Loading...
Πεζογραφία

ΘΟΥΛΗ ΣΤΑΪΚΟΥ:  4 Μικροδιηγήματα

   η πρώτη φορά

            Η πρώτη φορά που είδα την άβυσσο ανάμεσα στο μυαλό μου και τον έξω κόσμο με σημάδεψε για πάντα. Από τότε παλεύω να δω τι γίνεται ανάμεσα. Τι είναι αυτό που μπαίνει ανάμεσα και γκρεμίζεται ο κόσμος.

            Είχα μία κούκλα και κάτι ωραία πανάκια γυαλιστερά. Και μερικά φιγουρίνια με μόδες ζωγραφιστές ασπρόμαυρες. Διάλεξα το ωραιότερο φόρεμα. Είχε εφαρμοστό το επάνω, σε σχήμα καρδιάς, και το κάτω μακρύ με πλούσια σούρα που άνοιγε. Και ένα μεγάλο φιόγκο στη μέση μπροστά. Μέρες το κοίταζα και σκεφτόμουν. Ως την παραμικρή λεπτομέρεια. Όταν τα είχα όλα έτοιμα στο κεφάλι μου, πήρα ψαλίδι και ραφτικά και ρίχτηκα στη δουλειά. Δεν είχα την παραμικρή αμφιβολία, κι αυτό ήταν που με έριξε σε πένθος βαρύ, που με τσάκισε πιο πολύ κι από την οικτρή αποτυχία, πιο πολύ κι από την εξοργιστική συγκατάβαση στα μάτια των γυναικών. Έλα να σου δείξω, μου λέει η θεία μου, δεν ήθελα, δεν ήταν εκεί το νόημα, το ενδιαφέρον μου είχε πια μετατοπιστεί από το φόρεμα στο χάος που χωρίζει τα πράγματα από την ιδέα των πραγμάτων.

 

  έφτυσα!

           Έφτυσα! έλεγε χωμένος στον αχυρώνα, ή σκαρφαλωμένος στη σκάλα όπου κάτι κάρφωνε. Με έστελνε να του πάρω καρφιά, στόκο, κόλλες, τέτοια. Άμα έλιωνε το φτύμα μέχρι να γυρίσω θα πέθαινε.

            Έτρεχα, έτρεχα, κι έλεγα δυνατά το πατερημών συνέχεια σ’ όλο το δρόμο. Έπεφτα και μάτωναν τα γόνατά μου και η καρδιά μου μάτωνε μαζί. Και πάλι σηκωνόμουν και έτρεχα, γιατί αυτός είχε παραδώσει τη ζωή του στα χέρια μου, ή μάλλον στα πόδια μου, κι εγώ έπρεπε να την πάω και να τη φέρω πίσω εγκαίρως, προτού στεγνώσει το σάλιο του. Το δικό μου στέγνωνε στο στόμα μου, κι ακόμα στεγνώνει τις νύχτες που φτάνω λαχανιασμένη και τον βλέπω πεσμένο, με μια γραμμούλα μαύρο αίμα να τρέχει στο πλάι των χειλιών του.

             Παρ’ όλο που ούτε για μια στιγμή, ούτε στον ύπνο ούτε στον ξύπνιο, δεν με εγκαταλείπει η συνείδηση ότι, αντίθετα, πέθανε μεγάλος και χωρίς καμία δική μου υπαιτιότητα, εκείνο το έφτυσα είναι το τελευταίο πράγμα που θα του συγχωρήσω.

 

 εκατό φορές

             Εκατό φορές να γράψω τους γιακάδες. Είναι έντεκα χωριά στη σειρά και επειδή είναι από δω κι από κει στο δρόμο τα λένε γιακάδες. Υποθέτω, δηλαδή. Για τι άλλο να ονομάστηκαν έτσι. Δεν τα έχω δει ποτέ μου, ούτε προς τα πού πέφτουν δεν ξέρω, τα φαντάζομαι όμως ένα ένα καθώς τα γράφω. Μοιάζουν πολύ με τα ονόματά τους, είναι ίδια με τα ονόματά τους.

            Νέα Κώμη, Ποντολίβαδο, Δουκάλιο, Γραβούσα, Πέρνη, Ζαρκαδιά, Γέροντας, Ξεριά, Αβραμηλιά, Διαλεχτό, Παράδεισος. Εκατό φορές είναι πάρα πολύ, πάρα πολύ. Θα γράφω ως το πρωί και μετά θα τα θυμάμαι σε όλη μου τη ζωή και θα τα λέω από μέσα μου κάθε φορά που δεν θα ξέρω τι να σκεφτώ και τι να κάνω.

 

 στο δεύτερο

              Στο δεύτερο ήταν αλλιώς. Δεν τους άφησα να μου κάνουν τίποτα. Ούτε ορούς, ούτε νάρκωση, τίποτα. Τότε γιατί φωνάζεις; μου λέει μια νοσοκόμα. Έλα ’δω, της λέω, εμένα η δουλειά μου τώρα είναι να φωνάζω και θα φωνάζω όσο θέλω, εσύ να κάνεις τη δικιά σου και να μ’ αφήσεις ήσυχη.

            Ούρλιαξα με την ψυχή μου να μ’ ακούσει όλος ο κόσμος. Ευχαριστήθηκα. Όταν ήρθε η ώρα χτύπησα το κουδούνι, τι θες; μου λέει θυμωμένη, να φωνάξεις το γιατρό, της λέω, γιατί βγαίνει το μωρό. Και πού το ξέρεις εσύ πως βγαίνει το μωρό. Άμα δεν το ξέρω εγώ, ποιος το ξέρει.

           

 

 

One comment
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.