Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Κατίνα Βλάχου: «Το μωρό», του Πάνου Σταθόγιαννη, Εκδόσεις Bibliothèque, Δεκέμβρης 21

«Στη φυλή τους τα πράγματα γίνονται πολύ αργά και ο χρόνος όλος είναι δικός τους. Αν και δεν έχουν καθόλου δικό τους χρόνο, τίποτα πραγματικά δικό τους δεν έχουν. Γι’ αυτό και είναι πολύ αργοί. Αφού δεν έχουν χρόνο, δεν έχουν τι να χάσουν».

Έτσι ξεκινάει το βιβλίο.

Μια πολιτεία, χωρισμένη στα δύο με ένα συρματόπλεγμα, και δύο κόσμοι  διαπλεκόμενοι αλλά και ξένοι μεταξύ τους. Μια Φυλή που προέκυψε από τον Μεγάλο Πόλεμο και κατοικεί  έξω από το συρματόπλεγμα. Άνθρωποι με την σφραγίδα του «πρόσφυγα» αποτυπωμένη στο κύτταρό τους από πολλές γενεές, με σκέψη στοιχειώδη, με γλώσσα ιδιότυπη ζυμωμένη μέσα από την διαρκή μετανάστευση. Η γλώσσα αυτή ακούγεται παρηγορητική, γεμάτη χι και λάμδα, που ηχούν σαν ένα μαλακό ζεστό  ρούχο προστασίας στο παγωμένο σύμπαν της προσφυγιάς. Ένας κόσμος με κανόνα ρυθμού τη βραδύτητα και κανόνα ζωής τη σκληρότητα.  Μια Φυλή που έχει ως μοναδικό στήριγμα το Ιερό Βιβλίο, το Χαμίλιχ, στο οποίο αναφέρονται διαρκώς κυρίως οι ηλικιωμένοι, που είναι και οι εξ ορισμού σοφοί της. Με τις ρήσεις του Χαμίλιχ εξορκίζουν το «παράλογο» της ύπαρξης, το οποίο είναι πανταχού παρόν στη ζωή τους.  Παράλογο για ποιον, αναρωτιέμαι ως αναγνώστης.  Όχι για τα πρόσωπα της Φυλής  των οποίων  παρακολουθούμε τα πάθη αλλά για εμάς ως αναγνώστες, με τα δικά μας στερεότυπα  -γλωσσικά, ηθών, εννοιών, αξιών. Αφού στη δική μας ζωή, στον δικό μας κόσμο, κάθε έννοια του «παράλογου» έχει εξοστρακιστεί στο περιθώριο της παραβατικότητας ή της ψυχικής διαταραχής.

Η φύση απουσιάζει σχεδόν εντελώς από την αφήγηση με εξαίρεση τη βροχή, την απορρέουσα λάσπη και τις σκοτεινές συχνά διαθέσεις του ουρανού.   Ωστόσο, το Μωρό, όταν εμφανίζεται, φωτίζει το σύμπαν σαν ήλιος.  Το Μωρό, πλάσμα εξαίσιο, συγκεντρώνει όλες τις ιδιότητες ενός μικρού ένσαρκου θαύματος. Λάμπει σχεδόν μεταφυσικά, γοητεύει όποιον το αντικρίζει, και ενσαρκώνει μάλλον το όμορφο μέλλον ενός κόσμου, που στο παρόν του περιγράφεται ζοφερός. Άλλωστε και τον συγγραφέα, όταν στο τέλος του βιβλίου παρεμβαίνει στην πλοκή της ιστορίας, είναι σαφές ότι μόνο η σωτηρία του Μωρού τον ενδιαφέρει.  

 Το Μωρό έχει πατέρα τον Άραμι -τον ήρωα του βιβλίου- έχει γιαγιά, τη μητέρα του ήρωα ενώ η μάνα του πνίγηκε σε κάποια προσφυγική μετακίνηση της οικογένειας. Το Μωρό το έσωσε ο πατέρας του τότε από τον πνιγμό  και ευτυχώς, αφού αυτό αποτελεί την  κύρια πηγή εσόδων της τριμελούς οικογένειας.  Είναι ένα προσοδοφόρο δόλωμα επαιτείας, ενοικιαζόμενο  σε κύκλωμα τσιγγάνων, όπως όλα τα μωρά της Φυλής. Το συγκεκριμένο, σπάνια ξανθό και γαλανό Μωρό, εξαιρετικά αποδοτικό οικονομικά, αίφνης κάποιοι το κλέβουν. Εμείς οι αναγνώστες, άφωνοι,  παρακολουθούμε το δράμα του Άραμι, όσο επιδίδεται σε μια περιπετειώδη αναζήτηση που θυμίζει φιλμ νουάρ. Θέτει τη ζωή του σε κινδύνους και είναι έτοιμος να καταβάλει ό,τι πολυτιμότερο διαθέτει η οικογένεια -το απόθεμά της σε χρυσό-  για να πάρει πίσω το Μωρό του. Το αναζητά στην «ευνομούμενη» άλλη πλευρά του συρματοπλέγματος, όπου οι νόμοι, τα ήθη και οι κοινωνικοί κανόνες ορίζουν ορθολογικά τη ζωή. Μια ζωή όπως εκείνη στην οποία είμαστε και εμείς οι αναγνώστες βολικά εθισμένοι. Μια ζωή όπου το κακό ανήκει στο περιθώριο, διώκεται από τον νόμο και την τάξη και αντισταθμίζεται από φιλανθρωπικούς θεσμούς. «Όμορφο κόσμο ηθικό»…μας παρουσιάζει τον κόσμο της άλλης πλευράς ο συγγραφέας αλλά, με τον τρόπο του, κρατάει και τα εισαγωγικά.

