Loading...
ΚείμεναΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Θανάσης Ν. Παπαθανασίου: Περιμένοντας την Ανάσταση, δρώντας για την Ανάσταση *  

Ο θάνατος δεν αντέχεται. Είναι κάτι πολύ βαρύ. Η ανθρώπινη ύπαρξη κραυγάζει ότι θέλει να μείνει για πάντα ακέραια και για πάντα παρέα με τους αγαπημένους. Μα ο θάνατος αποσυνθέτει τα πάντα:

– αποσυνθέτει την ίδια μου την ύπαρξη και κάνει το κορμί μου κόκκους σκόνης,

– αποσυνθέτει και τις συντροφιές μας, διότι σαν γνήσιος τύραννος – δηλαδή χωρίς να

   μας ρωτήσει – αρπάζει έναν αγαπημένο μας από ανάμεσά μας.

– αποσυνθέτει τις κοινωνικές σχέσεις, διότι θανάτωση είναι η κοινωνική αδικία, η εκμετάλλευση του ανθρώπου και η μετατροπή του σε αναλώσιμο.

 Αν προσέξουμε τα λόγια των εκκλησιαστικών ύμνων μας, θα δούμε αυτή την πανανθρώπινη αλήθεια: Ο θάνατος δεν αντέχεται. Θα δούμε, π.χ., στα εγκώμια που ψέλνουμε στον Επιτάφιο, ότι η Παναγία δεν εμφανίζεται σαν ατάραχη και αδάκρυτη ηρωίδα, τάχα αλύγιστη μπροστά στο πάθος του μοναχογιού της. Αντιθέτως: η Παναγία εμφανίζεται στους μεγαλοβδομαδιάτικους ύμνους να μαλλιοτραβιέται και να σκίζει τα μάγουλά της με τα νύχια της: «Σήμερον σε θεωρούσα η άμεμπτος Παρθένος εν Σταυρώ […] παρειάς συν θριξί καταξέουσα, κατετρύχετο».

 Όμως: Ο πόνος υπάρχει ˙ αλλά δεν καταλήγει σε απελπισία. Στους θρήνους της Μ. Πέμπτης και Μ. Παρασκευής δηλώνεται μια υπόσχεση: η υπόσχεση της Ανάστασης. Τη Μ. Παρασκευή, λίγο πριν ξεκινήσει ο επιτάφιος θρήνος, ο Χριστός εμφανίζεται να απευθύνεται στην Παναγία και να της λέει: «Μη εποδύρου μου μήτερ […] Αναστήσομαι γαρ και δοξασθήσομαι». Που σημαίνει: «Μην απελπίζεσαι μητέρα… Τελικά θα αναστηθώ και θα δοξαστώ».

Αυτό το περίεργο αντάμωμα πόνου και ελπίδας, αυτή η ύπαρξη ελπίδας μέσα στην οδύνη του θανάτου, αποτυπώνεται και στον τρόπο με τον οποίον ζωγραφίζεται η Σταύρωση του Χριστού στη βυζαντινή τέχνη: Ο Χριστός εικονίζεται σε κορυφαίο πόνο, ωστόσο το κορμί του δεν κρέμεται από τα καρφιά σαν πτώμα – σαν σακί. Παρ’  όλο που πάσχει, κρατά μια σφριγηλότητα, μια δύναμη: στέκει˙ δεν κρέμεται. Μ’ αυτό τον τρόπο η εικόνα δηλώνει ότι αυτό που εικονίζεται εδώ, το πάθος και ο θάνατος, δεν είναι η τελευταία σκηνή. Θα ακολουθήσει κι άλλη… Η ανάσταση.

