Loading...
ΔΙΑΝΘΙΣΜΑΤΑΙδέες

Κοσμάς Κοψάρης, Εκδοχές του θανάτου στην ποίηση του Γιώργου Χρονά και στο μυθιστόρημα του P. P. Pasolini, Ragazzi di vita.

 

Το συγκεκριμένο άρθρο στοχεύει στην κατάδειξη της θεματικής του θανάτου ως πάγιας και στενά συγγενικής στους P.P.Pasolini και Γιώργο Χρονά. Σε αυτή τη βάση, τα ακόλουθα ποιήματα του Χρονά προσεγγίζουν ιδιαίτερα θεματικά το περιεχόμενο του μυθιστορήματος του Παζολίνι: Τα παιδιά της ζωής. Οι ήρωες του συγκεκριμένου βιβλίου είναι καταδικασμένοι να ζουν σε άθλιες συνθήκες διαβίωσης, να μην προγραμματίζουν τίποτα, παρά μόνο το πως θα επιβιώσουν την επόμενη μέρα με οποιοδήποτε τίμημα, ακόμη με το να κλέψουν ή να εκπορνευτούν. Στα τρία χαρακτηριστικά αποσπάσματα που παρατίθενται από αυτό το μυθιστόρημα, προβάλλεται η κυρίαρχη ιδέα του θανάτου ως κοινή βάση κατά περίπτωση. Ο θάνατος για τον Pasolini συνιστά μια καταλυτική, αρχέγονη δύναμη που συνενώνει όλες τις επιμέρους ιστορίες του έργου. Οι ήρωες ορισμένες φορές τον επιζητούν, όταν οδηγούνται στην απόγνωση εξαιτίας της δραματικής κατάστασης στην οποία έχουν περιέλθει, όπως συμβαίνει στο πρώτο απόσπασμα που ακολουθεί στο οποίο περιγράφεται η αυτοκτονία του Αμερίγκο:

[….] Ο Αλντούτσο τον κοίταξε μ’ ενδιαφέρον. «Ο Αμερίγκο τα τίναξε» είπε. Ο Ριτσέτο ανασηκώθηκε καρφώνοντας τους αγκώνες στο χώμα και τον κοίταξε κατάφατσα. Οι άκρες των χειλιών του τρεμόπαιζαν σαν να ’θελε να χαμογελάσει. ήταν ένα νέο πραγματικά συνταρακτικό και κόντευε να σκάσει από περιέργεια κι ανυπομονησία. «Πώς έγινε;» ρώτησε. «Τα τίναξε, τα τίναξε» επανέλαβε ο Αλντούτσο, ευχαριστημένος που ’δινε πρώτος αυτή την αναπάντεχη είδηση. «Πέθανε χτες στο νοσοκομείο» πρόσθεσε. Κείνο το βράδυ που ο Ριτσέτο είχε κόψει λάσπη απ’ το σπίτι του Φιλένι, τον Κατσότα και τους άλλους τους τσίμπησαν αλλά χωρίς να φέρουν αντίσταση. Ο Αμερίγκο αφέθηκε να τον σύρουν κρατώντας τον απ’ τα μπράτσα δύο καραμπινιέροι. Μόλις όμως βρέθηκαν στο ταρατσάκι τους έσπρωξε με δύναμη πάνω στον τοίχο κι έδωσε ένα σάλτο, από δύο ή τρία μέτρα ύψος, στην αυλή. είχε σπάσει το ένα του γόνατο αλλά ακόμα κι έτσι τα κατάφερε να συρθεί κατά μήκος του τοίχου του σπιτιού. οι καραμπινιέροι έριξαν και τον πέτυχαν στον ώμο, αλλά αυτός πάλι κατάφερε να φτάσει μέχρι την όχθη του Ανιένε. Εκεί ήταν έτοιμοι σχεδόν να τον τσακώσουν, αλλά αυτός αιμόφυρτος καθώς ήταν ρίχτηκε στο νερό για να περάσει το ποτάμι και να κρυφτεί στους θάμνους της απέναντι όχθης. Έπειτα θα το’ σκαγε προς το Πόντε Μάμολο ή το Τορ Σαπιέντσα. Αλλά μες στη μέση του νερού λιγοθύμησε κι οι μπασκίνες τον βούτηξαν κουβαλώντας, μούσκεμα στο αίμα και τη λάσπη σαν σφουγγάρι. Έτσι αναγκάστηκαν να τον μεταφέρουν στο νοσοκομείο και να του βάλουν φύλακες. Μετά από μια βδομάδα του ’πεσε ο πυρετός και προσπάθησε ν’ αυτοκτονήσει κόβοντας τις φλέβες του με το γυαλί ενός σπασμένου ποτηριού, αλλά κι αυτή τη φορά κατάφεραν να τον σώσουν. Τότε, καμιά δεκαριά μέρες δηλαδή πριν βρεθούν ο Αλντούτσο κι ο Ριτσέτο στην Άκουα Σάντα, ρίχτηκε απ’ το παράθυρο του δεύτερου πατώματος. Μια βδομάδα χαροπάλευε, και τελικά κίνησε για τα κυπαρισσάκια.[1]

