Loading...
ΚείμεναΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

Ελένη Ζιώγα, ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ: Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΙ Ο «ΚΑΠΟΙΟΣ»

Ένα κείμενο της Ελένης Ζιώγα με αφορμή τα Χριστούγεννα

«… αν κάποιος μου απεδείκνυε ότι ο Χριστός δεν ταυτίζεται με την αλήθεια κι ότι, στην πραγματικότητα, η αλήθεια είναι εκτός Χριστού, θα προτιμούσα τότε να παραμείνω με τον Χριστό, παρά να πάω με την αλήθεια…». 

                                                                            Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι.

 Αυτές τις μέρες, με αφορμή τη γιορτή των Χριστουγέννων, ο καθένας από μας μπορεί να θελήσει να αναστοχαστεί πάνω στην ουσία της Χριστιανικής πίστης. Κι εκεί θα διαπιστώσει για μια ακόμα φορά πως το παράδοξο, οι αντιφάσεις, και ο κλονισμός από την ασφάλεια του εμπειρισμού βρίσκουν στο πρόσωπο του Θείου Βρέφους την απόλυτη έκφρασή τους. Τα λογικά ερωτήματα γεννιούνται σωρό και οι λογικές απαντήσεις άλλες τόσες, εκφράζοντας συνήθως είτε την αμφισβήτηση της ιστορικότητας του προσώπου του Χριστού, είτε την άρνηση της θεότητάς του είτε, πολύ περισσότερο, την άρνηση του Θεού εν γένει.
Ο Ντοστογιέφσκι όμως, στο παραπάνω απόσπασμα από την επιστολή που έστειλε προς την σύζυγο του Δεκεμβριστή Ν. Ντ. Φονβίζιν αμέσως μετά την αποφυλάκισή του από το κάτεργο του Όμσκ, όπου συντελέστηκε η μεταστροφή του στο Χριστιανισμό, δείχνει να ακολουθεί μια εντελώς διαφορετική λογική διαδρομή απ’ αυτήν που ξέρουμε. Είναι η διαδρομή του ποιητή.


