Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠεζογραφία

Καίτη Στεφανάκη: Ο κύριος Λ.Α.Κ.Τ.Ε.

Σχολαστικός στο έπακρο, με μνήμη αλάθητη, ταξινομεί τα λάθη· τα λάθη των ανθρώπων αποθέτει σε μυστικές σπηλιές ενός εγκέφαλου κάπου στο σύμπαν, προστατευμένου δια παντός από αμνησία, άνοια ή άλλη επιδημία. Όλες τις λεπτομέρειες θυμάται. Το κάθε λάθος ξέρει, πότε έγινε, γιατί και πώς, μα και τα επακόλουθά του.
Αλάθητα αρχεία των λαθών τηρεί, των λάθος αποφάσεων κι επιλογών του καθενός μας. Ιδανικά προστατευμένα εκεί, τα λάθη ευδοκιμούν, ανθίζουν και καρπίζουν. Ο Λ.Α.Κ.Τ.Ε. παίρνει απ’ τους καρπούς τους σπόρους και τους σπέρνει στο θερμοκήπιό του. Δεν είναι μόνο των Λαθών προσεκτικός Αρχειοθέτης [Λ.Α.] αλλά κι ακούραστος και τρυφερός Καλλιεργητής των Τύψεων και Ενοχών [Κ.Τ.Ε.]. Με τη φροντίδα του φυτρώνουν τα φυτά των ενοχών που μοιάζουν με αράχνες. Με περισσή αγάπη τους μιλά, τα κανακεύει, τα ποτίζει, τα κλαδεύει. Τα λιπαίνει με ελιξίρια κοινωνικών συμβάσεων κι οικογενειακών δεσμών. Τα δυναμώνει με συμπληρώματα θρησκευτικών μα και πολιτικών ιδεολογιών.

Έντιμος κι ευπρεπής ωστόσο δεν θέλει να σκεφτούν οι άνθρωποι πως σφετερίζεται ξένη περιουσία, τα λάθη τα δικά τους δηλαδή: έτσι φροντίζει τη σοδειά απ’ τα φυτά των ενοχών τους, να τους την στέλνει τακτικά κι ανελλιπώς να τους τροφοδοτεί με φρέσκο υλικό, αράντιστο και οικολογικό.

Ο κύριος Λ.Α.Κ.Τ.Ε. προ αιώνων ερωτεύτηκε μια νεαρά εκτροφέα σαρανταποδαρουσών. Έκτοτε συνηθίζει να δανείζεται από εκείνην τα ευλύγιστα κι ανατριχιαστικά ζωύφιά της. Στέλνει με αυτά τα δώρα του, τις ενοχές, στους παραλήπτες.

Ιδανικοί φορείς των ενοχών τρυπώνουνε παντού οι σαρανταποδαρούσες, όσο κι αν κλείσεις πόρτες και παράθυρα, μάτια, αυτιά ή συνειδήσεις. Από το πουθενά εμφανίζονται και τρώνε αίμα, κρίση ορθή, ακόμα και συναίσθημα. Όταν πετύχουνε πρόσφορο ξενιστή, γεννούνε και γεμίζουνε όλο το σώμα, την ψυχή, τη σκέψη με αράχνες-ενοχές. Βολεύονται σε κάποιο όργανο εσωτερικό και τρώνε, τρώνε, τρώνε· έτσι οδηγούν συχνά τα κύτταρα στην τρέλα. Μα που και που τα δώρα επιστρέφονται με τη σημείωση «Άγνωστος παραλήπτης».

Κάθε χρονιά τη μέρα που γνωρίστηκαν, ο αρχειοθέτης των λαθών κι η εκτροφέας πολυπόδων γιορτάζουνε τον έρωτά τους. Τη μέρα εκείνη ανάβουνε φωτιές τεράστιες, καίνε τα λάθη που αποσβέστηκαν, που δεν γεννούνε πια ενοχές. Πάνω απ’ την πυρωσιά στήνουν αποστακτήρα πανηγυρικά για να αποστάξουνε εκείνη τη μοναδική και σπάνια ρακή της απο-ενοχοποίησης. Βράζουνε στέμφυλα αμαρτιών που εξιλεώθηκαν, λαθών που συγχωρέθηκαν, καρκινωμάτων που γιατρεύτηκαν.

Εκεί, σε μία τέτοια επέτειο, τους πέτυχα κι εγώ, πάνω στο γλέντι· τους έψαχνα πολύν καιρό.
Με τις σαρανταποδαρούσες μου είχαμε καλογνωριστεί και πίναμε καφέ μαζί, κάθε πρωί κι απόγευμα. Τους έλεγα τις σκέψεις μου, άκουγα τις δικές τους. Αναπολούσαμε το παρελθόν, φιλοσοφούσαμε περί ζωής, ανέμων και υδάτων, φτάσαμε να γελάμε για τα λάθη μας, νεανικά κι ενήλικα, για ό,τι παραλείψαμε, για ό,τι κάναμε σε λάθος χρόνο, για ό,τι δώσαμε σε κίβδηλους ανθρώπους. Καλά περνούσαμε, ώσπου μια μέρα δεν ξανάρθαν πια· άδικα τις περίμενα. Ούτε την άλλη μέρα φάνηκαν, ούτε και την παράλλη. Μου έλειπαν πολύ οι σαρανταποδαρούσες μου. Κι ούτε άλλες εμφανίζονταν να με συγχύσουν, να με γυρίσουνε στο παρελθόν, να με μελαγχολήσουν. Μόνη, ολομόναχη θα έμενα; αναρωτιόμουν. Ξεκίνησα λοιπόν μακρύ ταξίδι κι άγνωστο.

Τους βρήκα τη στιγμή που έριχναν τις απαράδοτες αποστολές μες στη φωτιά που είχε αρχίσει να φουντώνει. Ρίχτηκα επάνω τους και γλύτωσα την τελευταία παρτίδα ενοχών, αυτών των ληξιπρόθεσμων επιστροφών. Τις θέλω εγώ, τις θέλω εγώ! φώναξα και τις πήρα αγκαλιά. Εκείνες, μόλις κατάλαβαν πως σώθηκαν, άρχισαν τα γλυκόλογα: Συνενοχεύουμε, συνενοχεύουμε; Σε ποθούμε, μας ποθείς; Κι εγώ ενθουσιασμένη απαντούσα: Μα ναι, συνενοχεύουμε, βεβαίως να συν-ενοχο-θευτούμε! Καθόλου δεν με πείραζε πως ήταν ξένες ενοχές που επιστράφηκαν. Είχα κι εγώ πράμα πολύ για επιστροφή, συσσωρευμένο, άγονο και πολυκαιρισμένο.
Νέα ζωή ανοίχτηκε μπροστά μου. Επιθυμίες ανυπότακτες γεννήθηκαν, πάθη ανεπίτρεπτα ανάβανε φωτιές εντός μου, γευόμουνα ηδονές πρωτόγνωρες και συναρπαστικές, δοκίμαζα, ένιωθα, αισθανόμουν. Ακροβατούσα στου γκρεμνού την άκρη, στο μονοπάτι της στιγμής, χωρίς να ξέρω αν θα υπάρχει επόμενη.
Το μόνο που ήξερα ήταν πως στα γηρατειά παρέα όμορφη θα είχα.

 

 

 

3 comments
  1. Chris

    Ανατρίχιασα … όλες οι μορφές που περιγράφεις σ’ αυτό το αριστούργημα πήραν ανάστημα και στέκονταν μπροστά μου … σαν ταινία μικρού μήκους!

  2. Ηρω Πανα

    Λίγες ιστορίες με άγγιξαν όπως η δική σου. Σκληρή πραγματικότητα τόσο ποιητικά και αλληγορικά δοσμένη.Τι ωραία γλώσσα τι μεστά νοήματα. Θα διαβάσουμε κι άλλες;

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.