Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Ιγνάτης  Χουβαρδάς: 1821 – Μέσα από τη ματιά σύγχρονων συγγραφέων (εκδόσεις 24 γράμματα, 2020)

                                 

Μια ανθολογία, από τις πολλές, για την επέτειο των 200 χρόνων από την ελληνική επανάσταση του 1821, είναι το βιβλίο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις 24 γράμματα με τίτλο “1821 – Μέσα από τη ματιά σύγχρονων συγγραφέων”.  Όπως υποδηλώνει και ο τίτλος, είναι μια αντιστοιχία ανάμεσα στην εποχή της ελληνικής επανάστασης και στο σήμερα, μέσα από τη ματιά σύγχρονων ελλήνων συγγραφέων. Η ανθολογία με τον τρόπο της απαντά στο ερώτημα για το πώς αντιμετωπίζουν οι συγγραφείς το γεγονός-ορόσημο της ελληνικής ιστορίας και που οι απόηχοί του φτάνουν υπόγεια μέχρι τις μέρες μας. Εκείνο που προκύπτει στο ερώτημα αυτό είναι ιστορίες, πρόσωπα, γεγονότα, καταστάσεις. Το κάθε κείμενο είναι μια ψηφίδα στο ευρύτερο μωσαϊκό της εθνεγερσίας. Ζωντανεύουν οι φωνές, τοποθετούμαστε δίπλα στη δράση, παρακολουθούμε τα αισθήματα, μηρυκάζουμε τις συνθήκες, συμμετέχουμε στην εξέλιξη των γεγονότων. Στην ουσία γινόμαστε συνοδοιπόροι, κάτω από μια βαθύτερη ψυχική επιταγή να σκαλίσουμε το παρελθόν, να συνομιλήσουμε με τους προγόνους, να αποκαταστήσουμε την ψυχική επαφή μαζί τους. Ένα είδος νέκυιας, μιας επιστροφής στον κάτω κόσμο, σε μια λεπτή γραμμή όπου η ζωή η σημερινή σκύβει και φιλά τις ψυχές εκείνων που αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν για το δικό μας μέλλον. Η ανθολογία αναδεικνύει την κοινή εφαπτομένη ανάμεσα στο τότε και το τώρα, την παράλληλη πορεία της δικής μας ζωής με τα μυθικά γεγονότα εκείνων των χρόνων. Μια αναπαράσταση πειστική και κινηματογραφική γνωστών και άγνωστων σελίδων της ιστορίας της επανάστασης. Τα χρόνια εκείνα (Φιλική Εταιρεία, Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, Ελληνική επανάσταση, Καποδίστριας) έχουν εμποτιστεί μέσα μας. Οι φιγούρες των ηρώων συνόδευαν το βλέμμα μας στις σχολικές αίθουσες, στους σχολικούς διαδρόμους, στις σελίδες των βιβλίων της ιστορίας. Η λογοτεχνία αναλαμβάνει στο βιβλίο αυτό τα ηνία και επιμένει περισσότερο στο αθέατο. Η συγκεκριμένη ανθολογία επικεντρώνεται στα χρόνια της επανάστασης στον ελλαδικό χώρο. Τα κείμενα δένουν μεταξύ τους, γιατί κινούνται στο υπογάστριο των ιστορικών γεγονότων, φωτίζουν την καθημερινότητα, την απλή ζωή, τους ήρωες κυρίως εκείνους που δεν πέρασαν στο πρώτο πλάνο της ιστορίας, που έζησαν στη σκιά των επώνυμων αγωνιστών. Είναι δευτερεύοντα πρόσωπα που οι πράξεις τους φωτίζουν κάποτε με πιο διεισδυτικό τρόπο εκείνα τα γεγονότα. Είναι οι αφανείς ήρωες, αυτοί που δεν εγγράφηκαν στα σχολικά βιβλία, είναι οι απλές ιστορίες καθημερινών ανθρώπων εκείνης της μπαρουτοκαπνισμένης εποχής. Υπάρχουν επίσης και κείμενα, όπου κεντρική θέση έχουν ηχηρά ονόματα, όπως του Κολοκοτρώνη, του Ανδρούτσου, του Καραϊσκάκη, του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, του Παπαφλέσσα και αρκετά άλλα. Οπότε, διαμορφώνεται μια ισορροπία ανάμεσα στους δημοφιλείς και στους άγνωστους ήρωες της επανάστασης.

