Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Ηλίας  Κεφάλας: Κώστας  Κουτσουρέλης: «Η Τέχνη που αυτοκτονεί» (Δοκίμιο, σελ. 112, Μικρὴ Ἄρκτος, Ἀθήνα 2019)  

Ποιὰ εἶναι ἡ τέχνη ποὺ αὐτοκτονεῖ; Ὁ ὑπότιτλος τοῦ βιβλίου «Γιὰ τὸ ἀδιέξοδο τῆς ποίησης τοῦ καιροῦ μας» τὰ ξεδιαλύνει ὅλα. Ἡ ποίηση, λοιπόν, καὶ τὰ ἀδιέξοδά της, δηλαδὴ ἡ ἀπώλεια κάθε ἐπαφῆς μὲ ἕνα καθαρῶς ἀναγνωστικὸ κοινό. Καὶ ὅλο αὐτὸ τὸ μαρτύριο τῆς ἀρχαιότατης τέχνης συμβαίνει ἐπειδὴ ἡ ποίηση μπῆκε προοδευτικὰ σὲ ἕνα δρόμο ποὺ τὴν ἀπομακρύνει δραματικὰ ἀπὸ τοὺς ἀναγνῶστες της.

            Ὁ Κώστας Κουτσουρέλης, ποιητὴς τῆς νέας γενιᾶς καὶ ὁ ἴδιος, ἀλλὰ καὶ ἐπίμονος μελετητὴς καὶ ἀναδιφητὴς τὼν ἱστορικῶν ἐξελίξεων στὴν ποίηση καὶ τὶς θεωρίες της, ἀναζητᾶ ἐδῶ τὶς αἰτίες, γιὰ τὶς ὁποῖες ἡ ποίηση τῶν ἡμερῶν μας ἔχασε τὴν ἀξιοπιστία της και, κυρίως, τὴ δυνατότητα νὰ θέλγει καὶ νὰ προσελκύει τὸ ἀναγνωστικὸ κοινὸ στοὺς κόλπους της. Ὑπάρχει διάχυτη μιὰ ἀπαρέσκεια στοὺς σύγχρονους ἀναγνῶστες γιὰ τὰ τελευταῖα ποιητικὰ ρεύματα καὶ μιὰ καθολικὴ σχεδὸν στροφὴ πρὸς τὴν πεζογραφία μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μένουν ὡς ἀναγνῶστες τῆς ποίησης σχεδὸν μόνον οἱ ποιητές της.

            Στὴ δεκαετία τοῦ 1980 θυμᾶμαι τὴν ποιήτρια Νανὰ Ἠσαΐα νὰ μοῦ δηλώνει ἀποφασισμένη: «Θὰ ἐγκαταλείψω τὴν ποίηση. Δὲν μᾶς διαβάζει κανένας. Θὰ στραφῶ στὸν πεζὸ λόγο. Ἐκεῖ τουλάχιστον θὰ μὲ διαβάσουν κι ἑκατὸ ἄνθρωποι». Τὸ εἶπε καὶ τὸ ἔκανε. Ἐξέδωσε στὴ συνέχεια δυο-τρία ἀφηγηματικὰ βιβλία. Δὲν ξέρω ἂν βρῆκε τὸ κοινὸ ποὺ ἔψαχνε. Ξέρω, ὅμως, ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι δὲν τῆς ἀπονεμήθηκε ὁ τίτλος τῆς πεζογράφου καὶ τῆς ἀπέμεινε ὡς ἰσχυρότερος ἐκεῖνος τῆς ποιήτριας.