Το βιβλίο του Πάνου Σταθόγιαννη μας εισάγει σε αυτόν τον άλλο κόσμο, τον τόσο ανοίκειο, που μόνο ένα συρματόπλεγμα -ή έτσι νομίζουμε- τον χωρίζει από τον δικό μας. Με μια αριστοτεχνική αφήγηση ο συγγραφέας μας καλεί να αντιπαραβάλουμε την κοινωνία της Φυλής  με τη δική μας, να δούμε τα βασικά χαρακτηριστικά της ως περιθωριακά φαινόμενα της δικής μας και  πολύ έντεχνα -σχεδόν ύπουλα- μας υποβάλει να την δούμε ως την δυνάμει εξέλιξη της δικής μας σε μέλλοντα χρόνο. Αυτή την προοπτική, που δεν διατυπώνεται ευθέως αλλά υποφώσκει ανησυχητικά, όσο κι αν ο Πάνος Σταθόγιαννης  την διασκεδάζει συχνά με λεπτές πινελιές σαρκασμού, θέλει κότσια για να την αποδεχτούμε.

Ευτυχώς υπάρχουν τα «λούλιχ» και τα «λουχ», αυτά τα  άυλα και αόρατα όντα  -τα αντίστοιχα των δικών μας αγγέλων-  που βρίσκονται παντού και με κάποιο τρόπο, χωρίς να έχουν δικαίωμα να παρεμβαίνουν ουσιαστικά, μας βοηθούν να αντέξουμε, μαζί με τους πολύπαθους ήρωες του βιβλίου, τις δοκιμασίες στις οποίες τους υποβάλλει η μοίρα. Μαζί με τα «λούλιχ»  γελάμε και κλαίμε, γεφυρώνοντας τις βαθιές αντιθέσεις που εγείρει μέσα μας  η θέαση του απόλυτου κακού ως μοναδική πραγματικότητα στον κόσμο της Φυλής. Μια πραγματικότητα που μας φαίνεται απεχθής και ξένη, ενώ ίσως δεν είναι ούτε τόσο ξένη ούτε και τόσο απεχθής σε όλο το εύρος του δικού μας κόσμου.

Για να μας βοηθήσει ο συγγραφέας να κατανοήσουμε τον κόσμο της Φυλής, παρεμβάλλει διάσπαρτα στην αφήγηση 8 appendix. Εκεί καταθέτει την ιστορική προέλευση και τη γοητευτική σοφία της Φυλής, που αποτελεί οδηγό ζωής για τους ανθρώπους της. Σε φιλοσοφικό επίπεδο κυρίαρχη έννοια είναι η ενότητα των αντιθέτων.  Αυτή η σοφία μας γοητεύει καθώς παραπαίει από το τραγικό στο απλοϊκό και από το ρεαλιστικό στο υπερβατικό με ακροβατική μαεστρία.

Παραθέτω το  appendix αρ. 7

«Στη φυλή του Άραμι τα πράγματα που αξίζει να κατανοήσει ο άνθρωπος σχετίζονται με τα σημαντικά για τον άνθρωπο πράγματα, υπό την έννοια ότι αυτά θα παίξουν έτσι κι αλλιώς ρόλο στη ζωή σου είτε σου αρέσει είτε δεν σου αρέσει. Λέει το Χαμίλιχ  – “Εννέα είναι τα πράγματα που θα πάρουν μερτικό από τη ζωή σου -το ψωμί, το νερό, ο έρωτας, το ψέμα, το ταξίδι, ο θάνατος, το αίμα, το χρυσάφι και τα όνειρα που δε θυμάσαι το πρωί. Άλλο θα σου αρπάξει πιο πολύ, άλλο πιο λίγο, μα περισσότερο απ’ όλα θα σε πονέσει το χρυσάφι”.  Στη φυλή τους, πιο πολύ απ’ όλα τα παραπάνω εκτιμούσαν όντως το χρυσάφι. Κι ας τους πονούσε. Τους πονούσε γλυκά».

