Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠεζογραφία

Καίτη Παυλή: ένα διήγημα

ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ

 

Όταν η Γαρυφαλιά ανακάλυψε το μυστικό ξεπόρτισμα, αυτές τις βόλτες στο άγνωστο, πόλεις, βουνά, λιβάδια και θάλασσες στο πιάτο της, μαγεύτηκε τόσο πολύ που δεν ξαναγύρισε ποτέ στο πριν, την καθαρά δικιά της ζωή. Σιγά-σιγά το άγνωστο την απορροφούσε ολοένα και περισσότερο, που πια δεν έκανε τίποτ’ άλλο από το πρωί, παρά άνοιγε την πόρτα, ανέβαινε στο μαγικό χαλί κι έφευγε. Ταξίδευε όλο το πρωί, το μεσημέρι, το απόγεμα, το βράδυ κι ως αργά τη νύχτα. Καμιά φορά, νυσταγμένη και ξενυχτισμένη ακόμα, δεν έλεγε να γυρίσει να κλείσει την πόρτα της και να γείρει επιτέλους στο κρεβάτι της να ξεκουραστεί.

Η Γαρυφαλιά, Γαρουφαλίτσα τη φώναζαν μικρή στο χωριό της, είχε περάσει πια τα εβδομήντα, κι όμως αυτό το ταξίδι στη μυστική χώρα, χώρο, χωριό, κάθε φορά κι άλλη ονομασία του έδινε, την επέστρεφε στην παιδική της ηλικία μ’ έναν τρόπο πρωτόγνωρο. «Γαρυφαλιά μου πράσινη καλέ, Γαρυφαλιά μου πράσινη καλέ, πότε θα κοκκινίσεις, πότε θα κοκκινίσεις…». Αιωρήσεις στην αιώρα , την κούνια της, με τις ώρες. Κόκκινη παπαρούνα τώρα έτρεχε σαν τρελή στους αγρούς να μαζέψει λουλούδια-εικόνες, λέξεις-αποχρώσεις, μουσικές χρωματιστές. Να συναντήσει ανθρώπους άγνωστους στην αρχή, γνωστούς μετά και πιο μετά «φίλους». Πολλούς, πάρα πολλούς φίλους. Τόσους φίλους ποτέ δεν το φαντάστηκε μετά από τα χρόνια μοναξιάς.

Στην αρχή εξαφανιζόταν με την πρόφαση της δουλειάς του, ύστερα τα διαστήματα απουσίας μεγάλωναν όλο και περισσότερο.  Ο Χάρης της! Στο τέλος πήρε τα πράγματά του και μετακόμισε οριστικά. Χωρίς φωνές και παράπονα συνέβη. Μόνο βουβή θλίψη και κρυφά σιγανά κλάματα τις νύχτες. Είχε όμως τους έφηβους γιους της. Την αγαπούσαν, τη στήριξαν πολύ στην αρχή αν και είχαν κι αυτοί τα δικά τους. « Μην κλαις μάνα, να βγαίνεις, μη σκας». Μετά όμως έβγαιναν αυτοί και ξεχνούσαν. Και φυσικά κάποια στιγμή μετακόμισαν κι αυτοί.