Στα τελευταία χρόνια είναι έντονη μια ζύμωση γύρω από την προσπάθεια αναθεώρησης πολλών λεπτομερειών γύρω από την επανάσταση του 1821. Κυρίως μια προσπάθεια αποδόμησης και απομυθοποίησης προσώπων και γεγονότων, που στις ψυχές παλαιότερων γενεών είχαν πάρει τις διαστάσεις του μύθου. Η παρούσα ανθολογία κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση, ενσαρκώνει την ελληνική επανάσταση, δίνει πνοή στους μυθικούς ήρωες όπως τους νιώσαμε και τους ζήσαμε από τα παιδικά μας χρόνια.  Κατά την ταπεινή μου γνώμη, είναι χωρίς αντίκρισμα η κάθε προσπάθεια αποχρωματισμού εκείνων των χρόνων. Βέβαια ο καθένας τα κρίνει αυτά σύμφωνα με τη δική του πλευρά, τα δικά του βιώματα, τα δικά του διαβάσματα. Είναι γεγονός πάντως πως οι ήρωες του `21, που μας συνόδευαν στην καθημερινότητά μας,  μούλιασαν στην ψυχή μας σαν ένα βαρύ κληροδότημα. Όσο κι αν κάποιοι επιμένουν στον αποχρωματισμό αυτής της μυθολογίας που ασυνείδητα καλλιεργήθηκε μέσα μας, αυτό είναι μάταιο. Το αντίθετο θα έλεγα. Το `21 είναι ένα κλασικό παράδειγμα όπου μύθος και γεγονός συνταιριάζουν αρμονικά, γίνονται ένα σώμα, γιατί η μία διάσταση γίνεται συνώνυμη της άλλης, διατηρώντας παράλληλα τη δική της οντότητα. Διαβάζοντας την ανθολογία αντιλαμβανόμουν ακριβώς αυτό, το δέος από εκείνη την εποχή και την επιρροή που ασκεί υποδόρια μέσα μας. Είναι η επανάσταση αυτή ένας καλός τρόπος να προσδιορίσουμε την έννοια της ιερότητας. Είναι το γεγονός, η δράση, τα πρόσωπα, οι συνθήκες, οι αγώνες, το αίμα, τα ιδανικά. Το ιερό σαρκώνεται από το αίμα που χύνεται για την ιδέα, για τον πόθο, την ελευθερία. Τι νόημα έχει να μάθω μια λεπτομέρεια που με προσγειώνει ανώμαλα σε πιο ποταπά κίνητρα της ανθρώπινης ύπαρξης;  Άλλωστε η ιστορία δεν τα έκρυψε αυτά, υποκλίθηκε όμως στο μεγαλείο. Η οποιαδήποτε ανάδειξη μιας αντιλυρικής υποκειμενικότητας αποδεικνύεται ανεπαρκής για να καταλύσει το ίδιο το γεγονός, που υπερέβη την ευρωπαϊκή πραγματικότητα εκείνης της εποχής, τότε που κυβερνούσε το πνεύμα της Ιερής Συμμαχίας. ΄Οταν το ιερό βάλλεται από μια επίμονη υπενθύμιση της ανθρώπινης κατωτερότητας, νομίζω η ζύμωση αυτή, αντί να αποβαίνει υπέρ της αποδόμησης, καταφέρνει το αντίθετο. Γιατί το ιερό είναι η αναγωγή της ανθρώπινης διάστασης στα όρια της αγιότητας, την ίδια στιγμή που  ο άνθρωπος από τη φύση του παλεύει ανάμεσα στα δύο στοιχεία, το χώμα και την ιδέα.

