Loading...
Βιβλιοπαρουσιάσεις

Ελένη Κοφτερού: Χαρά Νικολακοπούλου, Μια τρυφερή καρδιά στο  βάθος, Εκδόσεις Θράκα 2018  

Στο βάθος των περιστάσεων…

 

Θα ξεκινήσω την προσέγγισή μου  για τη συλλογή διηγημάτων της Χαράς Νικολακόπουλου με τίτλο: «Μια τρυφερή καρδιά στο βάθος» από τις εκδόσεις «ΘΡΑΚΑ» που κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 2018, με ένα απόσπασμα από το διήγημα “H Μάρα και τα παραμύθια”:

«Προσπαθούσε να συλλάβει το αόρατο νήμα που συνδέει το κυριολεκτικό με το μεταφορικό. Όλη της η ζωή φάνταζε σαν μια θεόρατη μεταφορά, όχι πολύ επιτυχημένη, αναστρέψιμη πάντως. Αρκεί να έβρισκε την κλωστή. Το έκανε ευαγγέλιο ό,τι έβλεπε στον ύπνο της. Φορές κουραζόταν από την ακατανοησία. Γιατί τα σπίτια να είναι τρύπια; Γιατί τα όνειρα πολυσύχναστοι δρόμοι; Γιατί η αγάπη ένα κρυστάλλινο πρίσμα ανεύ­ρετο στους αιώνες;»

Η παραπάνω παράγραφος σηματοδοτεί και συμπυκνώνει  τις προθέσεις αυτών των ξεχωριστών διηγημάτων.

Σε κάθε ένα βρίσκουμε αλληγορίες και συμβολισμούς που εκφράζονται άλλοτε με μια θεόρατη  μεταφορά –όπως στην παρακάτω παράγραφο- όπου η  ζωή  μοιάζει  με ακαθάριστη αγκινάρα,«… Το ίδιο εκείνο απόγευμα, αφού είχε πλύνει τα πιάτα, είχε πάρει ένα ηρεμιστικό και πίνοντας τον καφέ της – decaf βεβαίως – η Ανθή κατέληξε στο εξωφρενικό συμπέρασμα ότι η ζωή μοιάζει με μια αγκινάρα. Έχει μια τρυφερή καρδιά στο βάθος και πάμπολλα αγκάθια τριγύρω της. Όσο πιο άμαθα είναι τα χέρια, τόσο το χειρότερο γι’ αυτά. Και χάρηκε που είχε δίπλα της κάποιον αξιόπιστο για να μοιράζονται τις λιγοστές μπουκιές νοστιμάδας και τις γρατσουνιές που σε δύ­σκολους καιρούς δεν μπορείς να αποφύγεις.», κι άλλοτε η συγγραφέας καταφεύγει στην πολύ ενδιαφέρουσα και  τολμηρή εικονοποϊία για να μεταφέρει την εύθραυστη ψυχολογική κατάσταση των ηρώων της, με καλοδιαλεγμένες λέξεις, υπαινικτικά, εύστοχα και ενίοτε καυστικά σχόλια: «Η αγκινάρα κάγχασε περιφρονη­τικά. Σήκωσε το κοτσάνι – χέρι της οπλισμένο με ένα πιρούνι και της το κάρφωσε κατευθείαν στο στέρνο. Ακριβώς στο μέρος της καρδιάς. Μετά ξερίζωσε με άπειρη χαιρεκακία την καρδιά της, την καρδιά της Ανθής που σπαρταρούσε ζουμερή και πεντατρύφερη, που μο­σχοβολούσε άνηθο και άχνιζε. Άρχισε να την τραγανίζει αργά και απολαυστικά, με απροσμέτρητη ηδονή, χωρίς καθόλου οίκτο την καρδιά της Ανθής που τσιτσίριζε στο καυτό λάδι πάνω στα ψιλοκομμένα κρεμμυδάκια. Και το πιο φριχτό ήταν ότι η συγκεκριμένη αγκινάρα «έφερνε» σε μια γνωστή γερμανική σκατόφατσα με φιδίσια μάτι και διαβολική μουσούδα. […]

Στην πρώτη ανάγνωση του βιβλίου η θεόρατη μεταφορά αχνοφαίνεται, και  η ανεξερεύνητη φύση της προσδίδει γοητεία και μυστήριο στην ανάγνωση  των διηγημάτων, που σχεδόν όλα σχετίζονται με την αλληλεπίδραση  της ζωής με τη φαντασία, τη δημιουργική σκέψη και την τέχνη, όπως αυτές διαμορφώνονται και επηρεάζουν το πολύπλοκο  και  πολυεπίπεδο  σύμπαν  των ανθρώπινων σχέσεων.

