Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠεζογραφία

Καίτη Παυλή: Ανατολή

 Ένα παλίμψηστο

                                                                                                                                       

Το πώς και το γιατί  τώρα- μετά από τόσα χρόνια- ξετρύπωσε από μέσα μου κι αναδύθηκε μπροστά μου πάλι σαν ζωντανός ο Χατζημιχαήλ, με τρόπο μαγικό, με ξάφνιασε κι εμένα.

Σε στιγμές απραξίας και σχεδόν νάρκης του μυαλού έγινε αυτό. Αρχές του φθινοπώρου πια, αλλά δε λέει ακόμα να φυσήσει λίγο. Η άπνοια και τα κακά μαντάτα με έχουν καθηλώσει σε μια τελματωμένη, καταθλιπτική κατάσταση. Παρακολουθούσα τις ειδήσεις από την τηλεόραση και είχα εναποθέσει τις ελπίδες μου σε μια καιρική μεταβολή, σ’ ένα φύσημα έστω κάποιου ανέμου. Οι συνεχείς μετακινήσεις ανθρώπων από τα ανατολικά με βάρκες, με κάθε είδους πλεούμενο, «ροές των προσφύγων» όπως τις λένε όλοι, οι πνιγμοί των ανθρώπων αυτών ακόμα και τώρα, στην άπνοια του φθινοπώρου, αυτά ήταν τα νέα της ημέρας που με τίναξαν πάνω. Τότε συνέβη το παράδοξο και απίθανο, σαν καπνός και σαν ίσκιος, όπως το τζίνι απ’ το μπουκάλι όταν ο Αλαντίν το καλούσε, εμφανίστηκε μπρος μου  η μορφή του Χατζημιχαήλ.

Βαρύς ο ίσκιος που έπεφτε στο στενό μας και ηχηρό και ρυθμικό το πέρασμά του, καθώς με το μακρύ ραβδί του χτυπούσε το λιθόστρωτο, περισσότερο για επιβεβαίωση παρά για ανίχνευση. Σε μας τα παιδιά όμως, που ήδη μαζευόμασταν, ώρα απογευματινή, για καμιά αμπάριζα ή το «χρυσό τενεκεδάκι», έσπειρε περίεργα συναισθήματα, όχι φόβου, αλλά κάποιας εγκαρτέρησης και παραδοχής μαζί, που εκδηλωνόταν με τη σιωπή μας. Τώρα όμως ξέρω πως το συναίσθημα αυτό ήταν δέος.

Στη μικρή μας κοινότητα οι άνθρωποι του λαού βιαστικά τον αποκαλούσαν « ο στραβός», ενώ οι κάποιας σειράς, θεωρώντας αυτό απρεπές, « ο αόμματος». Αυτά και τα δύο βέβαια ήταν υποτιμητικά και δεν ήταν αλήθεια, αφού αυτός ψηλός, αγέρωχος, ευθυτενής, πορευόταν με βεβαιότητα, έβλεπε αυτά που εμείς ακόμα δεν μπορούσαμε και καθημερινά τους διέψευδε.

Εύανδρος Χατζημιχαήλ από τα Μοσχονήσια, μόνος στα μέρη μας και μόνος έφερε στους ώμους του το βάρος της δικής του ιστορίας και τραγωδίας που κατά το μεγαλύτερο μέρος της μάς ήταν άγνωστη. Λέγανε μόνο πως με την καταστροφή και το διωγμό έχασε τη γυναίκα και τις δυο μικρές του κόρες. Φυσιογνωμία βιβλική και σύγχρονος προφήτης, ασκούσε δυο-τρία επαγγέλματα περιστασιακά, που εμένα μου φαίνονταν κάτι σαν περιήγηση σε μυστικούς χώρους, άφαντους στους πολλούς κι ας μην μπορούσα τότε να ονοματίσω την έννοια.

Πρώτο: για τα πηγάδια και το νερό, ραβδοσκόπος. Σπάνια τον καλούσαν γι’ αυτό, αλλά η αποστολή­- δυο-τρεις έπεσαν στην αντίληψή μου-ξεκινούσε με μεγάλη επισημότητα και κατέληγε πάντα στην αποκάλυψη φλέβας νερού.

Δεύτερο: με τον πετεινό στο καλάθι του, παραμονές Πρωτοχρονιάς, έκανε το γύρο της κωμόπολης σε μια δική του  λοταρία. Εδώ συνέπεσαν οι δρόμοι μας. Τότε συναντηθήκαμε. Κορίτσι εννιάχρονο εγώ, έπαιζα με την παρέα το «χρυσό τενεκεδάκι», το παιχνίδι που με γοήτευε ιδιαίτερα, βράδιαζε κιόλας κι εκείνος έψαχνε κάποιον να  διαβάσει στο τετράδιο με τα ονόματα πού έπεσε ο κλήρος. Απευθύνθηκε τότε σε μένα και τι έκπληξη, να διαβάζω στον αριθμό 27 το όνομά μου( αυτός νομίζω πως ήταν ο μεγάλος λαχνός της ζωής μου κι εγώ ως τώρα ράθυμη, ακόμα προσπαθώ να αποκρυπτογραφήσω το μήνυμα).