 Κάλεσε τη μάνα της απ’ το χωριό και πορεύτηκαν μαζί λίγα χρόνια ξανά, μάνα αυτή και κόρη η μάνα της. Σφιχταγκαλιάστηκαν  ξανά όπως άλλοτε σαν τα δυο δέντρα  της πίσω αυλής τους. Δυο κερασιές που φύτρωσαν μόνες τους από κουκούτσια δίπλα η μια στην άλλη, κι αφού δεν τις ξεχώρισαν απ’ την αρχή τις άφησαν μετά έτσι με τα κλαδιά τους σφιχτοπλεγμένα.  Δίδυμες τις έλεγαν πολλοί, αλλά δεν ήταν έτσι. Είχαν διαφορά πέντε χρόνων. Μάνα και κόρη έλεγε η μάνα της, κι έτσι ήταν. Αθόρυβα έφυγε κι εκείνη μια μέρα και η Γαρυφαλιά  μονάχη κλεισμένη στο σπίτι της μαραίνονταν και φυλλορρούσε. Μέχρι που ανακάλυψε τον άλλον κόσμο και μαγεύτηκε. Την κάλεσε μια  φίλη της απ’ τα παλιά.  «  Έλα» της είπε « πάρε τούτο το κλειδί και δες πώς είν’ ο κόσμος!» Πήρε το μαγικό κλειδί, άνοιξε την πόρτα κι άρχισε να φεύγει και να χάνεται. Πόσοι διάδρομοι, πόσες διαδρομές και τι πολλοί διάδρομοι διαδρομών, τι διακλαδώσεις, τι αναπάντεχες συναντήσεις, τι τρυφερές κουβέντες  που λέγαν μεταξύ τους «οι φίλοι». Γρήγορα έμαθε τα δέοντα. Δούναι και λαβείν. Δώσε να πάρεις κι εσύ ό,τι θες κι ό,τι σου λείπει. Πολύ γρήγορα έμαθε όλα τα κόλπα κι έπαιζε τα κλειδιά στα δάχτυλα. Ξεκλείδωνε κι έμπαινε σ’ όποια πόλη και σ’ όποιο σπίτι ήθελε. Τι εικόνες, τι ζωγραφιές, τι φιλικές κουβέντες! Καλημέρα! Καλημέρα σας! Και να φιλιά, καρδούλες, ανθοδέσμες. Τι μέλι έσταζαν όλοι! Ανταποκρίνονταν κι εκείνη. Πάει η παλιά μουγκαμάρα της κι ο γλωσσοδέτης.  Ταξίδευε τώρα στους αιθέρες με το δικό της αερόστατο πάνω από βουνά και θάλασσες. Έμαθε και κερνούσε κι αυτή συνταγές μαγειρικής και γλυκών, συνταγές αντιμετώπισης φιδιών και βούβαλων. Και εικόνες και φωτογραφίες παλιές. Εδώ με το Χάρη μου στα Κύθηρα, εδώ στα κρύα νερά του Αχέροντα… Στην αρχή με  χαρά πρωτόγνωρη, αλλά καθώς όλα ήταν τόσα πολλά, τι να προλάβει πρώτα; Έτσι με τον καιρό μηχανικά κι από συνήθεια πια μετείχε στις παρέες. Μηχανικά μοίραζε καλημέρες, πρόσφερε λουλούδια και μοίραζε καρδούλες. Μηχανικά πρόσθετε δάκρυα και θυμούς. Πολλές φορές συναντούσε πράγματι κάτι που τη λυπούσε μέχρι δακρύων, αλλά πώς ν’ ακουμπήσει εκεί τα αληθινά της δάκρυα;

Ώσπου, προχωρώντας όλο και πιο πολύ βαθιά, μπήκε και στον αγριότοπο με άγρια θηρία και ανθρώπους σε προηγούμενα στάδια ανάπτυξης. Τρόμαξε στην αρχή. Αυτοί εδώ μούγκριζαν κανονικά , έφτυναν ο ένας τον άλλον και πετούσαν πέτρες. Άρον- άρον έφυγε από `κει και προτίμησε μια βόλτα στο δάσος που της φάνηκε πιο οικείο. Εκεί συνάντησε μια μέρα και το λύκο καθώς ελεύθερα άρχισε πια να κόβει μόνη της βόλτες.

– Μπα, τραγουδάς χαρούμενη κι εσύ; Της μούγκρισε στα μούτρα της σχεδόν. Και πώς κυκλοφορείς εδώ; Δεν ξέρεις  πως αυτά είναι τα μέρη μου;

-Κύριε λύκε, του λέει,  δεν είναι μόνο δικά σου τα μέρη αυτά. Είναι και δικά μας.

– Πώς μου αντιμιλάς εσύ, ποια είσαι ; Δεν ξέρεις ποιος είμαι εγώ; Είπε ο λύκος με μάτια φλογοβόλα δείχνοντας τα μυτερά του δόντια.

-Ξέρω,  μα δε σε φοβάμαι.

Αυτός πάνω κάτω ήταν ο διάλογός τους, αλλά η Γαρυφαλιά ταράχτηκε πολύ και ένιωσε όχι φόβο, αλλά ανάμεικτα συναισθήματα αγανάκτησης και απογοήτευσης για τον κόσμο που περπατούσε και θαύμαζε.

Αυτό το βράδυ γύρισε πολύ λυπημένη σπίτι της και κάθισε στον καναπέ της. Κοίταξε ένα γύρο στο καθιστικό της τα αγαπημένα πράγματα που μάζεψε σιγά-σιγά με τα χρόνια, βιβλία και μικροπράγματα στα ράφια, τα βάζα και τα μικρογλυπτά , τους πίνακες, τα κουτιά και τα μπουκάλια, τα φυτά εσωτερικού χώρου. Αφουγκράστηκε τη σιωπή. Φαντάστηκε τους ανθρώπους της, αυτούς που έζησαν εκεί μαζί της. Τους είδε να περνούν, να κάθονται, να είναι γύρω της σαν φαντάσματα και σαν ζωντανοί, σχεδόν άκουσε τις ανάσες τους. Μα ήταν απόντες. Θυμήθηκε τη μικρασιάτισσα γιαγιά της και τα παραμύθια που έλεγε .Τα περισσότερα ήταν άγρια και θλιβερά. Τώρα ένιωσε πως ήταν κι αυτή κλεισμένη σ’ ένα τέτοιο παραμύθι. Και επιτέλους έκλαψε, έκλαψε πολύ. Έκλαψε αληθινά.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.