Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΜετάφραση αρχαίας πεζογραφίαςΠρωτοσέλιδο

 ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ Ἱστορίαι,  ΣΤ΄ 30-32 Η τραγωδία της αθηναϊκής εκστρατείας στη Σικελία, 415-413 π.Χ. Μέρος Ι – Μετάφραση Γεωργία Παπαδάκη

Βιβλίο ΣΤ 30-32(σχ. 1)

  1. Μετά από αυτά, στα μέσα πλέον του καλοκαιριού, έγινε ο απόπλους για τη Σικελία.[…] Οι ίδιοι οι Αθηναίοι και όσοι από τους συμμάχους τους βρίσκονταν στην πόλη κατέβηκαν την ορισμένη ημέρα ξημερώματα στον Πειραιά και επιβιβάστηκαν στα πλοία για να αποπλεύσουν. Μαζί τους κατέβηκε και όλος, θα έλεγε κανείς, ο άλλος πληθυσμός της πόλης, πολίτες και ξένοι· οι ντόπιοι ξεπροβόδιζαν ο καθένας τούς δικούς του, άλλοι φίλους, άλλοι συγγενείς, άλλοι γιους, βαδίζοντας με ελπίδες και θρήνους μαζί, επειδή αφενός θαρρούσαν ότι θα κατακτήσουν τη Σικελία, αφετέρου αμφέβαλλαν εάν θα τους ξανάβλεπαν ποτέ, όταν αναλογίζονταν σε πόσο μακρινό απ’ την πατρίδα ταξίδι στέλνονταν.

   31.Την ώρα λοιπόν εκείνη, όταν πια θα αποχωρίζονταν ο ένας τον άλλον με όλους τους κινδύνους αυτής της εκστρατείας, συλλογίζονταν τα δεινά του πολέμου περισσότερο απ’ όσο όταν αποφάσιζαν με την ψήφο τους ν’ ανοίξει πανιά ο στόλος τους· ωστόσο αναθαρρούσαν από τη συγκεντρωμένη δύναμη, την οποία μαρτυρούσε το πλήθος της προετοιμασίας που έβλεπαν μπροστά στα μάτια τους. Οι ξένοι πάλι και ο υπόλοιπος κόσμος είχαν πάει για να δουν το θέαμα με τη σκέψη πως πρόκειται για κάτι το εξαιρετικό και απίστευτο. Πράγματι, αυτή υπήρξε η πιο δαπανηρή και πιο επιβλητική πολεμική προετοιμασία που απέπλευσε με ελληνική δύναμη από μία πόλη από όσες είχαν οργανωθεί έως τότε. […] Το ναυτικό ετοιμάστηκε με μεγάλες δαπάνες και των τριηράρχων2 και της πολιτείας. […] Οι τριήραρχοι είχαν στολίσει με πολυτέλεια τα πλοία, και καθένας από αυτούς έδειξε τον μεγαλύτερο ζήλο για να αναδειχθεί το δικό του πλοίο ανώτερο από τα άλλα και στην ωραία εξωτερική εικόνα και στην ταχύτητα. Στο πεζικό η επιλογή των στρατιωτών έγινε από καταλόγους ελεγμένους στο ακέραιο, και αναπτύχθηκε μεταξύ τους μεγάλη άμιλλα για τα όπλα και την ατομική εξάρτυσή τους. Και συνέβη συγχρόνως, από τη μια αυτοί να διαγωνίζονται μεταξύ τους για την εκτέλεση των καθηκόντων που είχαν ανατεθεί στον καθένα τους, και από την άλλη το πράγμα να μοιάζει περισσότερο με επίδειξη δύναμης και εξουσίας προς τους άλλους ΄Ελληνες, παρά με ετοιμασία για εκστρατεία κατά εχθρών.[…] Και η εκστρατεία αυτή έγινε ξακουστή όχι λιγότερο για την εκπληκτική τόλμη της και τη λαμπρότητα της θέας της απ’ ό,τι για τη μεγάλη υπεροχή του στρατού σε σύγκριση με εκείνους τους οποίους ξεκίνησαν να κτυπήσουν, αλλά και επειδή ήταν ώς τώρα η πιο μακρινή θαλασσοπλοΐα από την πατρίδα και επιχειρήθηκε με τη μεγαλύτερη ελπίδα για μελλοντικές κατακτήσεις πέρα απ’ όσα είχαν.