Ένας άλλος ήρωας πέφτει θύμα της ανεξέλεγκτης βίας και των ζωωδών ενστίκτων των γύρω του που για να διασκεδάσουν δεν διστάζουν να τον κάψουν ζωντανό, όπως περιγράφεται με ρεαλισμό που φτάνει τα όρια του κυνισμού στο δεύτερο απόσπασμα. Ο συγγραφέας αριστοτεχνικά, δίχως καμία απόπειρα εξωραϊσμού, αφήνει τα γεγονότα να μιλήσουν από μόνα τους. Αποστασιοποιείται πλήρως ώστε να μετοχετευτεί στον αναγνώστη αδιαμεσολάβητη η σκληρή πραγματικότητα που βιώνουν οι ήρωες του μυθιστορήματός του:

Αλλά  αν και κρεμασμένος έτσι ο Πιατολέτα συνέχιζε να κλοτσάει και να χτυπιέται ουρλιάζοντας. Οι άλλοι ξανάρχισαν το χορό γύρω του και αλάλαζαν πιο δυνατά «Γιου, γιου, γιουχου» μένοντας όμως σε μια κάποια απόσταση για να μην αρπάζουν καμιά απ’ τις κλοτσιές που ο Πιατολέτα έριχνε στον αέρα. «Ουφ» φώναξε ο Ροσέτο, «κανένας δεν κρατάει πάνω του και κάνα κομμάτι σπάγκο ακόμα;»

«Και ποιος θες να ’χει;» είπε ο Τιρίλο.

«Ο Πιατολέτα έχει, ο Πιατολέτα» φώναξε ο Σγκαρόνε.

«Έχει δεμένα τα παντελόνια του!»

Ρίχτηκαν πάνω στον Πιατολέτα που βογκούσε και τους παρακαλούσε και, καθώς τα κορίτσια γελούσαν φωνάζοντας «Για κοίτα τους κει!», του τράβηξαν το σπάγκο που του κρατούσε το παντελόνι και του έδεσαν τους αστραγάλους.

«Και τώρα φωτιά στο παλούκι του θανάτου» φώναξε ο Αρμαντίνο ανάβοντας ένα σπίρτο. Ο αέρας όμως του το ’σβησε. «Γιουχου, γιούχου, γιούχου» ούρλιαζαν γύρω όλοι οι άλλοι αλαλάζοντας.

«Δώσε δω το τσακμάκι σου!» φώναξε ο Σγκαρόνε στον Τιρίλο.

«Παρ’ το» είπε ο Τιρίλο ψαρεύοντάς το στο βάθος της τσέπης του. τ’ άναψε και καθώς οι άλλοι, με κλοτσιές, μάζευαν κάτω απ’ το στύλο άχυρα και ξερά χορτάρια, χορεύοντας και φωνάζοντας συνέχεια, έβαλε φωτιά γύρω γύρω στο ξερό χορτάρι.

Ο αέρας φυσούσε δυνατός, απ’ όλες τις μεριές, πάνω στο σκοτεινό πια Μόντε ντελ Πεκοράρο, ενώ ανάμεσα απ’ τα τρεμουλιαστά φώτα του μηχανουργείου και τις αστραπές της καταιγίδας που ζύγωνε ακουγόταν κιόλας που και που κάνα μπουμπουνητό κι απλωνόταν έντονη η μυρουδιά της βροχής.

Το ξερό χορτάρι πήρε με το πρώτο. οι φλόγες κόκκινες σαν αίμα πέρασαν στα ξερόκλαδα και γύρω απ’ τον Πιατολέτα που ούρλιαζε υψώθηκε λίγος καπνός.