Όσο γράφεται αυτό το κείμενο, τις μέρες γύρω από την επέτειο της εθνικής επετείου των 200 χρόνων, η ίδια η επικαιρότητα δημιουργεί παλιρροϊκά κύματα, που εκφράζουν αυτές τις δυσαρμονίες και τις αναντιστοιχίες του ατομικού και συλλογικού ψυχισμού. Από τη μία η λαίλαπα μιας πανδημίας όπου η ατομικότητα διχάζεται ανάμεσα στην κατακτημένη ευδαιμονία και την επιβεβλημένη εμπλοκή σε μια συλλογική επαγρύπνηση. Από την άλλη η αναβίωση των γεγονότων της ελληνικής επανάστασης, τα καταπληκτικά κατορθώματα, οι αληθινοί ήρωες, αυτοί οι άνθρωποι που αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν για την εθνική παλιγγενεσία, πετυχαίνοντας κάτι ασύλληπτο. Πρέπει μάλλον να αποδεχθούμε και να συνηθίσουμε να ζούμε σε αυτές τις ατελείωτες και επίμονες αντιρροπήσεις ανάμεσα στο άσπρο και το μαύρο. Σκοπός βέβαια είναι να οδεύουμε προς το φως και όχι στο σκοτάδι. Το μεγαλείο που μας χαρακτηρίζει από τα αρχαία χρόνια είναι δυσβάστακτα μεγάλο.

Στην ανθολογία συμμετέχουν οι συγγραφείς: Έρικα Αθανασίου, Δημήτρης Βαρβαρήγος, Δημήτρης Βλαχοπάνος, Γιώργος Ι. Βοϊκλής, Πέτρος Γκάτζιας, Παναγιώτης Γούτας, Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης, Νιόβη Ιωάννου, Νίκος Κατσαλίδας, Κατερίνα Καριζώνη, Κώστας Κρεμμύδας, Δημήτρης Κωστόπουλος, Πολύνα Μπανά, Στέφανος Μίλεσης, Θεόδωρος Μπενάκης, Κωνσταντίνος Μπούρας, Κατερίνα Παναγιωτοπούλου, Αντωνία Παυλάκου, Μίτση Πικραμένου, Γιώργος Πύργαρης, Δήμητρα Πυργελή, Λιάνα Σακελλίου, Απόστολος Σπυράκης, Γιώργος Σταφυλάς, Κώστας Στοφόρος, Φίλιππος Φιλίππου, Άγγελος Χαριάτης.

Μια σύντομη περιδιάβαση στις ιστορίες θα ήταν κατατοπιστική, χωρίς την παραμικρή πρόθεση αξιολογικής εκτίμησης και ιεράρχησης. Η ανθολογία λογίζεται σαν ένα σώμα, μια λογοτεχνική κατάθεση στα ιστορικά γεγονότα, ένας πολύτιμος δίαυλος επικοινωνίας με την καρδιά και τον παλμό εκείνων των γεγονότων.

Η Έρικα Αθανασίου μιλά για το πρώτο ξέσπασμα της επανάστασης στην Καλαμάτα, υπενθυμίζοντας πως η ιστορία είναι γεμάτη λάθη, εννοώντας προφανώς πως η επανάσταση στον ελλαδικό χώρο δεν πρωτοξεκίνησε, όπως νομίζουμε, από τα Καλάβρυτα. Με το δαιμόνιο μυαλό του Παπαφλέσσα (ο καλόγερος με την εωσφορική ικανότητα) επιτυγχάνεται ο αφοπλισμός των στρατιωτών του μπέη της Καλαμάτας Σουλεϊμάν Αρναούτογλου. Την ιστορία την αφηγείται ένας συνεργάτης του Παπαφλέσσα που διασώζει μια γυναίκα από αρχοντική τουρκική γενιά, την Αϊσέ, την οποία αργότερα θα την κάνει γυναίκα του με το όνομα Μαργαρίτα. 

Ο Δημήτρης Βαρβαρήγος με κινηματογραφικό τρόπο, μεταφέρει τους αναγνώστες στην τελευταία νύχτα πριν την έξοδο του Μεσολογγίου και στη σφαγή που ακολούθησε. Τα γεγονότα τα παρακολουθούμε μέσα από την ιστορία ενός νέου ζευγαριού. Ο άντρας στη μάχη. Η γυναίκα, ετοιμόγεννη, φέρνει στο φως ένα κοριτσάκι. Η συνέχεια τραγική και συγκινητική.

Ο Δημήτρης Βλαχοπάνος αναπαριστά με ζωντάνια και παραστατικότητα το τέλος του Αλή πασά στα Γιάννινα.