Μόλις τελείωσα την  ανάγνωση του Μωρού, μου χρειάστηκε χρόνος για να αφομοιώσω όλα τα πρόδηλα και άδηλα «θέλω να πω» του Πάνου Σταθόγιαννη. Το βιβλίο είναι πληθωρικό και ένιωσα ότι μία ανάγνωση δεν είναι αρκετή. Θα ήθελα να αιτιολογήσω μέχρι και την επιλογή των κύριων ονομάτων  –Άραμις, Βιργίλιος, Πασκάλ, Θωμάς Τζέφερσον, Ογκίστ Κοντ, Εκτόρ Μπερλιόζ- ώστε να εισχωρήσω πλήρως στον κόσμο του.  Οπωσδήποτε θα το ξαναδιαβάσω το Μωρό,  για να πω ότι το έκανα κτήμα μου και ότι το απόλαυσα όπως του πρέπει.  Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα ανατρεπτικό, κυρίως επειδή προκαλεί ανατροπές στη σκέψη μας. Μας αιφνιδιάζει διαρκώς και αναποδογυρίζει όλες τις έννοιες και τις αξίες της ηλικιωμένης κοινωνίας μας. Με την έννοια αυτή, ο συγγραφέας μας προειδοποιεί με τον τρόπο του, ότι η ζυγαριά του κόσμου μας μπορεί να αλλάξει την ροπή της «κανονικότητας» ανά πάσα στιγμή και αυτό είναι θέμα χρόνου και δικής μας ανοχής.  

Ο τρόπος γραφής του βιβλίου είναι ένα μεγάλο χάρισμα του Μωρού. Η γλώσσα κυρίως ταιριάζει απόλυτα  στην ιδιαιτερότητα της Φυλής. Η περιγραφή των τρόπων επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων με κώδικες λεκτικούς ή σωματικής γλώσσας, με τελετουργικά και ρυθμούς βραδύτητας σε βαθμό υπερβολής, η  απόδοση χαρακτηριστικών απλοϊκότητας ακόμη και συμπεριφορών αυτισμού στους ήρωες, είναι στοιχεία που χρησιμοποιεί ο Πάνος Σταθόγιαννης με μεγάλη συνέπεια και συνεπώς πείθουν τον αναγνώστη. Το βιβλίο πλάθει με μεγάλη μαεστρία  έναν κόσμο απόλυτα πειστικό μέσα στη ξενότητά του και έχει όλες τις προδιαγραφές -υπόθεση, εικόνες, ατμόσφαιρα, χαρακτήρες, ανατροπές- ώστε να μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη με επιτυχία.   

Ένα γοητευτικό εύρημα, με το οποίο ο συγγραφέας μας εξοικειώνει με το παράλογο του κόσμου που αναπαριστά, είναι τα αποφθέγματα από το Ιερό Βιβλίο της Φυλής, το Χαμίλιχ.  Ένα παράδειγμα από τα πολλά:

«Η γη είναι στρογγυλή κι όταν από τη μία μεριά απομακρύνεσαι από έναν άνθρωπο, από την άλλη τον πλησιάζεις».

Τα ρητά του Χαμίλιχ αποδίδουν σχεδόν ποιητικά «το πέραν του Λόγου» που χαρακτηρίζει τον κόσμο της Φυλής. Ταυτόχρονα ανοίγουν χαραμάδες στη σκέψη του αναγνώστη, για να αναγνωρίσει και «το πέραν του Λόγου» στον δικό του κόσμο. Προσωπικά, ένιωσα κλείνοντας το βιβλίο, ότι θα το θυμάμαι για πολλά χρόνια. Και ότι κάθε που θα το θυμάμαι, κάποιο αιρετικό  απόφθεγμα  του Χαμίλιχ -και το βιβλίο έχει πολλά-  θα λειτουργεί ως βραδυφλεγής καταλύτης για να σκεφτώ αλλιώς τα δεδομένα μου.

Θα ήθελα να παραθέσω κι άλλα αποφθέγματα από το Χαμίλιχ, επειδή με γοήτεψαν ιδιαίτερα. Είναι όμως καλύτερο να τα ανακαλύψει ο κάθε αναγνώστης, το καθένα στη θέση του και τη στιγμή που ταιριάζει. Κλείνω με ένα που μου έκλεψε την καρδιά:

«Μην κλέβεις νήμα από τα ρούχα σου, γιατί έτσι τα ξηλώνεις και στο τέλος θα μείνεις γδυτός».

Αυτό το ρητό, κατά τη γνώμη μου, μπορεί να το φορέσει αξιοπρεπώς ο ρακένδυτος κόσμος μας και το κάθε ρακένδυτο «εγώ» που ορίζει τις τύχες του.

«Το Μωρό» είναι ένα πολυδιάστατο βιβλίο: Αλληγορικό μυθιστόρημα, λογοτεχνικό επίτευγμα, έντεχνη φιλοσοφική και κοινωνική πραγματεία. Ανεπιφύλακτα, όσο ανεπιφύλακτα το ζήλεψα, το συνιστώ.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.