Loading...
Πεζογραφία

ΖΩΗ ΚΑΤΣΙΑΜΠΟΥΡΑ: Πετσετάκια, σεμεδάκια, καρεδάκια

Στην οδό Σωκράτους, κοντά στο Δίπορτο, και στην Αρμοδίου και κυρίως στην Αθηνάς προς την Ομόνοια έχουν ανοίξει κάμποσα παλιατζίδικα. Πάω και χαζεύω, συχνά. Δεν είναι καθόλου αντικερί,  με διαλεγμένα και καλής ποιότητας παλιά σερβίτσια και φωτιστικά και μαχαιροπήρουνα και διακοσμητικά. Αυτές  είναι άλλο πράγμα. Σε προκαλούν να αγοράσεις χωρίς να  χρειάζεσαι, γιατί είναι ωραία τα αντικείμενα  που έχουν και  ίσως βρεθεί κάποιος χώρος να μπουν κι αυτά… Μπορεί και  για να αποκτήσεις την ψευδαίσθηση κληροδοτούντων αστών προγόνων, να τα βλέπεις και σιγά σιγά να το χαζοπιστεύεις πως είχες και μια προγιαγιά που έπινε το τσάι της, ας πούμε, σε εγγλέζικη  πορσελάνη!

Τέλος πάντων, τα μαγαζάκια στη Σωκράτους και την Αθηνάς έχουν φύρδην μίγδην τα πράγματα που βρίσκουν οι μαγαζάτορες μάλλον όταν αδειάζουν τα σπίτια πεθαμένων γέρων. Πιθανόν και όταν τους καλούν να καθαρίσουν αποθήκες και ταράτσες και υπόγεια. Ίσως και όταν γίνονται ανακαινίσεις στα διαμερίσματα και μαζί με τα παλιά ντουλάπια της κουζίνας εξορίζεται και όλος ο εξοπλισμός και η διακόσμηση για να αγοραστούν καινούργια. Το ΙΚΕΑ  και το ΖΑRA HOME εφοδιάζουν  χωρίς πολλά λεφτά τα σπίτια με το σύγχρονο ύφος επίπλωσης, οπότε δεν είναι μόνο τα πλούσια νοικοκυριά που ανανεώνονται συχνά πλέον. Στα παλιατζίδικα, λοιπόν,  αυτά συνυπάρχουν λογής λογής σαχλοδιακοσμητικά των παζαριών και των κινέζικων αγορών με ταγιαρισμένα κρυστάλλινα σερβίτσια και βρίσκεις ενδιαφέρουσες παλαιικές κορνίζες με θολούς καθρέφτες δίπλα σε χοντροκομμένα καντηλέρια του 70 που παρίσταναν τα μεσαιωνικά. Μέσα στην ανακατωσιά και τη σκόνη. Και μαζί δαντέλες και πολλά κεντήματα. Πάρα πολλά κεντήματα. Τα είχα προσέξει για πρώτη φορά  στο Μαρούσι. Προσφορά, με 3 και 5 ευρώ, σε ένα πανέρι έξω από ένα καλό παλαιοπωλείο, μια κατοστή σεμέν, καρεδάκια, πετσετάκια, κάδρα. Καλοκεντημένα, φοδραρισμένα, με τρέσες γύρω γύρω, με φούντες στις γωνίες. Έμεινα και τα έψαχνα με συγκίνηση.  Όπως ψάχνω με συγκίνηση κάθε φορά τα καλάθια στην Αθηνάς και τη Σωκράτους. Τα ξεχωρίζω, τα κρατώ απλωμένα μπροστά μου  και σκέφτομαι τις κεντήστρες τους.  Σεμέν της προίκας, που κεντήθηκαν από αισιόδοξες κοπελίτσες για  να στολίσουν το κεντρικό τραπέζι και ασορτί πετσετάκια για τα δυο βοηθητικά τραπεζάκια του σαλονιού στο σπίτι που ονειρεύονταν. Και καρεδάκια για να καλύψουν τα κομοδίνα. Δαντελένια σεμεδάκια που έπλεξαν με χαρά χρυσοχέρες γιαγιάδες για να μη λερώνουν οι πολυθρόνες εκεί που θα ακουμπούν τα μπράτσα και το κεφάλι στα σπίτια των εγγονών. Μαξιλαράκια για τον καναπέ, αλλά και για το πολυπόθητο αυτοκίνητο . Κουβερτούλες για το παιδικό καρότσι με πάπιες χήνες και λαγούς. Καρέ σε αδρύτερο ύφασμα, από κείνα που προορίζονταν να καλύπτουν απορροφητήρες και πλυντήρια. Κουρτινάκια για κουζίνες με κοτούλες και φρούτα και τριανταφυλλάκια. Τραπεζομάντηλα της φιγούρας με βαλκανικά γραμμικά σχέδια. Μαξιλάρια και σεντόνια με αντραντέδες. Κάδρα σταυροβελονιά! Αυτή ήταν και η τελευταία φάση των κεντημάτων. Το κάδρο αγοραζόταν σταμπωμένο από τη Ντεμισέ, έτοιμο, να κεντηθεί, να κορνιζωθεί, να διακοσμήσει το σαλόνι, την τραπεζαρία και την κρεβατοκάμαρα. Στοίχιζαν όμως ένα κόσμο λεφτά και, εκτός αυτού, τα σχέδιά τους σπανίως θύμιζαν τις ταπισερί του Μουσείου Cluny. Τσιγγάνες και τσιμπουκάδες ναυτικοί και ζευγάρια αγκαλιασμένα στο ηλιοβασίλεμα (για κρεβατοκάμαρες) και νεκρές φύσεις και δασικά τοπία της κεντρικής Ευρώπης. Κουραστικά και άτεχνα. Ήταν τα πρώτα που εξοστρακίστηκαν από τη διακόσμηση, που τα βαρέθηκαν και οι ίδιες οι κεντήστρες τους.