Ο Γιώργος Ι. Βοϊκλής αφηγείται την αναδίφηση στα αρχεία του κράτους, στα πλαίσια της πτυχιακής εργασίας ενός φοιτητή.  Εκεί ένα πρόσωπο του ελληνικού διαφωτισμού έχει για μαθητή του έναν νέο που έμελλε να γίνει ένας από τους πρωταγωνιστές της ελληνικής επανάστασης του 1821.

Ο Πέτρος Γκάτζιας καταγράφει την ιστορία  ενός σύγχρονου έλληνα που δουλεύει ως απολυμαντής  και αναζητά τα χνάρια ενός προγόνου του από τα χρόνια της Επανάστασης, του Σταμάτη Μπέμπα. Η ηρωική πράξη του προγόνου είναι μεγαλειώδης αλλά άγνωστη. Η αναζήτηση της γενεαλογικής ταυτότητας οδηγεί στο αίσθημα μιας ατομικής κι εθνικής περηφάνιας. Ο δεσμός δεν έχει χαθεί, η συνέχεια του αίματος αναδεικνύεται.

Ο Παναγιώτης Γούτας μάς μεταφέρει στην επικαιρότητα του κορωνοϊού, σε ένα σχολείο και συγκεκριμένα σε μια μικρή αποθήκη, που την έχουν μετατρέψει σε καπνιστήριο οι θεριακλήδες καθηγητές. Ο ήρωας που είναι καθηγητής μουσικής καπνίζει στην αποθηκούλα κι έχει μια μυστική συνομιλία με την αγέρωχη μορφή του Καραϊσκάκη, που φαντάζει δίπλα σε άλλα πορτρέτα ηρώων της επανάστασης. Ο καθηγητής της μουσικής εκμυστηρεύεται στον αγωνιστή τα ερωτικά του θέματα με μια καθηγήτρια βιολογίας κι από την άλλη ο  αθυρόστομος Γεώργιος Καραϊσκάκης εκφράζει τις αμφιβολίες που ακόμα έχει για τη σφαίρα που έφαγε στο Κερατσίνι, αν προερχόταν τελικά από τους Τούρκους ή από άντρες του μισητού Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου. Η σύγκλιση του τότε και του τώρα δίνεται γλαφυρά, συγκινητικά, με αρκετό χιούμορ. Το χθες και το σήμερα, ετερόκλητα κι αμφίσημα, σε μια διαρκή περιδίνηση, που οδηγούν στη συνειδητοποίηση της ταυτότητας μέσα από τη συνέχεια. 

Ο Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης  αναφέρεται στον στρατηγό Μακρυγιάννη, που αναθέτει σε έναν ζωγράφο και στους δύο γιους του το εγχείρημα να αναπαραστήσουν ζωγραφικά μια μάχη έξω από την Άρτα, όπου συμμετείχε ο στρατηγός Μακρυγιάννης.

Η Νιόβη Ιωάννου σκιαγραφεί τον ήρωα Νικηταρά, μέσα από τα μάτια της κόρης του. Τα ανδραγαθήματά του στην επανάσταση και η αγνωμοσύνη που επέδειξε μετέπειτα η πατρίδα στο πρόσωπό του. Η ιστορία του Νικηταρά απλώνεται μέχρι τα χρόνια του Καποδίστρια και του Όθωνα, προκειμένου να παρακολουθήσουμε τη σταδιακή πορεία του Νικηταρά στην απόλυτη ένδεια.

Ο Νίκος Κατσαλίδας παρουσιάζει επίσης τον Νικηταρά και στο πρόσωπό του την τύχη πολλών αγωνιστών μετά την επανάσταση. Ο Νικηταράς κατάντησε ζητιάνος, ξεχασμένος και υποτιμημένος. Ακόμα και κάτω από το βάρος αυτής της άκαρδης τύχης, παραμένει παλικάρι και διατηρεί την εθνική του περηφάνια απέναντι στους ξένους.