Το ίδιο (ότι δηλαδή ο σταυρός δεν είναι το τέρμα) δηλώνεται και με την επιγραφή, την οποία η βυζαντινή τέχνη τοποθετεί στον σταυρό. Δεν αναπαριστά την επιγραφή που, σύμφωνα με τα ευαγγέλια, τοποθέτησαν οι Ρωμαίοι, «Ιησούς Ναζωραίος, βασιλεύς των Ιουδαίων». Βάζει μια άλλη, που γράφει (με βυζαντινή συντομογραφία, η οποία σήμερα, δυστυχώς, συχνά δεν κατανοείται) «Ο Βασιλεύς της δόξης». Ο ίδιος ο σταυρός, δηλαδή, στην ορθόδοξη παράδοση δεν σηματοδοτεί ένα τέρμα, αλλά μαρτυρεί ποια θα είναι η επόμενη φάση: Η δόξα της Ανάστασης.

 Είπα ήδη πώς στη χριστιανική πίστη, η ανθρώπινη ζωή στήνεται ανάμεσα σε δύο πόλους: ανάμεσα στον Πόνο και στον Πόθο: ανάμεσα στον πόνο του θανάτου και για τον πόθο της Ανάστασης. Για να δούμε όμως κάτι…

Ήδη εδώ και πολλές χιλιάδες χρόνια, πριν ακόμη κι από τον χριστιανισμό, ο λαός μας κάθε τέτοια εποχή(άνοιξη) πανηγύριζε. Γιόρταζε το πέρασμα από τον Θάνατο (τον οποίο εκπροσωπούσε ο χειμώνας), στη Ζωή (την οποία εκπροσωπεί η άνοιξη). Θυμόσαστε τον μύθο της Περσεφόνης; Έξι μήνες το χρόνο έμενε – λέει – αιχμάλωτη στον Άδη. Πένθος, θάνατος και παγωνιά πάνω στη γη. Την άνοιξη όμως ξανα-ανέβαινε στον πάνω κόσμο, και η γη ξαναζωντάνευε για έξι μήνες. Χαρές και πανηγύρια, λοιπόν, την άνοιξη.

 Τι συμβαίνει εδώ; Μήπως η ιδέα της Ανάστασης είναι μια πανανθρώπινη παράδοση (και, τουλάχιστον, αρχαιοελληνική); Μήπως, δηλαδή, οι αρχαίοι πρόγονοί μας είχαν δημιουργήσει αυτή την αντίληψη, αυτής της Ανάστασης, και απλώς όταν, αργότερα, ήρθε ο Χριστιανισμός, απλώς πασπάλισε την αρχαία αντίληψη με χρυσόσκονη και έβαλε απάνω της το όνομα του Χριστού;

 Η πρώτη εντύπωση μπορεί να δείχνει ότι ουσιαστικά πρόκειται για το ίδιο πράγμα. Αν όμως προσέξουμε, θα δούμε ότι μεταξύ της αρχαιοελληνικής και της χριστιανικής αντίληψης όχι απλώς υπάρχει διαφορά. Υπάρχει ιλιγγιώδης διαφορά.

 Τι φανερώνει ο μύθος της Περσεφόνης; Κάτι ζεστό, αναμφίβολα: Ότι η ανθρώπινη ψυχή ποθεί τη λύτρωση από τον θάνατο. Φανερώνει όμως και κάτι τραγικό: Αν αδιάκοπα έχουμε ανάσταση της Περσεφόνης, τότε δεν έχουμε μόνο αιώνια επανάληψη της ζωής, μα και αιώνια επανάληψη του θανάτου. Όσα ξαναζωντανέματα έχουμε, έχουμε και τόσους θανάτους. Ο μύθος δεν περιλαμβάνει το όραμα μιας τελικής κατάργησης του θανάτου. Μπορεί ο μύθος να εμφανίζεται ως ελπιδοφόρος, στην πραγματικότητα όμως είναι επιβεβαίωση μιας θεόρατης ταφόπλακας: Ο θάνατος, σύμφωνα με τον μύθο, είναι ανίκητος. Θα υπάρχει για πάντα.

 Εδώ ακριβώς θα πρέπει να συλλογιστούμε, ποιο είναι το ιδιαίτερο νόημα του Χριστιανικού Πάσχα, ποιο είναι το μοναδικό νόημα της Ανάστασης του Χριστού.

 Γιατί, άραγε, πανηγυρίζουμε την Ανάσταση; Γιατί μαζευόμαστε στις πλατείες τα μεσάνυχτα του Μ. Σαββάτου προς Κυριακή του Πάσχα, και μάλιστα – μόλις βγει το «Χριστός Ανέστη» από τα χείλη του ιερέα – γιορτάζουμε εκρηκτικά; Έκρηξη φωτός γεμίζει την εκκλησία, εκρήξεις ξεσπούν με τα πυροτεχνήματα, όσο κι αν μας τρομάζουν, έκρηξη χαράς φανερώνουν και οι ύμνοι, που γίνονται πλέον γρήγοροι και θριαμβευτικοί.

 Το ερώτημα («γιατί πανηγυρίζουμε;») πιθανότατα ακούγεται αφελές. Και η απάντηση φαίνεται αυτονόητη: Πανηγυρίζουμε επειδή αναστήθηκε ο Χριστός! Ας το ψάξουμε όμως λίγο περισσότερο: Τι θα πει, πανηγυρίζουμε την Ανάστασή του; Μήπως είναι όπως όταν παρακολουθούμε ένα περιπετειώδες έργο, όπου, τελικά, μετά από πολλές ταλαιπωρίες, ο καλός επιτέλους νικά; Σ’ αυτή την περίπτωση χαίρομαι με τη νίκη του, όμως, η νίκη του αυτή δεν αλλάζει τη δική μου ζωή. Μπορεί να της φέρνει μια ευχαρίστηση, όμως, παρά το happy end, παραμένω τραγικά δέσμιος του θανάτου. Ο τελικός νικητής θα είναι αυτός. Θυμάμαι μια φράση ενός μαθητή μου: «Και τι έγινε που αναστήθηκε ο Χριστός; Μαγκιά του! Εμένα, τι με αφορά;». Σε μερικούς μπορεί να φαίνεται ασεβής η φράση αυτή, νομίζω όμως ότι κατορθώνει – χωρίς να το ξέρει – να αγγίξει το νόημα της Ορθόδοξης πίστης, που πολλές φορές, όσοι πιστεύουμε ότι είμαστε πιστοί, το λησμονούμε.

Πώς δηλώνεται ο αναστημένος Χριστός στην Αγία Γραφή και στους ύμνους μας; Δηλώνεται με δύο διατυπώσεις –κλειδί, που χρειάζεται να τις προσέξουμε: «Πρωτότοκος των νεκρών» και «Απαρχή των κεκοιμημένων».

 Οι εκφράσεις αυτές προσδιορίζουν τον Χριστό ως αρχή – ξεκίνημα αυτού που πρόκειται να ακολουθήσει. Αυτό που πέτυχε ο Χριστός (η κατανίκηση του θανάτου και το τίναγμά του από τον τάφο) δεν ήταν απλώς το τέρμα της δικής του επίγειας πορείας. Είναι η αρχή της δικής μας πορείας. Η Ανάσταση του Χριστού είναι μικρογραφία αυτού που ο ίδιος έχει υποσχεθεί ότι κάποια στιγμή θα συμβεί σε όλη την ανθρωπότητα˙ σε ολόκληρη την κτίση. Όταν λοιπόν μαζευόμαστε στις πλατείες το βράδυ του Μ. Σαββάτου, δεν γιορτάζουμε απλώς μια επέτειο˙ κάτι που έγινε και τέλειωσε. Γιορτάζουμε αυτό που πρόκειται να γίνει. Δίνουμε μαρτυρία˙ φανερώνουμε στον κόσμο τι προσδοκούμε για το μέλλον.

 Εδώ ακριβώς – στη φράση «τι προσδοκούμε για το μέλλον» – βρίσκεται η καρδιά της χριστιανικής πίστης, που κατά έναν περίεργο τρόπο έχουμε μάλλον λησμονήσει. Οι περισσότεροι πιστεύουμε ότι το τέλος κάθε ανθρώπου είναι ο θάνατός του, και ότι (για όσους πιστεύουν) αιώνια ζωή είναι το να πάει η ψυχή (δίχως το σώμα) για πάντα κοντά στον Θεό. Όμως: Είναι αυτό σίγουρα αυτό που θέλει ο Θεός; Θέλει ο Θεός μια αιωνιότητα όπου για πάντα ο άνθρωπος θα είναι κομματιασμένος, με διαλυμένο σώμα και ασώματη ψυχή; Για κάτι τέτοιο ήρθε ο Χριστός; Τότε γιατί η ιστορία του δεν τελείωσε πάνω στον Σταυρό; Δεν θα πήγαινε, ούτως ή άλλως, η ψυχή του στις αγκάλες του Πατρός του; Κάτι άλλο μας λένε τα ευαγγέλια: Ότι ο Χριστός αναστήθηκε, και αναστήθηκε πλήρης. Μαζί, δηλαδή, με το κορμί του, και μάλιστα αναβαθμισμένο: άφθαρτο. Υλικό μεν, αλλά πλέον δίχως φθορά και δίχως θάνατο. Δεν αναστήθηκε σαν διαφανές, άυλο, ασώματο φάντασμα!

Ακούγεται περίεργο όποτε λεχθεί ότι ο Χριστός αναστήθηκε μαζί με το υλικό σώμα του. Κι όμως. Στο τέλος του κατά Λουκάν ευαγγελίου, εκεί όπου αναφέρονται οι εμφανίσεις του αναστημένου Χριστού στους μαθητές του, βλέπουμε ότι οι μαθητές είχαν την ίδια δυσκολία που έχουν  και πολλοί από τους σημερινούς χριστιανούς: δεν μπορούσαν να χωνέψουν ότι η ανάσταση είναι σωματική. Ο Χριστός όμως τους είπε: «Κοιτάξτε τα χέρια μου και τα πόδια μου για να βεβαιωθείτε ότι είμαι εγώ ο ίδιος. Ψηλαφίστε με και δείτε· ένα φάντασμα δεν έχει σάρκα και οστά, όπως βλέπετε πως έχω εγώ».

 Αυτό, λοιπόν, εγκαινίασε και υποσχέθηκε ο Χριστός: Ότι στο τέλος της ιστορίας όλο το ανθρώπινο γένος θα αναστηθεί όπως αυτός. Όλο το σύμπαν θα γίνει άφθαρτο (όπως το σώμα του Χριστού), χωρίς να πάψει να είναι υλικό. Ο θάνατος θα καταργηθεί άπαξ δια παντός. Θα καταργηθεί τελεσίδικα. Θα καταργηθεί για πάντα. Χωρίς γυρισμό στην τωρινή κατάσταση της φθοράς και του πόνου.

 Εδώ βρίσκεται η χαώδης διαφορά του χριστιανικού οράματος από την αρχαιοελληνική αντίληψη. Στον χριστιανισμό το σύμπαν οδεύει προς ένα τελικό φτάσιμο, προς μια τελική ανακαίνισή του. Όχι σε έναν αιώνιο κύκλο όπου αιωνίως θα υπάρχει ο θάνατος.

 Πανηγυρίζουμε, λοιπόν επειδή με την Ανάσταση του Χριστού έσκασε μύτη το ανθρωπίνως ακατόρθωτο. Από τη στιγμή της Ανάστασής του ξεκίνησε ένας πόλεμος, που θα συνεχιστεί μέχρι να έρθει η τελική, καθολική, πανανθρώπινη Ανάσταση. Είναι αυτό που ακούμε την Μ. Παρασκευή: «Βασιλεύει, αλλ’ ουκ αιωνίζει άδης του γένους των βροτών»˙ που σημαίνει «Ο άδης βασιλεύει τώρα πάνω στο ανθρώπινο γένος, αλλά η βασιλεία του δεν θα κρατήσει για πάντα». Το μέλλον ήδη ξεκίνησε με την προσωπική Ανάσταση του Χριστού, μα δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Στο μεσοδιάστημα αυτό, λοιπόν, ο άνθρωπος καλείται να επιλέξει ελεύθερα με ποιον θα πάει και ποιον θα αφήσει. Αν θα στρατευτεί στα προκεχωρημένα χαρακώματα της Ζωής ή αν θα συνταχτεί με τα λαγούμια του Θανάτου. Και θάνατος είναι – όπως είπαμε – κάθε αποσύνθεση: από τον βιολογικό θάνατο μέχρι το να ξεγράφω από τη ζωή μου τον συνάνθρωπό μου. Θάνατος είναι το ξεψύχισμα, θάνατος και η κοινωνική αδικία, η εκμετάλλευση των αδυνάτων, η αναλγησία για τον ανθρώπινο πόνο.

 Αν, λοιπόν, όντως πιστεύουμε στο Χριστό και στην Ανάστασή του, τότε θα δεχτούμε την υπόσχεσή του για έναν νέο κόσμο, χωρίς κακό και θάνατο. Αυτό σημαίνει ένα χρέος: Την ρήξη του χριστιανού με τις δυνάμεις του θανάτου και της αδικίας.

 Δείτε πώς ζωγραφίζει η Εκκλησία την Ανάσταση. Η εικόνα που έχει επικρατήσει δεν είναι αυτή που δείχνει τον Χριστό να πετάγεται από τον τάφο ατομικά, μονάχος του, κρατώντας ένα σημαιάκι. Αυτή δεν είναι κακή εικόνα, ίσως όμως δεν είναι πλήρης. Πληρέστερη φαίνεται αυτή που απεικονίζει τον Χριστό μέσα στον Άδη, όπου κατέβηκε όταν πέθανε στο Σταυρό. Στην εικόνα αυτή αξίζει να προσέξουμε δύο υπέροχα στοιχεία:

– Πρώτον: Ο Χριστός έχει εισβάλει στον Άδη και έχει τσακίσει τη δύναμή του. Πατάει πάνω σε σπασμένες πόρτες φυλακής, πάνω σε σπασμένα λουκέτα και αλυσίδες. Πέθανε ακριβώς για να εισβάλει στον Άδη και να τον καταστρέψει.

– Δεύτερον: Ο Χριστός δεν απεικονίζεται μόνος. Απεικονίζεται να έχει αρπάξει από το χέρι τον άνθρωπο. Για την ακρίβεια, δεν είναι η εικόνα της Ανάστασης του Χριστού. Είναι η εικόνα της συν-ανάστασης του ανθρώπου. Αυτό ακριβώς, δηλαδή, που μας έχει υποσχεθεί.

 Επιτρέψτε μου, λοιπόν, να κλείσω με δυο σκέψεις: Τη στιγμή που θα ανάψω το κερί της Ανάστασης, να σκεφτώ ότι

  • Άτιμα θα κρατώ το κερί αν δεν είμαι πρόθυμος για ρήξη με ό,τι φυλακίζει τον άνθρωπο.
  • Άτιμα θα το κρατώ αν δεν είμαι πρόθυμος για αλληλεγγύη με τον αδικημένο.
  • Άτιμα θα κρατώ το αναμμένο κερί αν δεν το κρατώ με εμπιστοσύνη σ’ αυτόν που μου προσφέρει την ίδια του τη ζωή: εμπιστοσύνη δηλαδή στον Χριστό, που με καλεί να γίνει μοίρα μου η μοίρα Του: Η ανάστασή Του.

 

Καλή μας Ανάσταση.

 

 

 

*               Εκτενέστερη ανάλυση, βλ. στο: Θανάση Ν. Παπαθανασίου, Με την ψυχή στα πόδια. Από το μνήμα το κενό στους δρόμους του κόσμου, εκδ. Εν Πλω, Αθήνα 2007.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.