Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠεζογραφία

Ευρυδίκη Περικλέους Παπαδοπούλου: Η Συνάντηση

Ένας αγριοκυπάρισσος υπήρχε στην αυλή του σπιτιού στην κατεχόμενη Γιαλούσα, δυο τρεις κακοξηλωμένες τόνενες καρέκλες, τενεκέδες λαδιού και βενζίνης με κατιφέδες και γεράνια στη σειρά, ένας αλάς (αλόη) που κρυβόταν ο μισός πίσω από το πλίνθινο σπίτι που του είχε φύγει το ασβέστωμα κι έδειχνε εντελώς παραμελημένο, κι ο άλλος μισός γερμένος στο χώμα απότιστος, ο κάμπος δίπλα αποξηραμένος, μέχρι που έφτανε το μάτι φύτευαν καπνά κάποτε οι Γιαλουσίτες, τώρα ξεραΐλα, κάθισαν οι δυο φίλοι Σαπρί και Περικλής στον ίσκιο της μεγάλης βατομουριάς, εκείνη κρατούσε ζωντανά κλαδιά και φύλλα, μέχρι να στεγνώσει δάκρυ, να βρει ρέγουλα κι η καρδιά από τρέμουλο και συγκίνηση με την αναπάντεχη συνάντηση, και να πάρουν μπρος τα λόγια, ανάμικτα ελληνικά και τούρκικα που δεν είχαν ειπωθεί για σχεδόν μισό αιώνα τώρα.

Ρώτησε ο Περικλής κι έμαθε πως σε χωριά της Καρπασίας  μετέφεραν τους τουρκοκύπριους από Μανσούρα, Αμμαθιές, Σελλάιντ Άππη, Αϊ Θεόδωρο, Αϊ Γιώργη, Βροδίσια, Κότσινα, τους έδωσαν σπίτια  Ελληνοκυπρίων να μένουν, χωράφια, περιουσία μα τους ξερίζωσαν από τα δικά τους, παρά τη θέληση τους.

     «Ψάξε στην Γιαλούσα, ρώτησε στο βενζινάδικο του χωριού, θα σου πουν».

     «Γυρεύω κάποιο Ζεκκί από τα Κότσινα», είπε στον βενζινά σαν έφτασε στην κατεχόμενη Γιαλούσα, όταν άνοιξαν οδοφράγματα κι οι ελληνοκύπριοι  μπορούσαν να επισκεφτούν τα κατεχόμενα χώματα τους, γιατί απαγορευμένη ήταν η είσοδος σε  αυτά από τον τούρκικο στρατό κατοχής μετά την βάρβαρη εισβολή του 1974.

«Παραδίπλα μένει κάποιος Σαπρί, πάνω κάτω στην ηλικία σου εφέντη, εκείνος θα ξέρει», είπε ο βενζινάς και του έδειξε το σπίτι. Οι δρόμοι μονοπάτι, γδαρμένη άσφαλτος, χωρίς χώμα οι λακκούβες, άθλια όπως και όλη η διαδρομή από τη Λευκωσία μέχρι εκεί, δεν επισκευάστηκαν από τότε.

     «Εγώ είμαι ο Ζεκκί», του απάντησε ένα παλικάρι ίσα με δυο μέτρα μπόι που σαν ψήλωσε πάνω ο Περικλής να τον δει, τον ζάλισε το φως του ήλιου κι ας ήταν πια δειλινό.

     «Τότε τον παππού σου ψάχνω. Ο  πατέρας του ήταν μουχτάρης και χότζας μαζί κάποτε στα Κότσινα, πριν, πολύ πριν γεννηθείς εσύ παλικάρι μου και πριν από το μεγάλο κακό».

Ο Σαπρί πρόβαλε στο κατώφλι.

     Σαν συνήλθαν οι δυο άντρες από το αναπάντεχο συναπάντημα, «Χάρηκα που σε βρήκα Σαπρί, μα κλαίω που δεν βλέπω τον φίλο μου, τον αδερφό σου τον Ζεκκί, που πολύ μου έλειψε τούτα όλα τα χρόνια που μας χώρισαν παρά τη θέληση μας», είπε ο Περικλής.