Η Κατερίνα Καριζώνη μάς μεταφέρει στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου μια νεαρή γυναίκα  από το Μοριά, εξαθλιωμένη από τις κακουχίες του αγώνα, είχε την τύχη να υιοθετηθεί από έναν έλληνα κόμη που βοηθούσε οικονομικά τον αγώνα. Από το στόμα της νεαρής ελληνίδας μαθαίνουμε τη μάχη στο Μανιάκι και το ηρωικό τέλος του Παπαφλέσσα.

Ο Κώστας Α. Κρεμμύδας εστιάζει κυρίως στην αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου και του στενού του συνεργάτη Βαρνακιώτη, δύο πρόσωπα που συνοδεύονται από το ερωτηματικό της προδοσίας. Η άλλη δηλαδή πλευρά του φεγγαριού. Το κείμενο του Κρεμμύδα είναι ένα πολιτικό σχόλιο και μια περιδιάβαση στα ερωτήματα που προκύπτουν από πολλές σκοτεινές πλευρές της επανάστασης, μια περιδιάβαση που συνδέεται με τα σύγχρονα δεινά της χώρας.

Ο Δημήτρης Κωστόπουλος γράφει για τον κρυφό έρωτα μιας Μαρίας για τον ξάδελφό της τον Λάμπρο, που έγινε καλόγερος στη μονή Φιλοσόφου. Χαρακτηριστική η περιγραφή του τοπίου.  Η μονή Φιλοσόφου και η μονή του Προδρόμου σε δύο απέναντι βράχους. Κι ανάμεσα στους δύο βράχους όπου ήταν τα μοναστήρια, στο βάθος της χαράδρας, έρεε ο ποταμός Λούσιος.  Η Μαρία με το μουλάρι μετέφερε συνήθως σπάρτα και ασφάκες. Τώρα, κάτω από το βάρος της προετοιμασίας της επανάστασης, της έλαχε να μεταφέρει κρυμμένα κοφίνια από μπαρούτι. Όμως ο έρωτας υπερτερεί. Το εγχείρημά της να περάσει τον ποταμό Λούσιο για να πάει να βρει τον αγαπημένο της στο μοναστήρι, θα καταλήξει σε τραγωδία, στον πνιγμό της. Η ερωτική ιστορία εξελίσσεται με φόντο τη Δημητσάνα και τις μυστικές μεταφορές φορτίων από μπαρούτι σε σπίτια και κρύπτες, τις μέρες που έχει ήδη ξεσπάσει  η επανάσταση στην Ευρώπη, στα μέρη της Βλαχίας. Ο έρωτας συνυπάρχει με τον φόβο. Υπερτερεί ο νεανικός έρωτας, με τη δραματική και συγκινητική του κατάληξη.

Η Πολύνα Μπανά, με λεπτό χιούμορ, γράφει για την περιπέτεια ενός δημόσιου υπαλλήλου σε μια επαρχιακή πόλη. Το ενδιαφέρον του για την αρχαία Ελλάδα, τον κάνει τακτικό επισκέπτη στην τοπική βιβλιοθήκη. Εκεί, ο ήρωας εντυπωσιάζεται από την τυχαία ανακάλυψη της ιστορίας μιας μικρής κοπέλας που αιχμαλωτίζεται από τους Τούρκους στα Ψαρά, στην καταστροφή του νησιού το 1824, και πουλιέται μετά στο σκλαβοπάζαρο της Κωνσταντινούπολης. Αργότερα, σκλάβα στη Σμύρνη, απελευθερώνεται από έναν αμερικανό διπλωμάτη και στέλνεται στη Βοστώνη, για μια καλύτερη ζωή. Εκεί η μικρή κοπέλα, εξασθενημένη από τις κακουχίες στα χέρια των Τούρκων, αρρωσταίνει και χάνει τη ζωή της. Ο μεσόκοπος υπάλληλος συγκλονίζεται από το γεγονός, ερευνά την εξέλιξη της ιστορίας και γίνεται θερμός μελετητής της επανάστασης του 1821, η οποία μέχρι τότε τον άφηνε σχεδόν αδιάφορο. Το κλίμα της επαρχίας συμμετέχει στα δρώμενα με μια τρυφερή διακριτικότητα.

Ο Στέφανος Μίλεσης γράφει για τα σιτοκάραβα της Ύδρας που μετατράπηκαν σε πολεμικά καράβια και κατατρόπωναν τα καράβια των Οθωμανών. Πρωταγωνιστής στην ιστορία είναι ένα νεαρό ναυτόπουλο, ο Κωνσταντής.

Ο Θεόδωρος Μπενάκης μάς μεταφέρει στο μετεπαναστατικό Ναύπλιο του 1831 και στα χρόνια του εμφύλιου διχασμού. Παρακολουθούμε την  προσπάθεια δύο δημοκρατικών να πείσουν έναν γιατρό να φυγαδευτεί ο ίδιος κ η άρρωστη γυναίκα του, ώστε να γλιτώσουν από τα χέρια οπαδών της τυραννίας.

Ο Κωνσταντίνος Μπούρας καταφεύγει στα ψιλά γράμματα της ιστορίας. Φωτίζει τον αινιγματικό γιατρό του αρχηγού της φιλικής εταιρείας, του Αλέξανδρου Υψηλάντη.

Η Κατερίνα Παναγιωτοπούλου παρουσιάζει την περιοχή του Δαδιού, στη Φθιώτιδα, σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων από την Αμφίκλεια. Παρακολουθούμε τη ζωή ενός βοσκού που έχασε τους δικούς του στο Δαδί από τη σφαγή των Τούρκων κι έγινε τρόφιμος στο μοναστήρι της Παναγίας της Γαυριώτισσας, βοσκώντας τα κοπάδια από ζώα που ανήκαν στη μονή. Ειδυλλιακές περιγραφές της φύσης. Το μοναστήρι αποτέλεσε κέντρο δράσης του Αθανάσιου Διάκου, του Οδυσσέα Ανδρούτσου και άλλων πολλών αγωνιστών. Επίσης καταφύγιο των γυναικόπαιδων  σε ώρες πολέμου. Όπως και τα φαράγγια του Παρνασσού. Παρακολουθούμε τη μάχη ανάμεσα στους άντρες του Οδυσσέα Ανδρούτσου και τους Τούρκους στην περιοχή ανάμεσα στο Δαδί και το Μοναστήρι κι ύστερα τη σφαγή που ακολούθησε των Ελλήνων από τους Τούρκους. Ο βοσκός αναλαμβάνει ο ίδιος -παρακινώντας κι άλλους που σώθηκαν- το ξαναστήσιμο της Δαδιάς και του Μοναστηριού. Έντονη η αποφορά του πολέμου όπου η προσωπικότητα και η παλικαριά του βοσκού συναγωνίζεται εκείνη του Οδυσσέα Ανδρούτσου.

Η Αντωνία Παυλάκου γράφει για τον χορό των γυναικών που έπεσαν στους γκρεμούς της Χορηγόσκαλας, απέναντι από την ιερά μονή Μαρδακίου.  Είμαστε στην εποχή που το Μεσολόγγι πολιορκείται, Μάιος του 1826. Τις ίδιες μέρες, σφαγές και τρόμος επικρατεί πιο πέρα, στον Μοριά. Εδώ  η προσοχή πέφτει σε Αρκαδία και Μεσσηνία, τα γυναικόπαιδα μετακινούνται σε πιο ασφαλείς περιοχές για να γλιτώσουν από την εκδικητική μάχαιρα των χριστιανομάχων. Οι άντρες πάλι θα δώσουν μάχη με τις φάλαγγες του Μπραΐμη για να κρατήσουν ανοιχτά τα περάσματα, προκειμένου τα γυναικόπαιδα να μπορέσουν να φύγουν μακριά από το Δυρράχι, να πάνε αν τα καταφέρουν στα Πισινά Χωριά. Όσες γυναίκες περικυκλώνονται από τον εχθρό, επιλέγουν να πέσουν στον γκρεμό παρά να παραδοθούν. «Καλύτερα γκρεμισμένες παρά ατιμασμένες», λένε οι γυναίκες κι επιλέγουν τη θυσία.

Η Μίτση Σκ. Πικραμένου, μας μεταφέρει στην Κύπρο και στις διώξεις που υπέστη η Μεγαλόνησος το ίδιο διάστημα που ξέσπασε η επανάσταση στην Ελλάδα.