Οι επόμενες αναγνώσεις ωστόσο  αποκαλύπτουν φανερές και κρυμμένες  μεταφορές και εκλεκτικές συγγένειες που αναδύονται μέσα απ’ τον στροβιλισμό της γραφής.

Στο διήγημα με τίτλο: Ένα παιδί από  εκεί πάνω, η ηρωίδα -μετανάστρια μεταφορικά και κυριολεκτικά, συναντιέται μέσω της γραφής με τον πραγματικό μετανάστη, τον μικρό μαθητή με το παράταιρο μπουφάν, σύμβολο άφατης  αθωότητας,   για να επικοινωνήσει μαζί του και  να ανακαλύψει πως οι σπόροι της αγάπης δεν χάνονται ποτέ.  Ανθίζουν ακόμη κι αν ποτίζονται με δάκρυα. Είναι χαρακτηριστική η τρυφερότητα, η ενσυναίσθηση και η ευαισθησία   με την οποία η συγγραφέας περιγράφει την οδύνη του παιδιού και τον  τρόπο που αποκτά  το προσωνύμιό του «το δα­κρύβρεχτο παιδάκι» χωρίς ίχνος μελοδραματισμού, δίχως  να ολισθαίνει ούτε στιγμή  στον  διδακτισμό:

“Τον πρώτο καιρό βέβαια που είχε έρθει στο καινούριο του σχολείο, έκλαιγε ανελλιπώς με λυγμούς. Έκανε κάτι γοερά κλάματα χύνοντας αστραφτερά, καταγάλανα δάκρυα. Οι μικρές του πλάτες τραντάζονταν. Του έλειπε η πατρίδα του, είχε αφήσει πίσω μια άρρωστη γιαγιά, που φοβόταν πως θα πεθάνει και δεν θα προλάβει να την ξαναδεί, φοβόταν στην ξένη χώρα, όλα του φαίνονταν σκληρά εδώ, φοβόταν το σχολείο, τα παιδιά που θα το κορόιδευαν για τα κακά ελληνικά του. Στον σύλλογο των καθηγητών τού κόλλησαν το προσωνύμιο ‘το δακρύβρεχτο παιδάκι’.  Όμως κανείς δεν τον κορόιδεψε και το θέμα έληξε εκεί.”

Στο διήγημα με τον χαρακτηριστικό τίτλο«Η  Μάρα και τα παραμύθια», η συγγραφέας παρουσιάζει  την αναλλοίωτη και αναπότρεπτη σχέση της ζωής με τον μύθο και την αξιοποίηση του μύθου σε όλες τις εκφάνσεις του,  μέσω της γραφής.  Η ηρωίδα, σύμβολο της αναζήτησης και της νοσταλγίας, επιστρέφει στον γενέθλιο τόπο, εκεί όπου τα παραμύθια της δεν έχουν ξεψυχήσει και αξιώνεται  εικόνες,  χρώματα,   συναισθήματα και ενθουσιασμούς που είχε απολέσει. 

«Έβλεπε τη θάλασσα να ζωγραφίζει ματωμένους πίνακες το ηλιοβασίλεμα, τα σύννεφα μαλλιά κουβάρια το ξημέρωμα. Το τοπίο σε καλούσε να αποθηκεύσεις το απειροελάχιστο αριστούργημα.Ξάπλωνε στις χοντρές κροκάλες τα βράδια κι έπιανε να ανταλλάσσει απόψεις με τη Μεγάλη Αρκούδα. Άφηνε την υγρασία να την οξειδώνει. Μασούσε χαλίκια και τα έφτυνε στο κύμα. Μουρμούριζε στίχους στον άνεμο. Το σούρουπο ψιθύριζε μια μυστική προσευχή επίκληση. Άλφα, Βήτα, Γάμα, Δέλτα, Έψιλον, Στίγμα, Ζήτα, Ήτα.

ΑΛ ΦΑ ΒΗΤΑ ΓΑ ΑΜΑ ΔΕ ΕΛ ΤΑ ΕΨΙΛΩΝ

ΣΤΗΙΓΜΑ (ΙΝΑ) ΖΗΤΑ ΗΤΑ

Που σημαίνει:

Αλ, εσύ που είσαι το Φως, Έλα στη Γη

Κι εσύ Ελ ρίξε τις ακτίνες σου

Στην ιλύ που ψήνεται

Κάποιο λόγο θα έχουν για να συμβαίνουν όλα αυτά, είπε. Μακάρι να μπορούσα να διυλίσω τον κόσμο, σκέ­φτηκε. Να τον συλλάβω ολόκληρο με τις ορθάνοιχτες κεραίες, ή έστω ένα μέρος του, να τον ανακατέψω λιγάκι δημιουργικά και να τον σερβίρω με μια μπάλα παγωτό περιωπής. Να τρώει ο κόσμος και να ευφραί­νεται.»

Ποιος άλλος τρόπος, εκτός από τη γραφή, σου δίνει την ευκαιρία να διυλίσεις τον κόσμο, να τον αναπλάσεις, να τον ζυμώσεις με λέξεις, να φουσκώσει με μαγιά τον μύθο και να τον σερβίρεις στους αναγνώστες; Με μια μπάλα παγωτό, το πιο γλυκό συνοδευτικό.

Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στο διήγημα «Η γυναίκα που έλεγε ψέματα». Το σωτήριο ψεύδος της λογοτεχνικής δημιουργίας αποτυπώνει με  διαύγεια τη  μοναξιά των ανθρώπων στην επαρχία. Τα λεπτά όρια ανάμεσα σε αλήθεια και ψέμα συνθέτουν τις μεταφορές της Χαράς Νικολακοπούλου με ύφος άλλοτε λιτό, άλλοτε γλαφυρό και κάποτε ποιητικό. Η  μεταφορά είναι το αρμολόγημα των διηγημάτων που συνδέονται μεταξύ τους με μυστικά κανάλια. Οι ήρωες μπορούν να κρυφοκοιτάξουν αν  μετακινήσουν ένα τούβλο στον τοίχο, ή αν γευτούν ένα φραγκόσυκο από το ένα διήγημα στο άλλο- αν τα φανταστούμε σαν οικοδόμημα με οριζόντια ιδιοκτησία.

Στο διήγημα  «Κούκλα»  η συγγραφέας επισημαίνει, με τη δυναμική της αφήγησής  της, την ανάγλυφη δημιουργία των χαρακτήρων και τον έντονο  προβληματισμό σχετικά με το στερεότυπο της γυναίκας-  κούκλας  που συντηρείται ακόμη από τις υποτιθέμενες προοδευτικές δυτικές κοινωνίες. Η ηρωίδα κυριολεκτικά ξεφουσκώνει αποκαλύπτοντας τη θεόρατη μεταφορά μέσα από ένα καυστικό και διαχρονικό κείμενο.

Αξίζει εδώ να επισημανθεί η μυστική σχέση που συνδέει υπόγεια το διήγημα «Κούκλα» με τον Ματωμένο Γάμο του Λόρκα. Στο θεατρικό αριστούργημα του μεγάλου Ισπανού δραματουργού είναι το φεγγάρι παγερό, φωτεινό, άσπλαχνο, αυτό που θα φωτίσει άπλετα τον δρόμο των δύο παράνομων εραστών και θα ρίξει στο  κατόπι τους τούς διώκτες ώστε να επέλθει ο θάνατος και η μοιραία κάθαρση. Μια φράση που ανιχνεύουμε στο διήγημα Κούκλα είναι δηλωτική αυτής της εκλεκτικής συγγένειας «Το φεγγάρι είναι ο πιο ύπουλος καταδότης. Αυτό είναι ο Μεγάλος Αδελφός. Όπου και να τρυπώσεις, δεν μπορείς να του γλιτώσεις.»

Ειδική αναφορά θέλω να κάνω στα διηγήματα Στάση Μήδεια και Δόντια  τα οποία συνδέονται και συνομιλούν όχι μόνο μεταξύ τους μα έλκουν την καταγωγή της από την αρχαία τραγωδία και μιλούν για την αρχέγονη, καθοριστική σχέση μητέρας-παιδιού.  Στο πρώτο από τα δύο, η συγγραφέας στήνει το σύγχρονο σκηνικό του δράματος στο μετρό της Αθήνας, φέρνει την αρχέτυπη πληγή της εγκατάλειψης στο σήμερα με αριστοτεχνική γραφή, με ύφος ρεαλιστικό και με την μεταφορά να παρατηρεί αμήχανη, μα όχι αμέτοχη αυτά τα δυο συγκλονιστικά κείμενα.