            Ὁ Κώστας Κουτσουρέλης, ξεκινώντας ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ ρομαντισμοῦ κι ἐντεῦθεν, ἀναζητᾶ, βρίσκει κι ἀπαριθμεῖ στὴν ποίηση ἀναρίθμητες κι ἐπάλληλες αἰτίες τῆς ἀπώθησης τῶν ἀναγνωστῶν ἀπὸ τὶς ἐπάλξεις της. Τὸ πρῶτο ποὺ ἐντοπίζει εἶναι τὸ φαινόμενο τῆς διγλωσσίας, δηλαδή ἄλλη εἶναι ἡ γλώσσα τῆς ποίησης και ἄλλη ἡ γλώσσα τοῦ ἀναγνώστη. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι νὰ μὴν ὑπάρχει συνεννόηση καὶ κοινὴ ἀντίληψη τῶν πραγμάτων κοινοῦ ἐνδιαφέροντος ἀπὸ τὶς δύο πλευρές. Ἡ ἀποξένωση τοῦ κοινοῦ ἀπὸ τὴν ποίηση συντελέστηκε σε τρία στάδια, φρονεῖ ὁ συγγραφέας κι ἔχει ἀπόλυτο δίκαιο: Στον ρομαντισμό, στὸν συμβολισμὸ καὶ στὸν μοντερνισμό. Οἱ ποιητὲς ἀνέβηκαν οἱ ἴδιοι στὸ καλάμι τους κι ἀπομακρύνθηκαν ἀπὸ τὸν κόσμο. Ἔχρισαν τὸν ἑαυτό τους κρυφὸ νομοθέτη τῆς ἀνθρωπότητας (Σέλλεϋ), θεώρησαν τὸν κόσμο βάρβαρο ὄχλο (Γκεόργκε) καὶ περιόρισαν τὴ θέση τους στὸ περιθώριο τῶν ἐπαϊόντων (Μαλλαρμέ). Τελευταῖο στάδιο τῆς ποιητικῆς αὐτοχειρίας ἦταν ἡ ἄκρα ἀποχαλίνωση τοῦ μοντερνισμοῦ ποὺ ἀναζητοῦσε τὸ ἐντελῶς καινούριο, δίνοντας σημασία στὸ ὄχι τί λές, ἀλλὰ στὸ πῶς τὸ λές. Ὁ συγγραφέας σκέφτεται μελαγχολικὰ ὅτι ἡ ποίηση ἀπὸ μιὰ τέχνη τερπνή, κάποτε, κατάντησε σιγὰ σιγὰ ἕνα ἀκατανόητο σταυρόλεξο καὶ ἡ σπουδαία οἰκουμενικὴ γλώσσα της, ποὺ κυριαρχοῦσε στὸν δημόσιο βίο, ἐξέπεσε στὸ ἀκαταλαβίστικο ζαργκόν, στὸ ἰδιόλεκτο τοῦ περιθωρίου, στὴν πόζα καὶ τὴ μεμψιμοιρία, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν ἐπέλευση τοῦ ὁριστικοῦ διαζυγίου μεταξὺ τῆς ποίησης καὶ τοῦ κοινοῦ της.

            Οἱ σημερινοὶ ποιητὲς ἔχουν παρεξηγήσει τὴ δημόσια ἀποστολὴ τῆς ποίησης καὶ αὐτὴ δὲν εἶναι ποτὲ ὁ μονόλογος καὶ ἡ ναρκισσιστικὴ ἱκανοποίηση τοῦ ἑαυτοῦ μας. Ἡ ποίηση δὲν εἶναι συνομιλία μεταξὺ ποιητῶν, ἀλλὰ μεταξὺ ποιητῶν καὶ κοινοῦ. Ὁ Κώστας Κουτσουρέλης ἐδῶ κάνει μιὰ ἐνδιαφέρουσα ἀντιδιαστολή: οἱ ποιητικὲς ἐκδηλώσεις πρέπει νὰ εἶναι σὰν τὶς μουσικὲς ἐκδηλώσεις, στὶς ὁποῖες προστρέχουν  καὶ συμμετέχουν ὅσοι ἀγαποῦν τὴ μουσική. Στὶς ποιητικὲς ἐκδηλώσεις προσέρχονται μόνον οἱ ὀλίγοι τῶν συντεχνιακῶν ἤ φιλικῶν ὑποχρεώσεων. Στὴ μουσικὴ ποτὲ ὁ μουσικὸς δὲν βγαίνει στὸ ἀνοικτὸ κοινὸ γιὰ νὰ παρουσιάσει τὸ πρῶτο του τραγούδι. Πρέπει πρῶτα νὰ ζυμωθεῖ ἡ δουλειά του μὲ τὸ ἀκροατήριό του, πρέπει πρῶτα νὰ ὑπάρξει τὸ ἀκροατήριο καὶ κατόπιν νὰ προσκληθεῖ. Στὴν ποίηση ἀντιθέτως ὅλοι οἱ αὐτόκλητοι νέοι ποιητὲς προσκαλοῦν τὸ κοινὸ νὰ χειροκροτήσει τὸ πρῶτο τους βιβλίο, λὲς καὶ πρόκειται γιὰ ἕνα ἀκόμα bateau ivre. Τί πρέπει νὰ κάνουν λοιπόν οἱ ποιητὲς σήμερα γιὰ νὰ ξανακερδίσουν τὸ κοινό τους; Εἶναι πασίδηλο, λέει ὁ συγγραφέας: Πρῶτα νὰ ἀφιππεύσουν ἀπὸ τὸν Πήγασό τους. Δεύτερον νὰ υἱοθετήσουν μιὰ κοινὴ καὶ κυρίως κατανοήσιμη γλώσσα. Τρίτον, νὰ ἐπιλέξουν μορφὲς καὶ θέματα ἑλκυστικά. Τέταρτον, νὰ κατακτήσουν μιὰ τεχνοτροπία προσιτὴ στοὺς ἀμύητους.

            Δυστυχῶς τὸ κοινὸ σήμερα γιὰ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους ἀποστρέφεται ἐπιδεικτικὰ τὴν ποίηση, ἡ ὁποία ξεπέφτει διεθνῶς. Ἐλάχιστοι εἶναι τὰ τελευταῖα χρόνια οἱ ποιητὲς ποὺ βραβεύονται μὲ Νομπέλ σὲ σχέση μὲ τοὺς πεζογράφους. Ἑπομένως τὸ φαινόμενο τῆς ἀπαξίωσης τῆς ὑψηλῆς αὐτῆς τέχνης τοῦ Ὁμήρου εἶναι παγκόσμιο. Γιὰ νὰ ἐπανέλθουμε πάλι στὴ γλώσσα, ἡ ὁποία πάντα θὰ πρέπει νὰ εἶναι κώδικας ἔκφρασης μιᾶς ὑψηλῆς αἰσθητικῆς τοῦ λόγου καί, παρεμβάλλοντας στὸ σημεῖο αὐτὸ καὶ κάποιες προσωπικές μου ἀπόψεις, πρέπει νὰ ἐπισημανθεῖ ὅτι καὶ πέρα ἀπὸ τὸ δίλημμα τοῦ νὰ εἶναι ἤ ὄχι ἡ τέχνη φορέας συγκεκριμένου μηνύματος, τὸ «ὕψος» μὲ τὴν ἔννοια τοῦ Λογγίνου, ἡ ποιότητα δηλαδὴ τῆς αἰσθητικῆς,   κάνουν τὸ ποιητικὸ κείμενο ἑλκυστικὸ καὶ ἀποδεκτό. Ἂς δοῦμε τί σφρῖγος καὶ ἔκπαγλο φῶς ὑπάρχει στὸν ἀκραιφνῆ ὑπερρεαλισμὸ τοῦ Ἐμπειρίκου ἤ μέσα στὴ ραφιναρισμένη θλίψη τοῦ Ἐγγονόπουλου, οἱ ὁποῖοι ἀφήνουν μέσα στοὺς στίχους τους λογικοφανῆ περάσματα γιὰ νὰ ἀποθέσουμε ἐμεῖς τὰ συμπεράσματά μας ἐπὶ τοῦ νοητοῦ.  Καὶ βέβαια δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε τὴν ποικιλότητα τῶν ἀπόψεων ἐπὶ τῆς ἀνάγκης γιὰ σημαίνουσα ποιητικὴ γλώσσα ἤ μή. Ὁ Ρόμπερτ Φρόστ φρονοῦσε ὅτι προέχει τὸ ποίημα καὶ ὅχι τὸ νόημα, ἡ φόρμα καὶ ὄχι τὸ μήνυμα, τὸ ποίημα πρέπει νὰ εἶναι, ἔλεγε, καὶ ὄχι νὰ σημαίνει. Ὁ Ἀλαίν Ρὸμπ Γκριγιὲ θεωροῦσε ὅλους αὐτοὺς τοὺς προβληματισμοὺς περιττούς, ἡ λογοτεχνία γενικά, πρέσβευε, δὲν διδάσκει, δὲν μιλάει, δὲ λέει τίποτα, ἁπλῶς ὑπάρχει καὶ μέσα στὴν αὐταρέσκειά της κάθεται καὶ καμαρώνει.

                Καλὲς ὅμως εἶναι αὐτὲς οἱ σκέψεις ποὺ ἀναβαθμίζουν τὶς θεωρίες περὶ τοῦ δέοντος τῆς λογοτεχνίας, ἀλλὰ σὲ κάθε περίπτωση τὸ ποίημα ἀποτελεῖται ἀπὸ λέξεις καὶ κάθε λέξη παραπέμπει σὲ σημασίες, ὁπότε τὸ ποίημα μιλάει ἤ τουλάχιστον προσπαθεῖ νὰ μιλήσει. Πρέπει λοιπόν νὰ προσέχουμε νὰ λέει κατ’ ἀρχὰς κάτι, νὰ ὑπόκειται στὴ λογικὴ τῆς ζωντανῆς γλώσσας καὶ νὰ μὴ λέει παπαρδέλες. Καὶ βέβαια νὰ ξεπερνάει τὸ φαινόμενο τῆς ἀκατανόητης λογοδιάρροιας.

                Πάνω σ’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν συλλογισμὸ ὁ Κώστας Κουτσουρέλης διατυπώνει  τὴν ἄποψή του ὅτι γιὰ τὴ σημερινὴ ποίηση ὁ ἀναγνώστης ἔχει ἀπωλέσει τὸ κάθε ἐνδιαφέρον του ἐξ αἰτίας τοῦ σαθροῦ κατασκευαστικοῦ ἰστοῦ της καὶ τῆς κενότητας τοῦ περιεχομένου της.  Θυμᾶμαι τὴν ἄποψη ποὺ εἶχε ὁ ποιητὴς Δημήτρης Δούκαρης γιὰ τὰ κριτικὰ κείμενα τοῦ Ανδρέα Καραντώνη: «ὁ λυρισμὸς τῆς κενολογίας», ἔλεγε. Κάπως ἔτσι συμβαίνει καὶ μὲ τὴ νέα ποίηση: Οἱ περισσότεροι ποιητὲς στὰ περισσότερα ποιήματά τους μοιάζουν μεταξύ τους λόγῳ τῆς ἐμφανοῦς κενότητάς τους, ἐπειδὴ δηλαδὴ δὲν λένε τίποτα. Τὰ ποιήματά τους, ὑποστηρίζει ὁ Κώστας Κουτσουρέλης, χαρακτηρίζονται ἀπὸ ἕναν ἀδιόρατο καὶ ὁμιχλώδη «ἀτμοσφαιρικὸ συναισθηματισμὸ» καὶ ἀπὸ ἕνα «γριφώδη διανοητισμό». Ὁ ἀτμοσφαιρικὸς συναισθηματισμὸς ἐδῶ δὲν ἔχει νὰ κάνει σὲ τίποτα μὲ τὸν «Συναισθηματισμὸ» ἤ «Συνθετικὸ ρεαλισμὸ» τοῦ Νίκου Παππᾶ, τὸ μοναδικὸ Ἑλληνικὸ λογοτεχνικὸ καὶ καλλιτεχνικὸ κίνημα τῶν ἐτῶν 1949-1951, τὸ ὁποῖο εἶχε θέσει στόχους καὶ προσδοκίες μέσῳ τῶν καλλιτεχνικῶν κανόνων του καὶ δημιούργησε μιὰ ἐμφανῆ ροὴ παραγωγῆς μέχρι νὰ σβήσει προοδευτικὰ ἡ λάμψη του καὶ νὰ χαθεῖ ἐντελῶς ἀπὸ τὸ ποιητικὸ προσκήνιο. Ἀλλὰ καὶ δὲν εἶναι μόνον αὐτὰ τὰ κακά. Ὅλα αὐτὰ συντελοῦνται μέσα σ’ ἕνα πλαίσιο ἐργασίας ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἀπουσιάζει δραματικὰ ἡ ποιητικὴ παιδεία. Ἂς τὰ πάρουμε λίγο μὲ τὴ σειρά:

                Στὴν ἀπάντηση τοῦ ἐρωτήματος «τί ποίηση γράφεται σήμερα;» ὁ Κώστας Κουτσουρέλης, ἀφοῡ ἀνατρέχει στὶς ἀδιέξοδες ἐρωτοτροπίες τῆς «καθαρῆς ποίησης» μὲ τὸ ἀπόλυτο ἰδεῶδες ἤ στὶς ἐν συνεχείᾳ κι ἐπίσης ἀδιέξοδες μοντερνιστικὲς διακηρύξεις ποὺ παρότρυναν τὸν ποιητὴ νὰ ἐκφραστεῖ ἐρήμην τοῦ ἀκροατηρίου του, βλέπει τὴν ποιητικὴ ἀμηχανία νὰ διογκώνεται καὶ νὰ ὁδηγεῑ τοὺς ποιητὲς στὴν παγίδα τῆς ἀναφορικῆς ἀσάφειας καὶ τῶν ἄχαρων καὶ ἄτεχνων γενικεύσεων. Αὐτὸ φαίνεται καὶ ἀπὸ τὸ γεγονὸς τῶν ἐπίσης γενικευμένων βιβλιοπαρουσιάσεων, ὅπου μιὰ κριτικὴ δῆθεν παρουσίαση μπορεῖ νὰ ἐφαρμοστεῖ γιὰ ὁποιοδήποτε ποιητικὸ βιβλίο, ἂν ἀλλάξουμε τὸν τίτλο τοῦ βιβλίου καὶ τὸ ὄνομα τοῦ ποιητῆ. Κι αὐτὸ συμβαίνει ἐπειδὴ ἕνα μεγάλο μέρος τῶν ποιημάτων ποὺ γράφονται σήμερα ὑπάγεται στὴν κατηγορία τοῦ ἀτμοσφαιρικοῦ συναισθηματισμοῦ, στὴν ὁποία καταγράφονται ἀκαθόριστες ψυχικὲς διαθέσεις, φευγαλέες εἰκόνες στὶς ὁποῖες ἀπουσιάζει ἕνα συνειδητοποιημένο κέντρο ἐρεθισμάτων και μιὰ αὐθύπαρκτη ἀντικειμενικὴ ὀντότητα. Ἀναφαίνονται μόνον ἀβέβαιοι ὑπαινιγμοὶ καὶ ἐξομολογήσεις μιᾶς ρευστῆς ὑποκειμενικότητας. Ἐπειδὴ ἡ ποίηση αὐτοῦ τοῦ εἴδους δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ κατακτήσει καὶ νὰ ἀποδώσει μιὰ συγκίνηση εἰδική, ὅπως τὴν ἤθελε ὁ Σεφέρης, ἀλλὰ μόνο μιὰ γενικὴ καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀνύπαρκτη, διαπιστώνουμε μιὰ καταφυγὴ στὴ χρήση συμβόλων τῆς ἄκρας ἀφαίρεσης. Πουθενὰ μιὰ οἰκείωση μὲ τὸ ἁπτό. Παρατηροῦμε νεφελώδεις λυρισμούς, γλωσσικὴ ἀδυναμία, ψυχολογικὴ ἀνακρίβεια, ἀποστάσεις ἀσφαλείας ἀπὸ τὰ συγκεκριμένα καὶ οἱ ποιητές, γράφοντας ὅ,τι νομίζουν πὼς αἰσθάνονται καὶ ὅπως τὸ αἰσθάνονται και, κυρίως, ἀντιμετωπίζοντας τὴν τέχνη τους ὡς αὐτοσκοπὸ καὶ ὄχι ὡς ἐνέργημα, καταλήγουν στὸν ὑδαρῆ χυλό, ὅπως τὸν περιέγραψε ὁ Γιώργης Γιατρομανωλάκης, δηλαδὴ σὲ μιὰ συνειρμικὴ σύγχυση, ὅπου ὁ καθένας εἶναι ἴδιος μὲ τὸν ἄλλον καὶ οἱ φωνές τους ἐξαχνώνονται ἐντελῶς μόλις γυρίσουμε τὶς σελίδες τῶν βιβλίων τους.

Ἀλλὰ τὸ κακὸ δὲν σταματάει ἐκεῑ. Ὑπάρχουν καὶ ποιητὲς ποὺ ἐμφοροῦνται ἀπὸ τὸ πνεῡμα μιὰς ἀκατάκτητης λογιοσύνης. Θέλουν νὰ φαίνονται λόγιοι, ἐνῶ δὲν μποροῦν. Ἔχοντας πίσω τους τὸν κλασικὸ νεωτερικὸ ἑρμητισμὸ καὶ τὴ μεταμοντέρνα διακειμενικότητα ποὺ σκοπὸς της εἶναι νὰ προσδώσει στὸ ποίημα μιὰ ἐπίφαση πολυμάθειας, καταφεύγουν στὸν γριφώδη διανοητισμό, δηλαδὴ στὴν καινοθηρία, τὴν προβολὴ μὴ ἀφομοιωμένων γνώσεων καὶ σύρραψη ἐντὸς τοῦ ποιήματος διαφορετικῶν μοτίβων. Τὸ ποίημα ἔτσι δὲν μοιάζει μὲ ποίημα. Στὸ κολλάζ του μὲ τὰ διασπαρμένα μοτίβα περιλαμβάνονται, λέει ὁ Κουτσουρέλης, παραθέματα, ἀνέκδοτα, ἀφορισμοὶ καὶ ἐπιμύθια, καθὼς καὶ ἱστορικὲς νύξεις ὡς φόντο ἀληθοφάνειας. Μόνο ποὺ ὁ ἀναγνώστης γιὰ νὰ κατανοήσει τὸ ποίημα πρέπει νὰ τὸ ἀποκρυπτογραφήσει. Πόσο μακριὰ λοιπὸν ἰστάμεθα ἀπὸ τὴν προτροπὴ τοῦ Λακεδαιμόνιου Χίλωνος «σοφὸν τὸ σαφές».

Ὅλα ὅμως αὐτά, ποὺ μόλις ἀναφέραμε, συνδέονται καὶ μὲ μιὰ γενικότερη ἔλλειψη παιδείας, δηλαδὴ ποιητικῆς παιδείας. Πολλοὶ ποιητὲς σήμερα δὲν νιώθουν τὴν πραγματικὴ ἔννοια τοῦ ἐλεύθερου στίχου, δὲν γνωρίζουν καὶ δὲν ἀναγνωρίζουν τοὺς ρυθμοὺς ποὺ ἐμπεριέχονται σ’ αὐτόν, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ δημοσιογραφικὴ ἰσοπεδωτικὴ γραφή τους νὰ μᾶς δίνει στίχους ἄμετρους, ὑπέρμετρους ἤ λειψούς, ἐνῶ στὸν ἔμμετρο στίχο πλεονάζουν οἱ ἀδέξιες ρίμες καὶ μιὰ προφανῶς ἐλλιπῆ κατανόηση τῶν εἰδολογικῶν κανόνων. Μιὰ συχνὴ ἀναπηρία τῆς σύγχρονης ποίησης εἶναι ἡ ὑποβάθμιση τοῦ ἀκροαματικοῦ στοιχείου τῆς φωνούμενης ὕλης μὲ ρυθμικὲς καὶ σημασιολογικὲς συνέπειες καὶ πολὺ συχνὰ ὁ νέος ποιητής, μὴ μαθαίνοντας καὶ μὴ συνυπολογίζοντας τὰ πάθη τῶν φωνηέντων, χάνει τὶς δυνατότητες ποὺ τοῦ προσφέρει ἡ συντακτικὴ εὐπλασία τῆς γλώσσας. Τὸ ποίημα θέλει πάντα τὴν ὀρθὴ ἀρχιτεκτονική του, ἡ ὁποία περνάει πάντα μέσα ἀπὸ τὴν πλήρη κατανόηση τῶν συστημάτων τῶν στροφῶν, τῆς ρίμας, τῶν μέτρων, τῆς στίξης, τοῦ ἐλεύθερου στίχου, τῆς λειτουργικότητας τῶν τίτλων καὶ τῆς συμβατότητας μὲ τὴν σύμφυτη ἀνάγκη τῆς ἀπαγγελίας.