Ο Γιώργος Πύργαρης διηγείται μια ιστορία ερωτική, όπου ένας έλληνας προσπαθεί να κλέψει μια τουρκάλα, με σκοπό να την πουλήσει στο σκλαβοπάζαρο, για να λύσει το οικονομικό του πρόβλημα.  Όταν την πλησιάζει εντυπωσιάζεται από την ομορφιά της κι επιλέγει πρώτα να τη βιάσει. Η γυναίκα αντιστέκεται και καταφέρνει να ξεφύγει και να καταδώσει την απόπειρα βιασμού. Οι αρχές συλλαμβάνουν τον δράση και τον βάζουν ένα μήνα στη φυλακή. Αρκετά χρόνια αργότερα, στα χρόνια του Καποδίστρια και του Όθωνα, βλέπουμε τη γυναίκα να έχει παντρευτεί με το χριστιανικό όνομα Ελένη. Ο δράστης όταν τη συναντά στο μαγαζί του άντρα της είναι μετανιωμένος, ενώ η γυναίκα δεν δείχνει να τον έχει συγχωρέσει για την ατιμία εκείνη που προσπάθησε να κάνει. Σε άλλα κείμενα της ανθολογίας  ο έρωτας μεγαλουργεί κι ανάγεται σε κάτι ιερό, ενώ εδώ, το ερωτικό στοιχείο θα μπορούσε να υποβιβαστεί σε μέσο ικανοποίησης σαρκικών παθών και σε εμπόριο λευκής σαρκός, ενδεχόμενο όμως που αποτράπηκε κι η ηθική τάξη αποκαταστάθηκε.

Η Δήμητρα Πυργελή αναβιώνει στο δικό της κείμενο ένα παλίμψηστο ανθρώπινων σχέσεων με φόντο τους πολέμους, τις ναυμαχίες και τον έρωτα.

Η Λιάνα Σακελλίου διαλέγει το ρυθμό της ποίησης για να ζωντανέψει τη λαίλαπα του αγώνα, το σφυγμό των ανθρώπων που αγωνίζονται, το όραμα και τη θυσία.

Ο Απόστολος Σπυράκης με υποβλητικό τρόπο αφηγείται μια επιχείρηση απόδρασης, με αίσιο τέλος. Ένας άντρας μαθαίνει ότι ο αδελφός του είναι φυλακισμένος στην εκκλησία του Προφήτη Ηλία στη  Θεσσαλονίκη.  Με τη βοήθεια δύο φίλων του, επιχειρεί να εισβάλει στην εκκλησία, όπου, εκτός από τον αδελφό του, είναι φυλακισμένοι πολλοί χριστιανοί και φρουρούνται από τους γενιτσάρους. Η δράση κινηματογραφική, το ενδιαφέρον αμείωτο.

Ο Γιώργος Σταφυλάς αφηγείται τη συνάντηση ενός παιδιού με έναν τούρκο αγά. Χωρίς λόγο, ο αγάς ξυλοφορτώνει το παιδί με καμτσικιές στην πλάτη του. Λίγο έξω από την Τρίπολη. Το παιδί  πριν γυρίσει στη μάνα του περνάει από ένα ξωκλήσι. Όπως παρατηρεί μια εικόνα από την άλωση της πόλης, ξυπνά μέσα του το εθνικό αίσθημα κι η επιθυμία να πάρει εκδίκηση για την προσβολή που δέχθηκε. Το παιδί αυτό, τριάντα χρόνια αργότερα, αντρειωμένος πολεμιστής πλέον, θα έμπαινε νικητής στην Τριπολιτσά. Στο τέλος του διηγήματος αποκαλύπτεται η ταυτότητα του παιδιού που έγινε αργότερα ήρωας του `21, είναι ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

Ο Κώστας Στοφόρος  παρουσιάζει έναν μικρό που θέλει να μάθει πράγματα για τον Οδυσσέα Ανδρούτσο. Η περιέργειά του ξεκινά από το γεγονός ότι ονομάζεται κι ο ίδιος Οδυσσέας κι η ταύτιση αυτή εξάπτει το ενδιαφέρον του. Ο νεαρός, αν και μικρός,  παρακινημένος κι από τον δάσκαλό του, επιστρατεύει την ιστορική έρευνα για να φωτίσει πλευρές της ζωής του Οδυσσέα Ανδρούτσου και κυρίως να αποκαταστήσει την αλήθεια, σχετικά με τον τρόπο που έχασε τη ζωή του ο ήρωας της επανάστασης. Θεωρείται από τον νεαρό επιτακτική ανάγκη να γίνει η απαραίτητη διόρθωση, ότι δηλαδή ο θάνατος του Ανδρούτσου δεν οφειλόταν σε ατύχημα όπως είναι η επίσημη εκδοχή αλλά σε δολοφονία.

