Loading...
Πεζογραφία

ΖΩΗ ΚΑΤΣΙΑΜΠΟΥΡΑ: Τα πετεινά του μετρό

  Ήταν βράδυ, κάπως αργά, και στο μετρό δεν είχε πολύ κόσμο. Καθίσαμε με την Α. σε δυο απέναντι θέσεις και μιλούσαμε απορροφημένες τόσο, ώστε να μη δώσουμε μεγάλη σημασία στους δυο νεαρούς που, από το Μοναστηράκι, εγκαταστάθηκαν δίπλα μας και ασχολήθηκαν με τα κινητά τους. Όταν όμως κατέβηκε η Α. στον Ευαγγελισμό, την κενή της θέση, απέναντί μου, ήρθε κι έπιασε μια τσιγγανοφορεμένη. Μεγαλούτσικη, με το ένα της μάτι φριχτά χαλασμένο. Ανύπαρκτο, μόνο τα βλέφαρα, ανάμεσά τους διακρινόταν κάτι σαν δέρμα, παρά σαν φακός. Ανατρίχιασα κι έβγαλα κι εγώ το κινητό μου, να χαζέψω τάχα, όπως κάνουν όλοι στο μετρό, κυρίως όμως για να μην την κοιτάω, που το μάτι μου πήγαινε ίσια στο δικό της χαλασμένο.

Άρχισε να μιλάει με τους νεαρούς εκνευρισμένη και, έστω κι αν προσπαθούσα να μην προσέχω, ήταν φανερό ότι μάλωνε τον ένα από τους δυο, τον διπλανό μου, ο οποίος της απαντούσε στον ίδιο τόνο, μέχρι που ανέβηκε αυτός ο τόνος πολύ «Ε, δεν είμαι και τόσο μαλάκας, σκάσε!» και με ανάγκασε, όπως και τους άλλους επιβάτες, να τους προσέξω. Μόλις σήκωσα το κεφάλι, η γυναίκα σαν να περίμενε:

-Πες του κι εσύ, κυρία, είναι πράγμα αυτό που έκανε;

Τα έχασα λίγο. Τώρα να πιάνω κουβέντα στο μετρό; Είχα περιέργεια όμως

-Τι έκανε;

-Πήγε και παντρεύτηκε και τώρα την έχει τη γυναίκα του και ζητάει γύρω γύρω στο Μοναστηράκι για να τον ταΐζει!

Στράφηκα δίπλα μου να δω τον παντρεμένο, που τώρα έπαιζε πάλι με το κινητό του, τάχα μου απορροφημένος. Παιδάκι. Μόλις που έβγαζε μουστάκι, αδύνατος, κάπως αλίμονος. Ο απέναντι, παρόμοιας ηλικίας και κοψιάς,  κάγχαζε, σαν αναποφάσιστος συναισθηματικά, να γελάσει ή να θυμώσει.

-Ναι. Και τώρα θέλει και να νοικιάσει σπίτι χώρια. Πώς θα το πληρώνει;

-Ε, θα δουλέψει, της λέω. Δουλεύεις; Απευθύνομαι στον νεαρό.  

-Δούλευα, αλλά σταμάτησα.

-Α, γιατί σταμάτησες;

-Δεν με πλήρωνε το αφεντικό.

-Μμμ! Καλή αιτία. Ψάχνεις για δουλειά;

-Ψάχνω, αλλά πού να βρω. Κι αυτή δεν με πιστεύει…

«Αυτή» πετάχτηκε.

-Μη λες ψέματα, ψεύτη! Προτιμάει να γυρνάει όλη τη μέρα!

-Ε, καλά… Φοβήθηκα τον καυγά. Ηρέμησε, ηρέμησε! Γράμματα ξέρεις; Πήγες στο σχολείο; ρώτησα τον νεαρό, να αλλάξω την κουβέντα.

-Πήγα ως τη Δευτέρα Γυμνασίου

-Και γιατί σταμάτησες;

-Ε, παντρεύτηκα!

Σωστό κι αυτό! Πώς θα συνδύαζε τα συζυγικά του καθήκοντα με τη σχολική εργασία;

-Πόσων χρονών είσαι;

Δίστασε

-Δέκα… έξι

Δεν του φαινόταν με τίποτα. Αλλά, τι να πω, μπορεί, πολλά δεκαεξάρικα μικροδείχνουν.

-Αχ, παιδί μου, μια φορά ζούμε και πρέπει να προσέχουμε τις αποφάσεις μας. Πρέπει να πας στο νυχτερινό και να βρεις δουλειά! Ετυμηγόρησε δια στόματός μου η καθηγήτρια.

-Μια φορά ζούμε… Εντυπωσιάστηκε ο νεαρός.

Η γυναίκα απέναντι κουνούσε το κεφάλι απελπισμένη.

-Τι θα κάνουμε; Τι θα γίνει, τι θα γίνει;

-Τι σου είναι; Τη ρώτησα.

-Του αδελφού μου παιδί. Πέθανε ο πατέρας του κι αυτός δεν μας ακούει, κανέναν. Πήγε και παντρεύτηκε. Είναι τώρα αυτός για παντρειά;

Ο γαμπρός χαμογελούσε χαρούμενος, καμαρώνοντας.

-Πού μένετε; Πήγα πάλι να γυρίσω αλλού την κουβέντα. Το βαγόνι πια είχε σχεδόν αδειάσει.

-Στα Σπάτα, δίπλα στην ΑΕΚ, πετάχτηκε ο απέναντι. Το ξέρετε το μέρος;

Δεν το ήξερα.

Ο  δίπλα μου μονολογούσε μορφάζοντας:

-Μια φορά ζούμε… Μια φορά ζούμε…

Του χαμογέλασα.

-Άρα, να προσέχουμε, όσο μπορούμε, να ζούμε καλά…

Είχαμε φτάσει στο  Νομισματοκοπείο, σηκώθηκαν να βγουν. Με χαιρέτησαν με πλατιά χαμόγελα, ακόμα και η εκνευρισμένη θεία. Και ο τέως μαθητής μού  φώναξε από την πόρτα:

-Καλό δρόμο κυρία. Να προσέχεις!

Να προσέχω, πετεινό  του ουρανού … Να προσέχω. Εσένα συμβούλεψα από κεκτημένη ταχύτητα και για συμπαράσταση στη θεία σου, μα σε μένα, την κατά αντίληψιν εδραία, χρειάζεται η πολλή προσοχή κι ας μην αποδίδει παρά ελάχιστα…

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.