Τέλος  θα ήθελα να αναφερθώ στο δεύτερο μέρος της συλλογής που απαρτίζεται από μικρά διηγήματα, στα οποία  η συγγραφέας επιδεικνύει  σπουδή στην λιτότητα. Ο αναγνώστης αφουγκράζεται τη βιωμένη εμπειρία, ακούει ωστόσο μια καθαρή λογοτεχνική μελωδία.

Θα εστιάσω στο διήγημα Το λάθος παιδί που θεωρώ  ότι καθορίζει τον ρόλο της μεταφοράς, όχι μόνον σαν εκφραστικό μέσο, μα σαν πραγματικό εργαλείο διαμαρτυρίας και  έκφρασης οδύνης. Το διήγημα ουσιαστικά είναι μια  κραυγή που θρυμματίστηκε σε λέξεις για να θρηνήσει την αποξένωση, την κτηνώδη αδιαφορία,  την αλλοτρίωση του σύγχρονου ανθρώπου:

«…..Έπειτα από σύντομη συνεννόηση μεταξύ τους:«Θα κρατήσουμε αυτό τελικά», είπε η μητέρα, σαν να διάλεγε κουβερλί για την κρεβατοκάμαρα, κι έδειξε το λάθος παιδάκι. «Θα το κρατήσουμε, μας αρέσει περισσότερο, είναι πώς να το πω… πιο χρήσιμο από το άλλο, το κανονικό.» Τους είχε φέρει καλοτυχία, αυτό ήθελε να πει.Όταν γύρισαν στο σπίτι τους, αφήνοντας σε τεράστια έκπληξη το ζεύγος Ντόναλντ, γέμισαν ένα μπολάκι με σκυλίσια τροφή πίσω από την πόρτα και τοποθέτησαν εκεί ανακούρκουδα το παιδί.

Ήταν στ’ αλήθεια ένα χρήσιμο παιδάκι – σκυλάκι, δύο σε ένα, σε εποχές που ο κόσμος μαστιζόταν από φτώχεια, ανεργία και εγκληματικότητα. Θα ήταν φύλακας ασφαλώς για το σπίτι, ούτε λόγος για έξοδα σπουδών, γκομενοδουλειές, playstation, videogames και τέτοιες αηδίες, άσε που στο μέλλον όλο και κάποιο τσίρκο θα επισκεπτόταν την περιοχή τους σε αναζήτηση καινούριων θαυμάτων – τεράτων..».

Θα κλείσω την προσέγγισή μου στα διηγήματα αυτά με τον απόηχο της τρυφερότητας των μικρών πραγμάτων,  που «γεύεται»   ο αναγνώστης μετά την ενδελεχή ανάγνωση της συλλογής. Αγκινάρες που καθαρίζονται από τα ενοχλητικά αγκάθια γίνονται φάροι παρηγοριάς της διαβρωτικής  καθημερινότητας, φραγκόσυκα -κι αυτά καθαρισμένα – ξεπλένουν την παιδική ενοχή, παραθυρόφυλλα κι αυλές, δέντρα  και πουλιά συμμετέχουν στα διηγήματα και τα εμποτίζουν με την αναλλοίωτη ιαματική ικανότητα της οργανικής ύλης. Σαν βότανα ιαματικά που φυτρώνουν στα πιο τραχιά βράχια. 

 

Η Χαρά Νικολακοπούλου γεννήθηκε στα Καλάβρυτα. Είναι φιλόλογος με μεταπτυχιακό δίπλωμα στη Δημιουργική Γραφή από το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας. Από το 1992 μέχρι το 1999 εργάστηκε ως κειμενογράφος σε πολυεθνικές διαφημιστικές εταιρείες. Zει στην Καλαμάτα κι εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση. Είναι μέλος του Δ.Σ. του Συνδέσμου Φιλολόγων Μεσσηνίας. Διηγήματα και παραμύθια της έχουν βραβευτεί σε πανελλήνιους διαγωνισμούς κι έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά: Μανδραγόρας, Παρέμβαση, Κοράλλι, δέκατα κ.ά.

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.