Ο Φίλιππος Φιλίππου παρουσιάζει τις τελευταίες ώρες του Γεώργιου Καραϊσκάκη. Μαθαίνουμε στοιχεία για την προσωπική του ζωή, και ιδιαίτερα τη σχέση με τον σκύλο του και με τη Μαριώ, τη φιλενάδα του, που ήταν τουρκοπούλα κι είχε ασπαστεί τον Χριστιανισμό. Στο τέλος του κειμένου ο συγγραφέας  αναμετριέται  με το ερώτημα αν η σφαίρα που βρήκε τον Καραϊσκάκη προερχόταν τελικά από Έλληνα.

Ο ΄Αγγελος Χαριάτης  αναφέρεται στον άρχοντα της Μάνης, τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Παρακολουθούμε την ψυχολογία του ήρωα, το βράδυ της παραμονής κι ανήμερα της 17ης Μαρτίου. Με το ξημέρωμα της σημαδιακής ημέρας, ο οπλαρχηγός και πολιτικός Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης αναζητά την ψυχολογική ενθάρρυνση από τη γυναίκα του και τα παιδιά του, γιατί αυτό που επίκειται να γίνει, η εξέγερση εναντίον των Τούρκων, είναι μια υπέρβαση. Σε αυτήν την ψυχολογική προετοιμασία παίζουν το δικό τους ρόλο η ενασχόληση του ίδιου και της γυναίκας του με το λάβαρο της επανάστασης κι η διαρκής αναφορά στην ταυτότητα της Μάνης, μιας περιοχής που χαρακτηρίζεται από περηφάνια και βαθιά αίσθηση της ελευθερίας. Σε λίγο θα υψωθεί το λάβαρο της επανάστασης στην Τσίμοβα κι ύστερα θα ακολουθήσει η απελευθέρωση της Καλαμάτας.

Η ανθολογία χαρακτηρίζεται από μια θέρμη και μια κατάνυξη, για μια επανάσταση που καθόρισε το μέλλον μας. Καλό θα ήταν αυτά τα στοιχεία να περάσουν στις φλέβες και των νεότερων γενεών. Η ευχή αυτή αποτελεί κι ένα στοίχημα, όχι κατήχησης αλλά επιβεβλημένης ενημέρωσης γύρω από αυτήν τη χρονική βαθμίδα του γενεαλογικού μας δέντρου. Τα άλλα (η αίσθηση της κληρονομιάς κυρίως) θα έρθουν από μόνα τους.

Ένα πρόσωπο που θα ήθελα να συναντήσω σε αυτήν την ανθολογία είναι  ο Ρήγας Φεραίος. Αλλά ο Ρήγας Φεραίος είναι έξω από τα χρονικά πλαίσια του θέματος. Κι αν διατυπώνεται αυτή η άστοχη επιθυμία, δείχνει πως η ανθολογία πέτυχε τον στόχο της, έβαλε τον αναγνώστη στο κλίμα και στην ατμόσφαιρα εκείνων των ημερών. Την έκδοση επιμελήθηκε ο Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης. Τη φιλολογική επιμέλεια η Αντωνία Παυλάκου. Η ποιότητα των κειμένων επιβραβεύει το όλο εγχείρημα.

 

Ο Ιγνάτης Χουβαρδάς γεννήθηκε το 1965 στη Βέροια. Εμφανίστηκε στα γράμματα με ποιήματα το 1985. Ασχολείται με την ποίηση και την πεζογραφία. Κεντρικό θέμα στα κείμενά του η προσέγγιση της θηλυκότητας, οι ιστοί της γοητείας ανάμεσα στον ερωτευμένο και το πρόσωπο που τον γοητεύει.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.