                                                           εικόνα του Χριστού, αγιογραφία της Mirjam Valari

Η διαδρομή της λογικής του ποιητή δεν μοιάζει με καμιά άλλη. Είναι το αποτέλεσμα της ικανότητάς του για αυτόματη μετάβαση, κατά τη διάρκεια της δημιουργίας, σε μια μυστηριώδη πνευματική περιοχή που καταλήγει σε μια σπάνια υπαρξιακή εμπειρία: σε κείνη την απερίγραπτη συγκίνηση που μοιάζει σαν «μεταφυσική», και που γεννιέται τη μαγική στιγμή της έμπνευσης , κατά την οποία η νόηση έχει τη βεβαιότητα ότι ενώνεται με το Όλον. Την εκστατική εκείνη στιγμή ο νους και η ψυχή δείχνουν να ταυτίζονται, απολαμβάνοντας έτσι την ακινησία της μακαριότητας, που προέρχεται από την αίσθηση της ολοκληρωτικής πληρότητας εξ αιτίας της «γνωριμίας» με το Άγνωστο.
Το ανεπανάληπτο αίσθημα που προκύπτει, και έχει τη μορφή της πανανθρώπινης και όχι της προσωπικής εμπειρίας, είναι η ακλόνητη βεβαιότητα ότι αυτό το Άγνωστο που σου αποκαλύπτεται είναι πράγματι η απόλυτη Αλήθεια. Κι αυτό παραδόξως δικαιολογείται ψυχικά χωρίς την ανάγκη να έχει δικαιολογηθεί και διανοητικά. Με άλλα λόγια η ιδιόμορφη «λογική» που αναπτύσσεται εκείνη τη στιγμή δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να επιβεβαιώνει ακίνητη και απαθής, την αλήθεια της στιγμής. Σ’ αυτή την «θαυματουργή» διαδικασία η σκέψη παίρνει δεύτερο ρόλο, θέτοντας τον εαυτό της στην υπηρεσία του «αποκαλυπτικού» γεγονότος. Δεν έχει την ανάγκη να παρέμβει κυριαρχικά, αλλά απλώς να εξυπηρετήσει το αίσθημα που επικρατεί. Μπροστά στο υπαρξιακό θάμβος του γεγονότος που συμβαίνει, φαντάζει ξένη, φτιαγμένη από άλλη ουσία, κατώτερης σημασίας….
Η εμπειρία αυτή του ποιητή, που έχει αναλυθεί με διαφορετικούς τρόπους από πολλούς, ανάμεσά στους οποίους ο Γέιτς και ο Γιούνγκ, θα πρέπει, τηρουμένων των αναλογιών, να μοιάζει με τη Χαρισματική εμπειρία που περιγράφουν πολλοί Χριστιανοί να τους συμβαίνει την ώρα της προσευχής ή, αντίθετα, κάποιοι άλλοι, την ώρα την απελπισίας. Εκεί, πολλοί απ’ αυτούς , στερεώνουν την πίστη τους στο Θεό πάνω σε μια κατάσταση διαφορετική από εκείνες που ζουν στη ζωή. Ούτε λίγο ούτε πολύ, την περιγράφουν σαν μια συγκλονιστική αποκάλυψη, που γεμίζει το είναι τους με την πληρότητα της συμπαντικής γαλήνης και τους βεβαιώνει για την αληθινή φύση του Χριστού, που ταυτίζεται με την οντολογική Αγάπη. Ο Ντοστογιέφσκι, σε άλλο σημείο της επιστολής του, αφήνει να εννοηθεί κάτι ανάλογο:«…ο Θεός μού χαρίζει στιγμές όπου είμαι ολότελα γαλήνιος. Εκείνες τις στιγμές αγαπώ και νοιώθω ότι αγαπιέμαι από τους άλλους. Και αυτές τις στιγμές ακριβώς σχημάτισα μέσα μου ένα πιστεύω, όπου όλα είναι φωτεινά και ιερά για μένα…»
Από την άλλη, στο απόσπασμα το οποίο ξεχωρίσαμε για να αναλύσουμε εδώ, ο Ντοστογιέφσκι αναφέρεται και σε έναν μυστηριώδη «κάποιο» , σε εκείνον που θα κατάφερνε να του αποδείξει πως ο Χριστός είναι ψέμα. Και στον οποίο ο ίδιος θα απαντούσε ότι, προκειμένου να χάσει το Χριστό, θα προτιμούσε να χάσει την αλήθεια… Ποιος άραγε να είναι αυτός ο κάποιος που θα είχε τη δύναμη να του αντιτάξει τόσο ατράνταχτα επιχειρήματα ώστε να αποδεικνυόταν η ανυπαρξία του Χριστού; Θα μπορούσαμε εύκολα να υποθέσουμε πως δεν είναι άλλος από τον «σκεπτόμενο εαυτό» του ίδιου του συγγραφέα, από τον μεγαλοφυή διανοητή που κρύβει μέσα του. Και εδώ αποκαλύπτεται η οδυνηρή σχάση, η τραυματική διαίρεση που βιώνει εσωτερικά εξ αιτίας της πίστης του, ο Ντοστογιέφσκι.
Από τη μία ο
ποιητής, που προτιμάει να εμπιστευτεί την αλήθεια που του αποκαλύπτει η εσωτερική του, μεταφυσική εμπειρία, από την άλλη ο φιλόσοφος που προσπαθεί να πείσει τον ποιητή, μέσα απ’ το πάθος της ιλιγγιώδους σκέψης του απ’ όπου αντλεί τα λογικά του επιχειρήματα , ότι αυτή η αλήθεια είναι ψέμα. Άλλωστε, κάπου αλλού, στην ίδια επιστολή, ο συγγραφέας το ομολογεί καθαρά και ξάστερα: «Για μένα, έχω να πω ότι είμαι παιδί του αιώνος μου, τέκνο της αμαρτίας και της αμφιβολίας. Έτσι είμαι τώρα κι έτσι θα είμαι, (το ξέρω), μέχρι τον τάφο.» Και συνεχίζει αποκαλύπτοντας εξ ολοκλήρου τον εσωτερικό του σπαραγμό: « Τι φρικτά βάσανα μου στοίχισε- και μου στοιχίζει ακόμη σήμερα- αυτή η δίψα για πίστη που είναι τόσο έντονη μέσα στην ψυχή μου, όσο υπάρχουν μέσα μου ενάντια επιχειρήματα…»
Όμως, την αμφιβολία των άθεων, που είναι συγχρόνως και η αμφιβολία του διανοούμενου εαυτού του, ο Ντοστογιέφσκι, όσο κι αν της καταλογίζει την ευθύνη για τα «φριχτά βάσανα» που υφίσταται, δεν δείχνει να την υποτιμά. Αντίθετα αποδεικνύει πως τη δέχεται ως αναγκαία. Αλλιώς, γιατί δεν τελείωνε μια για πάντα μαζί της, αλλά αποφασίζει, όπως λέει, να την σύρει μαζί του «ως τον τάφο»;
Θα μπορούσε να εικάσει κανείς πως δεν απαλλάσσεται απ’ αυτήν ακριβώς γιατί την σέβεται ως μια κατάσταση απαραίτητη για την επιβεβαίωση της πολύτιμης ελευθερίας του. Η ελευθερία, άλλωστε, είναι μια έννοια θεμελιώδης για τον συγγραφέα του Μεγάλου Ιεροεξεταστή. Σ’ αυτό το κεφάλαιο των Αδελφών Καραμαζόφ, όπου γίνεται αντιληπτή περισσότερο από οπουδήποτε αλλού στο έργο του η συνεργασία του «ποιητή» και του «φιλοσόφου», η ελευθερία περιγράφεται σαν βασανιστικό δώρο του Θεού προς τους ανθρώπους. Ένα δώρο-άδωρο. Κάτι πολύτιμο, αλλά και αβάσταχτα βαρύ, που τους δίνεται άνωθεν και που τους είναι αδύνατο να το αντέξουν, επιλέγοντας, εξ αιτίας της ατολμίας τους, το βόλεμα στην υλιστική σκλαβιά.
Κάνοντας, λοιπόν, ένα λογικό άλμα , ίσως και να φτάναμε στο συμπέρασμα ότι ο ένθεος Ντοστογιέφσκι επιλέγει να κρατήσει μέσα του ζωντανό τον άθεο εαυτό του εν είδει δικαιώματος. Ένα δικαίωμα που ο συγγραφέας τολμάει να το σηκώνει σαν σταυρό μέχρι το θάνατο, μόνο και μόνο για χάρη της αποδοχής αυτής της άνωθεν δοθείσης ελευθερίας. Κομμάτι της οποίας είναι, βέβαια, και η ελευθερία για αμφισβήτηση του ίδιου του Θεού…
Στο μαρτυρικό δίπολο του Ντοστογιέφσκι , ασφαλώς, βρίσκει έκφραση το ανάλογο δίπολο της ανθρωπότητας γενικά, από την γέννηση του Χριστού και ύστερα : Από τη μία η αμφισβήτηση του Θεού και ο πόνος των αναπάντητων υπαρξιακών ερωτηματικών που αυτή συνεπάγεται και από την άλλη η πίστη και η γαλήνη της προσχώρησης σε ένα λυτρωτικό Άγνωστο. Αυτό το μεταμορφωτικό Άγνωστο, που μας κάνει να εμπιστευόμαστε την παράδοξη λογική της οντολογικής Αγάπης. Η οποία μεταφράζεται σε εκείνο το δυναμικό «πιστεύω», το απολύτως ανεξήγητο, σύμφωνα με το οποίο ο άνθρωπος , παραμερίζοντας το φυσικό του συμφέρον, αντιστρέφει τους όρους της επιβίωσης, αναγνωρίζοντας ως επιτομή της λογικής το αυτοκαταστροφικό οξύμωρο της αγάπης για τον εχθρό του…