Τα παντελόνια, στο μεταξύ, που δεν κρατιόνταν πια απ’ το σχοινάκι, του ’χαν γλιστρήσει κι έμειναν ένα μικρός σωρός στα δεμένα του πόδια, αφήνοντας την κοιλιά του γυμνή. έτσι η φωτιά από τ’ άχυρα και τα ξερόκλαδα, που οι πιτσιρικάδες συνέχιζαν να κλοτσούν ουρλιάζοντας, μεταδόθηκε στο στεγνό πανί, τριζοβολώντας χαρούμενα.[2]

Το τρίτο απόσπασμα είναι το πιο δραματικό γιατί περιγράφει λεπτομερώς τον πνιγμό ενός αγοριού, που ακόμη και την πιο δραματική στιγμή κατά την οποία δεν είχε άλλες αντοχές ώστε να παλέψει να σωθεί από βέβαιο πνιγμό, ούτε τότε δεν ζήτησε βοήθεια από κανέναν γιατί είχε πλήρη συνείδηση ότι κανείς δεν θα επιχειρούσε να τον σώσει. Ακόμη, λοιπόν, και τότε, στα ακροτελεύτια όρια του θανάτου, ο Τζενέζιο, ο βασικός ήρωας της τελευταίας ιστορίας του μυθιστορήματος, ένιωθε κοινωνικά απόκληρος, για αυτό δεν αντέδρασε καθόλου προκειμένου να αποτρέψει το επικείμενο τέλος του:

Έτσι ο Ριτσέτο, ενώ καθόταν κι έκανε το μάγκα στην κοπέλα που όμως συνέχιζε, θαμπή σαν σκιά, να τρίβει τα τζάμια, τους είδε και τους τρεις να περνούν κάτω από τα πόδια του, τους δύο μικρούς που κατρακυλούσαν φωνάζοντας ανάμεσα απ’ τα βάτα και τον Τζενέζιο στη μέση του ποταμού, που δεν έπαυε στιγμή να κουνάει σβέλτα, σβέλτα τα χεράκια του κολυμπώντας σαν σκυλάκι, χωρίς να προχωράει όμως ούτε χιλιοστό. Ο Ριτσέτο σηκώθηκε, έκανε ένα βήμα γυμνός καθώς ήταν προς το νερό, ανάμεσα στ’ αγκάθια, κι έμεινε να κοιτάζει αυτό που συνέβαινε κάτω απ’ τα μάτια του. Στην αρχή δεν κατάλαβε, νόμιζε ότι αστειεύονταν, αλλά ύστερα κατάλαβε και ρίχτηκε τρέχοντας στην κατηφόρα, γλιστρώντας, ενώ την ίδια στιγμή έβλεπε ότι δεν μπορούσε πια να κάνει τίποτα. το να πέσει κανείς στο ποτάμι εκεί κάτω απ’ τη γέφυρα σήμαινε ότι είχε βαρεθεί πια τη ζωή του.  κανένας δεν θα μπορούσε να τα καταφέρει. Σταμάτησε χλομός σαν πεθαμένος. Ο Τζενέζιο τώρα δεν άντεχε άλλο πια, κακόμοιρο παιδί, και χτυπούσε ακατάστατα τα χέρια, πάντοτε όμως χωρίς να ζητάει βοήθεια. Κάθε τόσο βυθιζόταν κάτω απ’ την επιφάνεια του νερού και ξαναεμφανιζόταν ύστερα λιγάκι παραπέρα. τελικά όταν έφτασε σχεδόν κάτω απ’ τη γέφυρα, όπου το ρεύμα χτυπούσε αφρίζοντας πάνω στα βράχια, βυθίστηκε για τελευταία φορά, χωρίς την παραμικρή κραυγή, και φάνηκε, ακόμα για λίγο, να ξεχωρίζει στην επιφάνεια το μαυριδερό του κεφαλάκι.

Ο Ριτσέτο, με τρεμάμενα χέρια, φόρεσε στα γρήγορα το παντελόνι που κρατούσε διπλωμένο στη μασχάλη του, χωρίς πια να κοιτάξει προς το παραθυράκι του εργοστασίου, κι έμεινε για λίγο ακόμα εκεί, ακίνητος, χαμένος, χωρίς να ξέρει τι να κάνει. Κάτω απ’ τη γέφυρα ακούγονταν ο Μπόργκο Αντίκο κι ο Μαριούτσο που ούρλιαζαν και έκλαιγαν, ο Μαριούτσο σφίγγοντας πάντοτε στο στήθος τη φανελίτσα και το παντελονάκι του Τζενέζιο, κι άρχιζαν κιόλας να σκαρφαλώνουν με τη βοήθεια των χεριών τους στο ανάχωμα.