Μιὰ μεγάλη αἰτία τῆς ἀπαξίωσης τοῦ ἀναγνώστη εἶναι ἡ στροφὴ τῆς σύγχρονης ποίησης πρὸς τὴν ἰδιώτευση (παλιότερα τὸ εἶχα ὀνομάσει ὁ ἴδιος «ἰδιωτικὸ ὅραμα») ἤ τὸν ἄκρατο ὑποκειμενισμό, ποὺ ἐν τέλει δὲν κατώρθωσε νὰ λειτουργήσει ἀνανεωτικά, ἀλλὰ εὐνόησε μιὰ ἀρρωστημένη ἐσωστρέφεια, ἕναν ναρκισσισμὸ, ἀποθαρρύνοντας τὴν καλαισθητικὴ φιλοδοξία καὶ τὴν εὐρύτερη ἐπαφὴ μὲ τὸ κοινό. Πολλοὶ ποιητὲς μὲ σαθρὰ ἐπιχειρήματα διατείνονται ὅτι γράφουν μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό τους, ἀλλὰ τότε πρὸς τί ἡ ἔκδοση καὶ ἡ κυκλοφορία τῶν βιβλίων τους; Προβάλλοντας ἐπιτακτικὰ τέτοιες ἰδεοληψίες, στὴν πραγματικότητα θεωροῦν ὡς ἐχθρὸ τὸν ἀναγνώστη. Ἂν ὁ τελευταῖος τολμήσει νὰ διαμαρτυρηθεῖ ἤ νὰ ἐπικρίνει τὸ προσφερόμενο ποιητικὸ προϊόν, ὁ ποιητὴς τὸν ἀπαξιώνει ἀμέσως, λέγοντάς του ὅτι τὸ ποίημα δὲν γράφτηκε γι’ αὐτόν. Ὁ Κώστας Κουτσουρέλης μᾶς ὑπενθυμίζει ἐδῶ τὴ φράση τοῦ Φίλιπ Λάρκιν ὅτι ὁ ἀναγνώστης ὡς καταναλωτὴς στερεῖται τοῦ δικαιώματος νὰ πεῖ: «δὲν μου ἀρέσει αὐτό, φέρτε μου κάτι ἄλλο». Γιατὶ ἂν τολμήσει καὶ τὸ πεῖ, τότε ἡ ἄμεση ἐτυμηγορία εἶναι «ἔνοχος», ἐπειδή, δῆθεν, διαθέτει ἀνεπαρκῆ καὶ πλαδαρὰ κριτικὰ ἐργαλεῖα γιὰ νὰ κατανοήσει.

Αὐτὰ καὶ ἄλλα πολλὰ και, μάλιστα, πάρα πολλὰ ἄλλα, διατυπώνει καὶ ὑποστηρίζει ὁ Κώστας Κουτσουρέλης, ἀνατρέχοντας κυρίως στοὺς τελευταίους δύο ποιητικοὺς αἰῶνες μὲ μαρτυρίες τὰ ἴδια τὰ ποιητικὰ ἤ κριτικὰ κείμενα, μὲ ὑπομνήσεις μανιφέστων καὶ δογμάτων ποιητικῶν σχολῶν, μὲ μεμονωμένες φωνὲς ποὺ λάμπρυναν ἤ συσκότισαν τὰ ποιητικὰ πράγματα. Δείγματα τῆς ἑλληνικῆς ἤ ξένης ποίησης παρεμβάλλονται γιὰ τοῦ λόγου τὸ ἀληθές, ἀναφέρονται περιπτώσεις ποιητῶν ἤ κριτικῶν ποὺ ἐνισχύουν ἤ ἀντιμάχονται παραδόξως τοὺς κανόνες σύμπλευσης μὲ τὶς ἀνάγκες τοῦ κοινοῦ καὶ καταλήγει στὸ δικό του ἀντιμανιφέστο, μιὰ δέσμη, δηλαδή, προτάσεων ποὺ θὰ λειτουγήσουν ὡς ἕνας ἐπιβοηθητικὸς μοχλὸς γιὰ τὴν ἐπίλυση τοῦ ποιητικοῦ προβλήματος, ὅπως ἤδη τὸ ἐκθέσαμε περιληπτικὰ καὶ ἐπιγραμματικά μέχρις ἐδῶ.