     «Πέντε ανισόρροποι  δικοί μας, δέκα ίδιοι  και χειρότεροι δικοί σας, έφεραν το κακό και την καταστροφή στον τόπο μας. Κι εμείς  τι  φταίξαμε; Μας ξερίζωσαν από τα χωριά μας και προσπάθησαν να μας ριζώσουν σε άλλους τόπους. Μας έδωσαν σπίτια, περιουσία. Και ποιος τους είπε πως εμείς καταδεχόμαστε το ξένο μάλιν. Κι όλοι αυτοί οι χριστιανοί πού έφυγαν κυνηγημένοι  για να γλυτώσουν από τον πόλεμο, που τους ξεσπίτωσαν και έγιναν πρόσφυγες μέσα στον ίδιον τον τόπον τους, είναι για να σου φύγει το μυαλό παλιόφιλε. Άσε, με αυτά ζω κάθε βράδυ και με αυτά ξυπνώ και θα με φάει και μένα το χώμα πιο γρήγορα από όσο λογαριάζω».

     «Ποιον άλλο έχει φάει το χώμα και μου το κρύβεις Σαπρί. Μήπως ο Ζεκκί, που δεν τον βλέπω και δεν μου απαντάς που σε ρωτώ που βρίσκεται;».

     «Καλά είναι ο αδερφός μου, μην αγωνιάς. Καλά μα δεν άντεξε η καρδιά του. Έφυγε για την Αγγλία  μετά την το εισβολή. Δε  μπορούσε να υποφέρει  ούτε Τούρκους στρατιώτες να διαφεντεύουν τον τόπο, ούτε έποικους που δεν καταλάβαινε τη γλώσσα και τον τρόπο τους. “Ξενιτειά”, μου είπε μια μέρα, “καλύτερα στη ξενιτειά,να έχουν και ένα μέλλον τα παιδιά μας”, κι έριξε πέτρα πίσω του. Δεν μεταγύρισε ποτέ.

     «Είναι καλά τουλάχιστον; Στην υγεία εννοώ, είναι καλύτερα εκεί;».

     «Εσύ γνώρισες ποτέ κανένα που περνά καλύτερα σε ξένη χώρα, μακριά από εκείνη που γεννήθηκε; Εσύ  το ξέρεις πολύ καλά, μα δεν μιλάς για τα δικά σου βάσανα και τον δικό σου ξεριζωμό».

     «Σήμερα ήρθα για τον φίλο μου. Σιγά σιγά θα τα πούμε όλα. Τα βάσανα και οι κακουχίες του πολέμου δεν λέγονται μέσα σε μια συνάντηση. Τον σκέφτομαι πάντα και τώρα που άνοιξαν τα οδοφράγματα και μπόρεσα να περάσω απέναντι ήρθα να τον βρω».

     «Κι εκείνος σε γύρευε, μέσα στην εισβολή σε γύρευε σαν τρελός. Τηλέφωνα δεν επικοινωνούσαν, οι δρόμοι κλειστοί κι οι ψυχές μας μαύρες κάρβουνο με τούτον όλο το κακόν που έδωσε μες στον τόπο μας. Ήθελε να μάθει αν ζεις γιατί άκουσε πως σε έπιασαν αιχμάλωτο και πως σε επήραν στα Άδανα. Επιάσαν σε, εν αλήθεια Περικλή;

    «Με έπιασαν, με αλλά με άφησαν , γιατί πιστεύω πως βοήθησε που μιλούσα τούρκικα, τούτα που μου μάθατε ο Ζεκκί κι εσύ στον Πύργο όταν είμαστε τσιράκια στον μάστρε Αγαθόκλη, τότε που μέναμε κι οι τρεις μαζί. Θυμάσαι Σαπρί»;

Έσκυψε ο Σαπρί και μπήκε στο σπίτι χωρίς να απαντήσει μη τον μαρτυρήσουν κάτι δάκρυα που αργοκύλησαν στα μάγουλα του. Έψησε καφέ και τον έφερε, μαζί  μαχαλεπί με τριαντάφυλλο.

     «Στην υγειά μας καρτάζ».

     «Στην υγειά του Ζεκκί, όπου και να βρίσκεται».

Ο ήλιος βούτηξε στη θάλασσα και έβαψε το δειλινό ροδί, οι κουβέντες βαριαναστέναζαν κουρασμένες, όμως μέσα σε μια εγκάρδια εξομολόγηση, χωρίς να υπολογίζουν τα χρόνια που τους χώρισαν εμπιστευόταν ο ένας τον άλλο, αδέρφια ξανά.

Τούρκικα  μιλούσε από παιδί ο Περικλής. Του τα είχε μάθει  ο Ζεκκί κι εκείνος  τα ελληνικά φαρσί.  Μόλις είχαν βγάλει κι δυο το δημοτικό σχολείο του χωριού τους ο καθένας και τους έστειλαν στον Πύργο να μάθουν τέχνη στο μάστρε Αγαθόκλη που έφτιαχνε παπούτσια. 

     «Τσαγκάρης γιε μου να γίνεις, του είπε η μάνα του. Τέχνη για να ζήσεις και να προκόψεις. Μεγαλύτερο σχολείο δεν έχει κι ας παίρνεις τα γράμματα που λέει ο δάσκαλος. Αν ζούσε ο πατέρας σου καλύτερα θα ήταν τα πράγματα, μα τώρα έτσι θα γίνει». Κατέβηκε στον Πύργο η μάνα του Περικλή,  η κυρά  Παρασκευούλα, από το χωριό της το Λιβάδι που ήταν  κάτω από τον Σταυρό της Ψώκας μέσα στο δάσος, τα είπαν με τον μάστρε Αγαθόκλη του πλήρωσε και πέντε εγγλέζικες λίρες για τρία χρόνια που θα  μάθαινε τέχνη στο παιδί της και που θα έμενε και στο σπίτι του.

Ο μουχτάρης και χότζας μαζί του χωριού Κότσινα ο πατέρας του Ζεκκί,τα ίδια είπε στον μικρότερο γιο του και τον άφησε κι εκείνο στον μάστε Αγαθόκλη τον ίδιο  ακριβώς καιρό, Σεπτέμβρης  1940. Τα δυο παιδιά κοιμόντουσαν μαζί στο δωματιάκι στο ανώγι που τους παραχώρησε ο μάστορας τους και δέθηκαν με φιλία καρδιάς.

    «Τον φοβάμαι άμα φωνάζει Περικλή κι όλο παρακαλώ τον  Αλλάχ να με γλυτώσει από τον θυμό του μάστρε Αγαθόκλη και φωνάζω και σε σένα να με κρύψεις κάπου».       

    «Κι εγώ τον φοβάμαι, μα νάχεις θάρρος Ζεκκί, κι ο Θεός μας βοηθά». Και γέμιζαν εκείνα τα σκούρα σαν νύχτα μάτια του Ζεκκί κι άλλος τον τράβαγε το βράδυ να ξεχαστούν, στον καφενέ που είχε ραδιόφωνο να ακούσουν τα ανακοινωθέντα του πολέμου. Κι ύστερα περίμεναν να δουν τους ακτοφύλακες ένα Τούρκο που ερχόταν από τον Πωμό στον Πύργο και έναν Έλληνα που ξεκινούσε από τον Πύργο για τον Πωμό με ποδήλατο και οι δυο, που πρόσεχαν τα παράλια από εχθρικά πλοία, και χάζευαν σαν αξιοθέατα εκείνα τα φωτάκια του ποδηλάτου που φωσφόριζαν μέσα στη παχιά νύχτα.