  1. ΄Όταν επιβιβάστηκαν τα πληρώματα στα πλοία και φορτώθηκαν πλέον όλα όσα έπρεπε να έχουν μαζί τους για να ανοιχτούν στο πέλαγος, η σάλπιγγα σήμανε σιωπητήριο· όμως τις καθιερωμένες πριν από την αναχώρηση ευχές δεν τις έκαναν ξεχωριστά στο κάθε πλοίο, αλλά όλοι μαζί ακολουθώντας τα λόγια του κήρυκα, ενώ σε όλο το στράτευμα είχαν ετοιμάσει κρασί αναμειγνύοντάς το με νερό μέσα σε κρατήρες,3 και τόσο οι στρατιώτες, όσο και οι αξιωματικοί έκαναν σπονδές χύνοντας κρασί από χρυσά και αργυρά ποτήρια. Μαζί τους ευχόταν και ο υπόλοιπος κόσμος από τη στεριά, και οι πολίτες και όσοι άλλοι ήταν εκεί φίλοι των Αθηναίων. Και αφού παιάνισαν και τελείωσαν τις σπονδές, έκαναν πανιά […]

 

 

 

 

1) Το 416 π. Χ., κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, στη Σικελία η ΄Εγεστα, επειδή βρισκόταν σε πόλεμο με τους Σελινουντίους τους οποίους υποστήριζαν οι Συρακούσες, η ισχυρότερη ελληνική πόλη της Δύσης, ζήτησε τη βοήθεια της Αθήνας που ήταν σύμμαχός της. Τότε, η αχαλίνωτη φιλοδοξία του Αλκιβιάδη, που το 420 είχε εκλεγεί στρατηγός στην Αθήνα, παρέσυρε τους Αθηναίους στην ανάληψη εκστρατείας στη Σικελία, θεωρώντας πως ήταν η κατάλληλη ευκαιρία να αποκτήσουν τον έλεγχό της, εκστρατεία που κατέληξε σε απόλυτη καταστροφή και οδήγησε τους Αθηναίους σε μεγάλη συμφορά. Το 415, λοιπόν, απέπλευσε από τον Πειραιά ο αθηναϊκός και ο συμμαχικός στόλος με επικεφαλής τους Αθηναίους στρατηγούς Νικία − είχε διαφωνήσει με τον Αλκιβιάδη και είχε αντιταχθεί στην εκστρατεία − Λάμαχο και Αλκιβιάδη.
Τη συγκινητική και συγχρόνως μεγαλοπρεπή αναχώρηση του εκστρατευτικού σώματος δίνει με λεπτομέρειες ο Θουκυδίδης στα παραπάνω αποσπάσματα, για να αναδείξει μέσα από τη μεγάλη αντίθεση προς το ταπεινωτικό τέλος της εκστρατείας το μέγεθος της καταστροφής, τον όλεθρο, που, όπως θα δούμε (Μέρος ΙΙ και ΙΙΙ), θα περιγράψει σε επόμενα κεφάλαια.    
2) Τριήραρχος στην αρχαία Αθήνα λεγόταν ο εύπορος πολίτης τον οποίο υποχρέωνε η πολιτεία να καταβάλει τα έξοδα εξοπλισμού μιας τριήρους, της οποίας γινόταν και κυβερνήτης. Η τριήρης ήταν μεγάλο πολεμικό πλοίο με τρεις επάλληλες σειρές κουπιών και από τις δύο πλευρές.
3) Οι αρχαίοι ΄Ελληνες έπιναν τα δυνατά κρασιά τους αραιωμένα με νερό, έπιναν τον κεκραμένον (← κεράννυμι = αναμειγνύω ) οἶνον − από την κρᾶσιν, δηλαδή την ανάμειξη αυτή, σχηματίστηκε η λέξη «κρασί». Το αντίθετο, ο ἄκρατος οἶνος, ήταν δείγμα βαρβαρότητας. Το μεγάλο αγγείο, δε, μέσα στο οποίο γινόταν η ανάμειξη του οίνου με το νερό λεγόταν κρατήρ.
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.