Οἱ προτάσεις αὐτὲς τοῦ συγγραφέα ἀποβλέπουν στὸ να ξαναγίνει ἡ ποίηση μιὰ τέχνη καὶ πάλι λαΪκή, καθόσον ὁ ποιητὴς λογοδοτεῖ πάντα σὲ μιὰ «συλλογικότητα ποὺ τὸν ὑπερβαίνει» καὶ πρέπει ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ νὰ συναισθάνεται τὴν εὐθύνη του ἀπέναντι στὴ γλώσσα καὶ τὴν παράδοση. Μαζὶ μὲ τὸν λαϊκὸ χαρακτῆρα της ἡ ποίηση θὰ πρέπει νὰ ἀποκτήσει καὶ μιὰ ταπεινότητα, μακριὰ ἀπὸ τὴν ἔπαρση ὅτι ὁ ποιητὴς εἶναι τάχα ἕνα ἀνώτερο ὄν, ὅτι ὑπερίπταται τῶν ἄλλων ἀνθρώπων. Ὁ κάθε ποιητὴς εἶναι ἴδιος κι ἀπαράλλαχτος μὲ τὸν πλησίον του, ὑποκείμενος δηλαδὴ στὰ ἴδια πάθη καὶ ἀδυναμίες καὶ τὸ μόνο ποὺ τὸν διακρίνει εἶναι ἡ δεξιότητα τοῦ λόγου. Ἐπίσης ἡ ποίηση θὰ πρέπει νὰ εἶναι τερπνὴ καὶ ὠφέλιμη, κατὰ τὸν τρόπο ποὺ εἶναι ὠφέλιμο καὶ τερπνὸ τὸ κάθε ὄμορφο πρᾶγμα. Καὶ βέβαια νὰ εἶναι χρήσιμη. Κατὰ τὸν τρόπο ποὺ ὁ Μπρὲχτ ἔβλεπε τὴν ποίηση ὄχι μόνο σὰν ἔκφραση, ἀλλὰ καὶ σὰν παρέμβαση, «ἕνα ὁμιλιακὸ ἐνέργημα», λέει ὁ Κουτσουρέλης, ποὺ ἀξιώνεται στὴν ἔννοια τῆς «πράξης».

Μιὰ ἄλλη καίρια πρόταση τοῦ συγγραφέα εἶναι ὅτι ἡ ποίηση πρέπει νὰ ξαναγίνει ἀκριβής. Μακριὰ ἀπὸ «ποιήματα ἄνευ ποιήσεως», κατὰ τὴν ἀποστροφὴ τοῦ Ροΐδη, ποὺ φοβίζουν ἤ δυσανασχετοῦν τὸν ἀναγνώστη. Ὁ ποιητὴς πρέπει νὰ ἀκριβολογεῖ ἀκόμα καὶ ὅταν ἐντέχνως ἀμφιρρέπει ἐσκεμμένως. Μαζὶ μὲ ὅλες αὐτὲς τὶς ἀρετὲς ἡ ποίηση πρέπει ἀκόμα νὰ γίνει τέχνη ἀπαιτητική, ἄμεση, πλήρης καὶ ἀκηδεμόνευτη. Τὸ κάθε ποίημα δηλαδή καὶ ὁ κάθε ποιητὴς θὰ πρέπει νὰ προσφέρουν στὴν τέχνη, νὰ προσθέτουν καὶ νὰ μὴν ἀφαιροῦν τὴν αἴγλη τῶν μυστηρίων της. Επειδή, ὅπως εἶπε ὁ Ἔζρα Πάουντ καὶ μᾶς τὸ θυμίζει ὁ Κουτσουρέλης «ὅταν κάτι πάει στραβὰ στὶς τέχνες, δὲν πάει στραβὰ μόνον σ’ αὐτές».

 

Μέλιγος 16-7-2019

 

 

                 

                 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.