    «Από εχθρικά πλοία πρόσεχαν τα παράλια Τούρκοι και Ρωμιοί», επανέλαβαν την φράση μαζί κι οι δυο άντρες που το θυμήθηκαν μα δεν το σχολίασαν, μόνο που ρούφηξαν τον καφέ μέχρι κατακάθι.

Ο Σαπρί πήγε πολύ αργότερα στον Πύργο κι έμεινε κι εκείνος μαζί με τα άλλα δύο αγόρια στο ανώγι του μάστρε Αγαθόκλη, που έκανε το χατίρι στο χότζα να κρατήσει και το δεύτερο  παιδί του μαζί με το άλλο, παρότι  ο Σαπρί  πήγε να γίνει μαραγκός σε άλλο μάστορα. Ο Αγαθόκλης είχε περί πολλού τη φιλία του με τον μουχτάρη και χότζα του μεγαλοχωριού.

Μπήκε ξανά ο Σαπρί στο σπίτι κι επέστρεψε κρατώντας με τα δυο του χέρια ένα συρτάρι τραπεζιού πολυκαιρισμένο, με φαγωμένες τις άκριες, ξεφλουδισμένο, το βερνίκι αόρατο, και το έβαλε κάτω στο χώμα.

     «Όλα δικά σου. Αν θες πάρε και το συρτάρι μαζί. Τίποτε δεν νοιώθω δικό μου σ αυτό το σπίτι που το κλαίνε άνθρωποι που το έκτισαν με τον κόπο τους».

Σκορπισμένα χαρτιά φάκελοι ανάκατοι επιστολές  ανάνοιχτες  με γραμματόσημο το κεφάλι της βασίλισσας της Αγγλίας.

     «Με τον καιρό σταμάτησα να τις διαβάζω. Αν είναι να έρθει ο αδερφός μου, θα έρθει μια μέρα ξαφνικά και τον περιμένω. Κάθε δείλι κάθομαι εδώ και τον περιμένω».

    «Τι είναι τούτο πάλιν Σαπρί»;

     «Ψάξε και θα βρεις ότι ζητάς για τον Ζεκκί».

Ο Περικλής ένοιωσε πως δεν είχε το δικαίωμα να τα αγγίξει. Από πού κι ως που να ανακατέψει ξένα χαρτιά.

    «Ψήνω κολοκάσιν με ντολμάδες», είπε η ηλικιωμένη γυναίκα που φάνηκε για πρώτη φορά στην πόρτα, «θέλω να μείνεις να φάμε. Δεν ξαναείδα τον άνδρα μου να χαμογελάσει από τότε που φύγαμε από το χωριό μας. Χάρη σου το ζητώ μείνε στο τραπέζι μας. Σήμερα έχουμε χαρές αναπάντεχες».

    «Ότι μας δένει με το παρελθόν μας παρηγορεί. Γι αυτό μην στερήσεις της γυναίκας μου τούτο που σου ζητά Περικλή. Είναι σαν να βλέπω ξανά τον αδερφό μου να δειπνά μαζί μας. Σαν δίδυμα ήταν γυναίκα. Τίποτε δεν μπήκε ποτέ στο ανάμεσο τους.  Δεν σου κρύβω πως κρυφοζήλευα την τόση φιλία τους. Φύλαγε το ψωμί ο ένας  να το δώσει στον άλλο, μοιράζονταν τις δουλειές αδιαμαρτύρητα, τραγουδούσαν ολόχαροι παρ όλη την κούραση και τον κόπο της ημέρας, γιατί ο Αγαθόκλης μας αγγάρευε κιόλας με τόσα μικροθελήματα, μα οι δυο τους ξανοίγονταν στο πέλαγο όλο γέλιο χαίρονταν τη ζωή, ξεχνούσαν τα βάσανα. Όταν ήρθε ο Ζιχνί όμπασιης από την Γυαλιά στον Πύργο να  εξιχνιάσει μια υπόθεση κλοπής ζώων, έβγαλε λόγο στην πλατεία του χωριού κι ο Περικλής κράτησε τα λόγια του και μας τα επαναλάμβανε σαν ποίημα κάθε βράδυ, πως πρέπει να γίνουμε  καλοί και τίμιοι άνθρωποι. Σαν προσευχή επαναλάμβανε εκείνα  τα λόγια του Τούρκου όμπασιη τούτος ο χριστιανός.  Κι ύστερα ο Περικλής τον τράβηξε μαζί του στη Χώρα τον αδερφό μου, εκεί που δούλευε κι εκείνος σ έναν Αρμένη στον αρμενοτουκομαχαλά στην οδό Αραστά, σκαρπαρούθκια πια και οι δύο».