                                       Γέννηση Χριστού, λεπτομέρεια, Παναγία του Αράκου Κύπρος-Λαγουδερά

Το «πιστεύω» αυτό, όπως το παρουσιάζει ο Ντοστογιέφσκι κάπου αλλού στην επιστολή του, «είναι απλό» . Και περιγράφεται, μέσα από την αποτίμηση του ίδιου του προσώπου του Χριστού, ως το: « πιο όμορφο, πιο βαθύ, πιο συμπαθητικό, πιο λογικό, πιο ζωντανό και τέλειο.»
Ένα «πιστεύω» που, για τους λίγους ευλογημένους σαν το Ντοστογιέφσκι, μέσα στις χιλιετίες της οδυνηρής διολίσθησης του Χριστιανισμού σε «θρησκεία εξουσίας» και της συνεπακόλουθης παραχάραξής του , κατόρθωσε και κατορθώνει ακόμα να γίνεται αντιληπτό στην ουσία του φέροντας τη βεβαιότητα της Ολόκληρης Αλήθειας.
Έστω κι αν αυτή, μέσα στην σκανδαλώδη της απλότητα, κάτω από τον αποδεικτικό φακό του ορθού λόγου φαντάζει σαν το μεγαλύτερο ψέμα στον κόσμο…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.