Τρίτο: πρόγνωση του καιρού. Κάτι σαν μετεωρολόγος που λέμε σήμερα, αλλά και κάτι λαϊκό και παραμυθένιο που μόνο με πολλές λέξεις μαζί μπορούμε να το προσεγγίσουμε: ανεμοσκόπος, θαλασσοσκόπος, σεληνοκρίτης, ηλιοφάντης,  μιας ελάχιστης πνοής και φέγγους ήλιου εξηγητής. Μόνος, στην πέτρα καθούμενος, στην ψηλή απόκρημνη ακτή οσφραινόταν τον ορίζοντα με σηκωμένα χέρια, οι παλάμες στραμμένες προς τα έξω, τα δάχτυλα να ψαύουν κάτι το αφανέρωτο σε μας, να ανιχνεύουν, να βλέπουν την έλευση άλλων αγέρηδων, των αλλαγών του καιρού. Αργότερα το είδα. Δεν ήταν πέτρα, ήταν η βάση αρχαίας κολώνας (η αρχαιολογική σκαπάνη όμως πολύ αργότερα έφερε στο φως το ναό του Απόλλωνα). Ψαράδες και ναυτικοί προσέτρεχαν σ’ αυτόν και μέλλοντες ταξιδευτές της θάλασσας το κυριότερο, αλλά και γενικά όποιος έμελλε να ξεκινήσει μια δουλειά στην ύπαιθρο. Έστεκαν λοιπόν περιδεείς γύρω του αναμένοντας την εξιχνίαση σημαδιών αόρατων, το φανέρωμα των μελλούμενων, και εκεί ήταν που άρχιζε η εξιστόρηση παράξενων ιστοριών για ναυάγια που πήραν στο βυθό της θάλασσας τα μυστικά ενός φορτίου πολύτιμου (τις οίδε πώς συνάχτηκε τόσος ατόφιος πλούτος και τι προορισμό είχε), για φοβερούς πολέμους και πολιορκίες κάστρων, για πυρπολήσεις πόλεων τη νύχτα, οι γυναίκες ξεστηθιασμένες με τα μωρά στην αγκαλιά να σκίζουν με τις φωνές τους τον αγέρα. Και τι από τα δύο ήταν το κύριο, η πρόγνωση του καιρού ή η εξιστόρηση φοβερών ιστοριών, σε λίγο δεν ξεχώριζες.

-Την Ανατολή, τον άκουσα να λέει με έμφαση. Ο άνθρωπος έτσι κι αλλιώς βαδίζει προς τη Δύση, έρχεται απ’ την Ανατολή και πάει στη Δύση. Μπορείς να μην ξεχνάς την Ανατολή, να ‘χεις την Ανατολή στο βλέμμα και στην καρδιά σου; Αυτό είναι το ζήτημα.

 Με κατέλαβε ταραχή τότε, γιατί αισθάνθηκα τη φράση του αιχμηρή σαν αρχαίο χρησμό ή προφητεία. Διατήρησα έκτοτε την ανάμνηση αυτής της φράσης του ως  «φανό θυέλλης». Την ανάβω στα δύσκολα.

 Το φαινόμενο εντόπισαν πρώτοι από τη θάλασσα οι ψαράδες της νύχτας: ένας πίδακας φωτιάς πρώτα  διέγραψε φωτεινά σχήματα στην ακτή, στο ύψος της αρχαίας κολώνας και κατέληξε διάττων αστέρας στη θάλασσα. Ένα φως περπάτησε στο νερό, έλαμψε κι έσβησε αφήνοντας πίσω κόκκινα ίχνη σαν ένα ασυνήθιστο λυκαυγές. Αυτό δεν ήταν η ανατολή που τους έβρισκε στην επιστροφή, γιατί συνέβαινε νωρίτερα, ακριβώς αυτή την αβέβαιη ώρα, ανάμεσα στη νύχτα που αποχωρεί και την έλευση της νέας μέρας, επισπεύδοντας το φυσικό φαινόμενο. Το λάλημα του πετεινού ακούστηκε τρεις φορές και μετά στερεοποιήθηκε στο διάστημα, ένα συνεχές σήμαντρο.

-Κάηκε! Η είδηση έπεσε αστροπελέκι την άλλη μέρα επάνω μας και πολύν καιρό μετά μας απασχόλησε με ερμηνείες και σχόλια.

Ξυπνημένη νωρίς το πρωί από ήχους ακαθόριστους, ψίθυρους, φωνές  και την οσμή της καμένης ζωής, κινούμενη απ’ την εφηβική μου περιέργεια πήγα κι εγώ να δω, τι να δω, τα λείψανα του δράματος, τις καμένες πέτρες. Σ’ ελάχιστο τόπο, όσο καταλαμβάνει ένας όρθιος άνθρωπος, δοσμένο ένα τέλος.

Πώς και γιατί τώρα, το είπα και στην αρχή… Αιχμάλωτη από καιρό στο μικρό μου διαμέρισμα, παγιδευμένη  στις μικρές μου εξαρτήσεις, όμηρος των  γεγονότων και των ειδήσεων, όλο και πιο πολύ σε πλήρη σύγχυση κι ανίσχυρη να σταματήσω το κακό που συντελείται καθημερινά ερήμην μας, επικαλούμαι όλους τους ανέμους να φυσήσουν επιτέλους. Δε γνωρίζω κανένα από τα μαγικά επαγγέλματα του Εύανδρου Χατζημιχαήλ, αλλά και να γνώριζα σε τι θα μπορούσε αυτό  ν’ αλλάξει τα γεγονότα; Προσπαθώ ν’ ανάψω « το φανό θυέλλης», αν και μου φαίνεται πως αυτό δεν αρκεί τώρα πια. Επικαλούμαι τη συνδρομή της  μούσας , επικαλούμαι τέλος τις συγκυρίες και την Τύχη, αν και κατά βάθος γνωρίζω πως ο τροχός της  πολύ δύσκολα θα αλλάξει κατεύθυνση.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.