Loading...
ΚείμεναΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

Ελένη Ζιώγα: «Η ζωή (όμως) κερδίζει και συνεχίζεται».

 Ένα κείμενο για την  Ανάσταση εν μέσω πανδημίας…

 Απ’ όπου και να το πιάσει κανείς, ο θάνατος είναι αποτρόπαιος.
Είτε απομυθοποιημένος από τους ορθολογιστές ως απλή φυσική διαδικασία , είτε αναβαθμισμένος από τους μηδενιστές σε επιβεβαίωση της ματαιότητας της ζωής, είτε  μεταφρασμένος από τους Βουδιστές σε κουκούλι διαρκούς μετενσάρκωσης, είτε, είτε, είτε… όπως και να το καταπιείς, το χάπι του θανάτου δεν χρυσώνεται.

Στην υλιστική εποχή που βρισκόμαστε, η τραγικότητα του θανάτου υποτιμήθηκε. Όχι από αλλαγή κοσμοθεωρίας. Αλλά, μάλλον, από την αντιμετώπισή του ως  γεγονότος αποδομητικού της ψευδαίσθησης της αθανασίας που παρέχει ο καταναλωτισμός. Η άλλοτε συμβολική κοινωνική του σημασία, εκείνη που σε παλαιότερους καιρούς ήταν το βασικό συνθετικό των κοινοτήτων και η πηγή της συμπόνιας και της αλληλεγγύης,  υποβαθμίστηκε σε αυστηρά «προσωπική» υπόθεση του νεκρού,  σε ιδιότυπο «προσωπικό δεδομένο» .  

Να όμως που έρχεται η στιγμή και αυτό το «μοναχικό φαινόμενο» γίνεται  και πάλι δημόσιο,  πρωταγωνιστώντας τραγικά στην κοινωνική μας ζωή.

Χρειάστηκε απλά η επέλαση ενός ανεγκέφαλου κυττάρου ,  ενός  αόρατου,  αλλά επικίνδυνου «τίποτα», για να ξαναπάρει πάλι ο θάνατος τη θέση του ως ο  απόλυτος κοινωνικός τρομοκράτης .

 Μπροστά στο «μικροσκοπικό μεγαλείο» της Τυραννίας του «Ιού με την Κορώνα», που εγκαταστάθηκε με το έτσι θέλω στην πραγματικότητά  μας, τα πολιτικά συστήματα, τα κράτη, οι οικονομίες , οι κυβερνήσεις, ο πολιτισμός, τα πάντα ξεγυμνώνονται . Όπως, βέβαια, και η απατηλή θαλπωρή του καταναλωτισμού .

Ο εχθρός έρχεται από το πουθενά και σπέρνει κοινωνική οδύνη. Και η οδύνη σπέρνεται γιατί στην περίπτωση αυτή παύουμε να καταναλώνουμε εμείς. Τώρα ο θάνατος είναι που μας καταναλώνει. Αυτός μας καταβροχθίζει. Και μάλιστα μαζικά.   

Πανδημία σημαίνει πάνδημο πένθος. Συλλογικός θρήνος. Κατά μέτωπο αντιμετώπιση του κοινού μας υπαρξιακού ερωτηματικού. Με άλλα λόγια, παγκόσμια αναγνώριση του θανάτου ως κοινωνικού, πλέον, και όχι ιδιωτικού γεγονότος. Στον αντίποδα όλων αυτών, όμως, σημαίνει και κάτι άλλο, πολύ πιο συγκλονιστικό: πανηγυρική κήρυξη της συνειδητής και ολομέτωπης συστράτευσής μας με  τη Ζωή!

