Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠεζογραφία

Ελένη Ε. Νανοπουλου: ένα αφήγημα

 Ας τραγουδάτε εσείς,  εγώ το μαύρο θα κρατάω έως θανάτου.        Κ.Γ.Παπαγεωργίου

 

 Κοιλοπονούσε το κεφάλι της   πόνος αλλόκοτος, δεμένος με κείνο το άλλο κρανίο, το παγωμένο που αποχαιρέτησε οριστικά  με χέρι ωχρό μιαν αυγή του Σεπτέμβρη. Καλοκαιρινή ακόμα η μέρα κι όμως της φάνηκε ότι ο ήλιος δεν βγήκε από την σωστή του θέση. Ξυλιασμένα τα χέρια και τα πόδια της κι ας έβαλε μάλλινο ταγιέρ και καλσόν.

  Γκρεμίστηκε ο κόσμος γύρω της με το αναπάντεχο. Ποιος να τό λεγε. Τον πήγαν για τα θερμά λουτρά, για ξεκούραση αφού στο σπίτι δεν ησύχαζε ποτέ. Ήταν σε εγρήγορση με το σώμα και το πνεύμα, σε διαρκή κίνηση, βιαζόταν λες κι ήθελε κάτι να προλάβει. Τον πήγαν, λοιπόν, με τη μάνα μαζί  σαν γαμπρό με το άσπρο καινούριο αυτοκίνητο. Τον γύρισαν με ασθενοφόρο και διασχίζοντας την δική του Αχερουσία δεν πρόλαβε να τραγουδήσει στον Χάρο ένα δημοτικό, να τον ακούσει, να τον λυπηθεί  ούτε καν να ψάλλει έναν ύμνο βυζαντινό, να τον συγκινήσει. Εκεί στον πορθμό άφησε την πνοή του. Ίσως σκέφτηκε, πρόλαβα, τα τακτοποίησα όλα, κουράστηκα, ας ησυχάσω, αφού όλοι μου λένε, κάτσε, μην κουράζεσαι, φτάνει.

  Έχωσε βιαστικά ανάμεσα στα νεκρολούλουδα το μαντήλι της γεμάτο δάκρυα. Η εκφορά μέχρι την τελευταία κατοικία έγινε με τα πόδια. Τα πόδια της δεν υπάκουαν, λύγιζαν, την έσερναν σχεδόν. Μα πώς ζαλίζονται τα πόδια μας; Η σορός ψηλά στα χέρια δικών του ανθρώπων, ασφαλής. Η συνοδεία απλή, χωρίς παράτες, αυτοκίνητα, στεφάνια.

  Ο αποχωρισμός αυτός, έτσι βίαια όπως συνέβη, την τσάκισε, δεν της χωρούσε στο μυαλό. Ξαφνικά ναι, απροειδοποίητα όχι εντελώς. Εκείνη, όμως, φταίει που διώχνει τα όνειρά της το πρωί. Και το είχε δει λίγες μέρες πριν το σημαδιακό αλλά βιάστηκε να το απωθήσει, να το θάψει μέσα της, να το ξεχάσει. Το μήνυμα είχε φτάσει  ήταν, λέει, μια όμορφη φθινοπωρινή μέρα από κείνες τις συνηθισμένες που κατέβαιναν Σαββατοκύριακο στο χωριό για να δουν τους γονείς τους. Όλοι μαζεμένοι στο καθιστικό με το τζάκι, εκεί που έτρωγαν, κάθονταν, διάβαζαν, γλεντούσαν. Δεν κατάλαβε πώς, αλλά οι άλλοι χάθηκαν κι έμειναν οι δυο τους ολομόναχοι, εκείνη με τον αδελφό της. Κάθονταν ήρεμα με καφέ κι εφημερίδα. Ξάφνου ακούγεται κάτι  στο ταβάνι  τρίζει κι απορημένοι στην αρχή, έντρομοι κατόπιν, το βλέπουν να ραγίζει. Στέκουν αποσβολωμένου, δεν κάνουν προσπάθεια να κινηθούν να ξεφύγουν από το μοιραίο. Σχίζεται αργά αργά σε μακριές τεθλασμένες γραμμές και μετά αρχίζει να γέρνει ακόμα πιο αργά και να πέφτει στα κεφάλια τους. Τι πιο φανερό; Αλλά και τι μπορούσε να κάνει; Έτσι τώρα ξαναπόκτησε πατρίδα  μιας και πατρίδα είναι εκεί που θάβεις τον δικό σου άνθρωπο.

  Σε πέντε μόλις χρόνια βρέθηκε σε παρόμοια κατάσταση με όνειρο. Στην αυλή τους , λέει, ήταν κάτω απ’ τη λεύκα (Λεύκη η τρέμουσα  τα φύλλα της κυματίζουν στον αέρα γυρνώντας εναλλάξ προς τον ήλιο γιατί φωτοσυνθέτουν και με τις δύο επιφάνειες) που γυάλιζε ασημένια , ψηλή με πλούσια φυλλωσιά το καλοκαίρι και γυμνά κλαδιά το χειμώνα, χαρά των ματιών  φωτεινή να ξεχωρίζει-λεύκα που είχε φυτέψει ο πατέρας πριν εβδομήντα χρόνια. Μαζί της είχε ζήσει μπόρες, κακουχίες, χαρές, λύπες, γλέντια και μετά τον θάνατό του ξεράθηκε και την έκοψαν. Έμεινε ένα κούτσουρο τεράστιο να θυμίζει το αλλοτινό πανύψηλο δέντρο που σκέπασε τόσες γενιές. Δίπλα της ήταν και το παλιό σπίτι που δεν υπήρχε πια. Στο όνειρο  είδε πάλι το σπίτι σε ένα συνηθισμένο απόγευμα. Καταβρεγμένα γύρω για δροσιά κι ο κουβάς με νερό γεμάτος φρούτα από το περιβόλι τους, αχλάδια και ροδάκινα. Καθισμένη σε μια πολυθρόνα χάζευε. Έτσι ξαφνικά και χωρίς λόγο ένα μεγάλο κλαρί της λεύκας έσπασε και πέφτοντας έπεσε στην στέγη του παλιού σπιτιού με τα κεραμίδια. Είδε ότι άφησε ένα μεγάλο χάσμα στο σπίτι.

Και πώς να μην άφηνε; Η απώλεια του αγαπημένου ξαδέλφου, έπειτα από λίγες μέρες, πράγματι άφησε ένα κενό. Ήταν σαν μεγάλος της αδελφός. Ποτέ δεν του το είπε, αλλά κι εκείνος ελάχιστα εκφραζόταν με λόγια. Μια ψυχούλα γεμάτη καλοσύνη. Είχαν ζήσει ξένοιαστες στιγμές σε κείνο το παλιό το σπίτι χοροπηδώντας, χωρίς να σκέφτονται το μέλλον.  Έζησαν νωρίς χωρίς όνειρα, χωρίς σημάδια.

Μπορούμε να ζήσουμε χωρίς την περασμένη ζωή μας; Να μην ακούς εκείνα τα βήματα, να μην ξέρεις τον τόπο έξω από την πόρτα σου; Θέλεις να είναι τουλάχιστον η λεύκα εκεί, στην αυλή.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.