Ύστερα,  η τηλεόραση εγκαθίδρυσε την απόλυτη εξουσία της, πού καιρός για κέντημα; Λιγόστεψαν και  οι γυναίκες που έμεναν άεργες  στο σπίτι τους. Και τα κορίτσια πια δεν ετοιμάζουν προίκα, αγοράζουν τα χρειαζούμενα όταν ανοίγουν καινούργιο νοικοκυριό. Κυρίως, όμως, έφυγαν από τη μόδα της διακόσμησης  τα εργόχειρα. Τώρα το τραπέζι του σαλονιού είναι γυμνό ή διακοσμείται με ένα αφρικάνικο ζωγραφιστό πανί στα πιο ψαγμένα σπίτια. Και στα άλλα με ένα κινέζικο «κεντητό», που τα πουλάνε πάμφθηνα ως και στη λαϊκή, και που μπορεί να ανανεώνεται, άλλο τα Χριστούγεννα, άλλο το Πάσχα, άλλο το καλοκαίρι. Ευκολία και ποικιλία.

Ανάμεσα σε αυτά που περιμένουν στα πανέρια (κάποια άλλα σίγουρα θα έχουν ήδη πεταχτεί βιαστικά στον σκουπιδοτενεκέ με την ανακαίνιση ή τη μετακόμιση) είναι προίκες που δεν πήγαν ποτέ σε σπίτι γαμπρού, γιατί ο γαμπρός προσπέρασε. Και κεντίδια που η γιαγιά χάρισε με περηφάνια και καμάρι σε εγγόνια που δεν τα γούσταραν καθόλου. Και μισητά προικιά  γάμων που διαλύθηκαν.  Και δαντέλες που γέμισαν πολλές ώρες δυστυχισμένης  απραξίας και αναμονής. Οπωσδήποτε, βέβαια, και κάποια που κεντήθηκαν πολλά καλοκαιρινά απογεύματα, σε κατώφλι σπιτιού, με τη χαρά και το κουβεντολόι  της συντροφιάς των γειτονισσών.  Αχ, οι κεντήστρες! Να βρουν το σχέδιο,  να ταιριάξουν τα χρώματα, να καρυκώσουν το πανί, να περάσουν απογεύματα και απογεύματα δουλεύοντας και φανταζόμενες την ωραία οικογένεια, την ωραία συντροφιά που θα χαιρόταν στο ωραίο σπίτι το κέντημα.  Και τα καλά λόγια ή και τη ζήλια των άλλων γυναικών όταν θα έβλεπαν καμωμένο το έργο. Ίσως συνέβησαν και αυτά. Ίσως όμως και όχι. Τα πολλά κεντήματα είναι καινούργια, αμεταχείριστα, διαψεύσεις των όποιων σχεδίων.

Θέλει πολύ χρόνο ένα κέντημα. Δεν πληρώνεται με χρήματα, δε βγάζει κέρδος  ως δουλειά . Στη δεκαετία του 1970, μέχρι και αρκετά μετά, έβλεπα και πουλούσαν πανάκριβα, με τα κριτήριά μου,  τα κεντήματα στα μαγαζιά της Οδού Μητροπόλεως. Απορούσα πώς δίνουν τόσα λεφτά οι τουρίστες, αλλά και πώς είναι δυνατόν να αποζημιώνονται με αυτά οι κεντήστρες   που ήθελαν, το λιγότερο,  είκοσι μεροκάματα να τα φτιάξουν. Από τη μια πεταμένα λεφτά, σκεφτόμουν, από την άλλη τζάμπα, απλήρωτος  κόπος. Όταν γύρω στο 90 ήρθαν πλήθη από την Αλβανία, το εργόχειρο φτήνυνε. Πολλές στην Αθήνα και στις επαρχίες παράγγελναν δαντελένιες κουρτίνες στις Αλβανές, που μέσα στο ζόρι  και τη φτώχεια τους δέχονταν το ελάχιστο  μεροκάματο, που αντιμετώπιζαν μάλλον την αμοιβή από το κέντημα και το βελονάκι σαν χαρτζηλίκι  στην αεργία τους, παρά σαν εργατική αποζημίωση.

Και μετά  ήρθαν οι Πόντιοι και γέμισαν οι λαϊκές υπέροχα ουκρανικά και ρώσικα κεντήματα. Για ένα κομμάτι ψωμί. Αλλά είχε ήδη περάσει η μόδα των εργόχειρων. Και τώρα;

Τώρα στα παλιατζίδικα, στα πανέρια, κάτω στα πεζοδρόμια, ανακατωμένα και κακοπαθημένα, περιμένουν τους περίεργους που θα τα αναζητήσουν. Οι τιμές τους («πάρτε, πάρτε, όλα ένα ευρώ») μαρτυρούν ότι δεν περισσεύουν κιόλας αυτοί οι περίεργοι και οι περίεργες. Πάω κάθε φορά και τα κοιτάζω, τα εκτιμώ, τα αξιολογώ, τα φαντάζομαι στρωμένα και μετά τα αφήνω στον τόπο τους. Λίγα είναι τα λεφτά, αλλά τι να τα κάνω; Στα συρτάρια μου αλλάζω δυο φορές τον χρόνο καμφορές και λεβάντες στα δεκάδες σεμεδάκια, καρεδάκια, πετσετάκια που κέντησα με τη συμβουλή (και την απειλή) της μαμάς μου, έφηβη και ανύπαντρη, και τώρα δεν τα στρώνω πουθενά. Τι τα θέλω κι άλλα; Αφού πέρασε η μόδα….

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *