεί μια γραμμική πορεία αλλά διεξάγεται εκ περιτροπής. Δηλαδή με την εναλλαγή χρόνων, φλασμπάκ, πρωτοπρόσωπης και τριτοπρόσωπης αφήγησης, εσωτερικού μονολόγου και διαλόγου, αυτοβιογραφικών σημειώσεων, κλπ. Κι όλα αυτά απλά, αυθόρμητα, φυσιολογικά, χωρίς εκζήτηση, επιτήδευση κι εντυπωσιασμό.

Εν κατακλείδι: Η δεύτερη νουβέλα της Μάχης Τζαβέλλα αποτελεί ένα ενδιαφέρον και πολλά υποσχόμενο δείγμα γραφής. Αξίζει να προσεχτεί. Χρειάζεται, ωστόσο, μεγαλύτερη προσοχή σε κάποια σημεία διατύπωσης, ιδίως στον τρόπο παρουσίασης ορισμένων εμβόλιμων κειμένων, παραθεμάτων (όπως π.χ. τα σημειώματα του πατέρα), σκέψεων των χαρακτήρων (ίσως αποσπάσματα εσωτερικών μονολόγων, κ.ά) προκειμένου να ξεχωρίζουν απ’ το υπόλοιπο κείμενο (με κατάλληλα εισαγωγικά, πλαγιογράφηση, κλπ). Τέλος, σε τυχόν επανέκδοση, χρειάζεται να διορθωθούν τυπογραφικά ή άλλα παροράματα, όπως π.χ. στις σελίδες: 23, 24, 38, 57, 74, 81, 124, 145, 151, 155 και αλλού.

 

 

Ο Δρ. Γιάννης Βασιλακάκος είναι πανεπιστημιακός (νεοελληνιστής), συγγραφέας, δοκιμιογράφος-κριτικός και μεταφραστής λογοτεχνίας. Έχει δημοσιεύσει 24 αυτοτελή βιβλία και 5 μεταφρασμένα στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.