     «Σε λίγο το φαγητό θα είναι έτοιμο», είπε η γυναίκα σαν τέλειωσε ο άνδρας της  την κουβέντα του και ξαναχάθηκε σ’ ένα σπίτι χωρίς βάθος, απεριποίητο, τσιμέντα φαγωμένα, παράθυρα να κρέμονται μια σταλιά ετοιμόρροπα από τους μεντεσέδες, η πόρτα άβαφη 34 χρόνια.

     «Δεν είναι δικό μου. Όπως το άφησαν να το βρουν οι ιδιοκτήτες σαν επιστρέψουν να το επισκευάσουν όπως εκείνοι θέλουν. Ο χρόνος καταλιεί και τους ανθρώπους και τα σπίτια», μονολόγησε, που κατάλαβε πως ο Περικλής διερωτήθηκε μέσα του γιατί δεν έφτιαξε εκείνο το ετοιμόρροπο τόσα χρόνια.«Κι εμείς να πάμε στα δικά μας που κάηκε η καρδιά μας», συμπλήρωσε.

Δεν μίλησε ο Περικλής μονάχα αναστέναξε, δεν ήθελε να ανοίξει κουβέντες πληγές ,δεν ήθελε να πει τα δικά του πονεμένα. Τι να πει και τι να αφήσει πίσω, καλύτερα ανέγγιχτα, εξάλλου γιατί να δώσει άλλο πόνο στο Σαπρί, σε τι θα εξυπηρετούσε, μόνο που τόλμησε και πήρε μια επιστολή στα χέρια του κι άρχισε να την διαβάζει δυνατά στα τούρκικα. «Το εστιατόριο Fish and chips στηνTrafalgar Square το έβαλα να πουληθεί γιατί σκέπτομαι κάποτε πως πρέπει να στραφώ να πεθάνω στη γη που γεννήθηκα». Και στο υστερόγραφο έγραφε «φρόντισε να βρεις τον Περικλή αδερφέ μου, να μάθεις νέα του».

Άνοιξε άλλη επιστολή και το βλέμμα του τράβηξε απ ευθείαν στο υστερόγραφο που ρωτούσε, «είχες νέα από τον Περικλή; Άκουσα πως θα ανοίξουν τα οδοφράγματα, είμαι σίγουρος πως θα με αναζητήσει»…

Ένα ταξί φρέναρε απότομα μπροστά στην αυλή του σπιτιού  ξαφνιάζοντας τους, άφησε ένα ηλικιωμένο άνδρα με μια ταξιδιωτική βαλίτσα στο χέρι, κολλημένο πάνω της ένα αυτοκόλλητο με το κεφάλι της βασίλισσας της Αγγλίας και από την άλλη τον χάρτη ολόκληρης της Κύπρου δίχα διαχωριστικές γραμμές, και χάθηκε καπνός.

Οι τρεις μεσόκοποι άνδρες,  Σαπρί,  Περικλής και Ζεκκί, άνοιξαν μια γερμένη από τα χρόνια αγκαλιά,  κουρασμένοι είχαν περάσει κατά πολύ τα ογδόντα από καιρό,  έκλεισαν ο ένας τον άλλο μέσα  κι έκλαψαν πιο πολύ για κείνα που τους έδεναν και ύστερα για κείνα που τους χώρισαν. 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.