Η λυσσαλέα μάχη,  που δίνεται αυτές τις μέρες ταυτόχρονα στα νοσοκομεία και τις εντατικές ολόκληρου του πλανήτη,  ανάδειξε και πάλι τον θάνατο σε κοινό εχθρό και τη ζωή σε αυτοσκοπό.  Σε στοίχημα που πρέπει να κερδηθεί με κάθε θυσία, σαν να επρόκειτο,  με το που σωθούμε από την επιδημία , να μη ξανα-πεθάνουμε ποτέ! Σαν να μπορούσαμε να κατακτήσουμε από τώρα την αθανασία! Το αποδεικνύουν καθημερινά οι χιλιάδες ασθενείς που μαρτυρούν στις εντατικές  και οι λειτουργοί υγείας που παλεύουν στο πλευρό τους. Στα πεισμωμένα βλέμματα  των τελευταίων, που,  ραγίζουν με την αλήθεια τους τη γυάλινη τηλεοπτική ψευτιά και στα ηρωικά πρόσωπα  των πρώτων , που πολεμάνε μέχρι την τελευταία τους ανάσα για να επιζήσουν, αναγνωρίζουμε και εμείς οι υπόλοιποι «υγιείς» -ακόμα- την πραγματική σημασία της Ζωής , ως μοναδικής λογικής  αλήθειας. Και, αντιστοίχως, την πραγματική σημασία του θανάτου ως  παράλογης και οδυνηρής απάτης.

Μ’ αυτόν τον τρόπο, θα έλεγε κανείς,  είναι -δεν είναι Χριστιανοί, πιστεύουν -δεν πιστεύουν στην Ανάσταση και την ελπίδα της Όγδοης Μέρας, που αυτή ευαγγελίζεται,  όλοι οι μάρτυρες και οι ήρωες  της επιδημίας στα πέρατα του κόσμου, αλλά και στην πατρίδα μας, δεν κάνουν τίποτε λιγότερο από το να επιβεβαιώνουν την κατά Χριστόν ταυτοπροσωπία  της Ζωής με την αθανασία.

Το ίδιο εκφράζεται με έναν λεπτό, αλλά  ευδιάκριτο τρόπο στις συμπεριφορές και τη στάση  του δικού μας  ανθρώπου, του  Σωτήρη Τσιόδρα.

Ο Παπαδιαμαντικός  γιατρός, με την «παράταιρη» για τα προσόντα του ταπεινότητα,  την εκρηκτική – όταν χρειάζεται- δύναμη και το  παιδικό -όταν επιτρέπεται –  χαμόγελο, επιμένει συστηματικά, στις καθημερινές ανακοινώσεις του για τα νέα θύματα της νόσου,  να ξεφεύγει από την ψύχρα των αριθμών, αποκαλώντας τους νεκρούς  «αγαπημένους μας».

Μ’ αυτόν τον τρόπο,  θυμίζει και σε μας  αυτό που δεν θα έπρεπε ποτέ να ξεχνάμε: ότι πίσω απ’ αυτά τα απρόσωπα νούμερα  κρύβονται αληθινά, πραγματικά  πρόσωπα, με σάρκα και οστά. Που έκλαψαν και γέλασαν. Που αγάπησαν και αγαπήθηκαν. Που έγραψαν τη δική τους ιστορία. Αλλά και που, όσο κι αν «πέθαναν»,  εξακολουθούν να είναι παρόντα και να διψούν για την αγάπη μας. Όχι γιατί τάχα , από ψυχολογική ανάγκη,  θα θέλαμε να ήταν έτσι, αλλά  γιατί ο Θεός της Αγάπης, δηλαδή ο Αναστημένος Χριστός,  μας βεβαίωσε πως  δεν υπάρχει θάνατος. Γιατί αν υπήρχε, ο Ίδιος θα ήταν « Θεός νεκρών» και όχι  «Θεός ζώντων» , όπως πραγματικά είναι.    

Αυτή η στάση μπροστά στον οντολογικά «ανύπαρκτο» και ψευδεπίγραφο δυνάστη, που λέγεται θάνατος, δεν μας στερεί από την αποδοχή της τραγικότητάς του. Το αντίθετο. Είναι μια στάση απόλυτα συμβατή με  την λογική- παραδοξότητα της Χριστιανικής θεολογίας , την ίδια λογική-παραδοξότητα που θέλει τον αδύναμο , δυνατό  και τον φτωχό , πλούσιο . Τον ταπεινό, σπουδαίο και τον αμαρτωλό, άγιο. Η πίστη μας στην αδυναμία του θανάτου να μας στερήσει από την Αιώνια Ζωή , δεν αναιρεί την αποδοχή του απέραντου πόνου, που αυτός προκαλεί στερώντας μας  την εδώ ζωή.   Δεν μας κάνει να στερεύουμε από άμυνες. Αντίθετα. Μας κάνει να νοηματοδοτούμε αυτή τη μάχη με την ιερότητα του σκοπού, που υπερβαίνει τα όρια του χρόνου , του τόπου και της πραγματικότητας. Να κηρύττουμε, δηλαδή, «αντι-θανάτιες» σταυροφορίες, τις μοναδικές στην ιστορία της ανθρωπότητας που  έχουν αγνό κίνητρο.

Η  «πρόσκαιρη» ανάσταση του Λαζάρου συντελέστηκε από τον Χριστό μας , σαν μια επιβεβαίωση της παντοδυναμίας του Καλού πάνω στο κακό. Της Αγάπης πάνω  στο μίσος.  Της Χαράς πάνω στον πόνο. Της Ύπαρξης πάνω στην ανυπαρξία.  Ο Χριστός- Άνθρωπος έκλαψε όταν έμαθε τον θάνατο του καλού του φίλου, όσο κι αν για τον Χριστό-Θεό θάνατος δεν υφίσταται. Ο ανθρώπινος πόνος Τον οδήγησε στην απόφασή Του  να τον αναστήσει, μολονότι γνώριζε ότι ο Λάζαρος θα ξαναπέθαινε για να αναστηθεί πια ολότελα στην Δευτέρα Παρουσία Του. Η κίνηση αυτή  του Θεανθρώπου να αναστήσει πρόσκαιρα τον  έτσι κι αλλιώς μέλλοντα να αναστηθεί Λάζαρο καθίσταται , στην ανθρώπινη πια μάχη μας ενάντια στο θάνατο, το πρότυπο  της λυτρωτικής  «λογικής του παραδόξου»:

Πολεμώ απέναντι σε έναν εχθρό που δεν φοβάμαι , αλλά και που , ταυτόχρονα, τον αποδέχομαι ως φοβερό.  Και η «φοβέρα» του δεν εντοπίζεται στην ικανότητά του να με εξουδετερώσει, αλλά στην αντίθεσή του με την αλήθεια , που είναι η Ζωή. Ο θάνατος είναι φοβερός, όχι επειδή έχει δύναμη, αλλά επειδή μας αηδιάζει. Επειδή είναι συνώνυμος με  το σκοτάδι του τάφου. Με την οσμή της σήψης. Με τον παραλογισμό της ανυπαρξίας. Αλλά, πάνω από όλα, επειδή είναι το τραγικό «αναμνηστικό» της πτώσης μας  και της απώλειας του παραδείσου.   Γι’ αυτό τον έχουμε κηρύξει  εχθρό.

Εμείς θεοί δεν είμαστε.  Να αναστήσουμε τους νεκρούς μας δεν μπορούμε. Η αγάπη μας είναι ανάπηρη. Η πίστη μας το ίδιο. Μπορούμε όμως να το παλέψουμε για  να σώσουμε όσους περισσότερους γίνεται  προσωρινά από το θάνατο,  του οποίου , ταυτόχρονα, την προσωρινότητα αναγνωρίζουμε.   Κι αυτό για τα δικά μας, ανθρώπινα μέτρα,  είναι μια μικρή ανάσταση. Μια έμπρακτη δήλωση συμπαράταξης με Τον Αναστημένο μας Χριστό, τον  «θανάτω θάνατον πατήσαντα».

Άλλωστε, ο καλός γιατρός το είπε – χαμογελώντας άλλη μια από τις σπάνιες φορές του- όταν ανακοίνωνε την μείωση των θυμάτων της πανδημίας στη χώρα μας: « Η ζωή, όμως, κερδίζει και συνεχίζεται».  Σαν να ήθελε να  μας πει απ’ την καρδιά του: Χριστός Ανέστη!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.