«Καλύτερα να του δίνουμε» είπε από μέσα του ο Ριτσέτο, κλαίγοντας σχεδόν κι αυτός, και προχώρησε βιαστικά το μονοπάτι, προς την Τιμπουρτίνα. έτρεχε σχεδόν στη βιασύνη του να φτάσει στη γέφυρα πρώτος πριν προλάβουν να φτάσουν τα δύο πιτσιρίκια. «Εγώ τον αγαπάω τον Ριτσέτο» σκεφτόταν.[3]

Ο θάνατος στον Pasolini παρουσιάζεται απόλυτα ενταγμένος στον ευρύτερο κύκλο της ζωής. Κάποιος πεθαίνει, την ίδια στιγμή που κάποιος άλλος γεννιέται. Η αποδόμηση ενέχει την αναδόμηση. Ειδικά, για τα άτομα του κοινωνικού περιθωρίου, ο Pasolini μάς καθιστά σαφές ότι βιώνουν καθημερινά τον κίνδυνο και την αβεβαιότητα για το αύριο. Συνεπώς, ο θάνατος συνιστά αναπόσπαστο κομμάτι της ύπαρξής τους. Αντίστοιχα, στον Χρονά, πολύ κοντά στη συγκεκριμένη ερμηνευτική οπτική περί θανάτου,  για τα παιδιά της βιοπάλης αλλά και του υποκόσμου το τέλος ενεδρεύει διαρκώς ως απειλητική δύναμη που οδηγεί στον αφανισμό. Σε πλήρη αντιστοιχία με Τα παιδιά της ζωής, τα πρόσωπα στον Χρονά επιζητούν το θάνατό τους, ενδεχομένως γιατί νιώθουν πως δεν έχουν τίποτα να χάσουν, αν εξακολουθούν να ζουν μια ολότελα άχαρη ζωή, για την οποία έχουν ήδη εμπεδώσει ότι δεν έχει κανένα νόημα:

Απόδειπνο

Θεοί της Κυνουρίας και της Γορτυνίας

τις Κυριακές, παρακαλώ σας τις Κυριακές

διατηρείτε εύρυθμον την κυκλοφορίαν των οδών

όταν βγαίνουν από τα σπίτια πάνω σε νοικιασμένα μηχανάκια

εκείνοι οι φίλοι μου‒

παιδιά της οικοδομής και του μηχανουργείου

και χωρίς όνομα

και χωρίς όνομα

χάνονται κάτω από τον ήλιο.[4]

Στο παρακάνω ποίημα από την συλλογή Βιβλίο 1, «τα παιδιά της οικοδομής και του μηχανουργείου», αποδίδονται καταδικασμένα να χαθούν ανώνυμα, θυμίζοντας το αντίστοιχα σκοτεινό πεπρωμένο των παζολινικών παιδιών της ζωής. Ανάλογα κινείται και το παρακάτω ποίημα, στο οποίο «οι συμπλοκές της νύχτας» από τα «Αδέσποτα συλλογών», απηχούν το βίαιο κλίμα του συγκεκριμένου μυθιστορήματος του Pasolini. Χαρακτηριστικό είναι ότι η εικόνα των παιδιών στο Χρονά που χάνονται «κάτω από τον ήλιο» στο προηγούμενο ποίημα επισκιάζεται περισσότερο δραματικά εδώ με την ολική απουσία φωτός, σηματοδοτώντας την ολική κυριαρχία θανάτου:  

 

Στις συμπλοκές της νύχτας

Σε μια φιλονικία

απέκτησε το σημάδι

από το μαχαίρι

στην κοιλιά του.

 

Λευκά ποιήματα

μαύρα πουλόβερ του Λονδίνου

πρόβατα του Κασμίρ

και σεις πεδιάδες της Θεσσαλίας

όπου πάνω σας βόσκουν

πρόβατα και αγελάδες

κρατήστε τον μακριά

από τις νέες συμπλοκές της νύχτας.[5]

Οι αναφορές στο πρόσωπο που πεθαίνει δίχως κανένα συγγενή, άρα ολότελα ξεχασμένο και με πλήρη βίωση της κοινωνικής απομόνωσης, παραπέμπει πάλι στο Τα παιδιά της ζωής, ειδικά στο σημείο που αναφέρεται στον Χρονά, για το άτομο που πνίγηκε, ότι κολύμπησε βαθιά ως «γνήσιο παιδί του βυθού», παραπέμποντας στην ανάλογα δραματική σκηνή πνιγμού του Τζενέζιο:

 

Αναγγελία του θέρους

Σε μια κολόνα της ΔΕΗ

είδα το αγγελτήριο του θανάτου σου.

Δεν υπήρξαν συγγενείς που πενθούν. δεν είχες ποτέ.

Μήτε αδέλφια ή παιδιά, αυτό το ήξερα.

Κάποιος γείτονας θ’ αναλάβει τα έξοδα, είχες πει

έχω φροντίσει για όλα.

Σε θυμάμαι να περπατάς κάτω από τα δέντρα

έξω από την εταιρεία υδάτων

Κάποτε έσκυψες σ’ ένα αδέσποτο σκυλί

‒τί υφαίνει η μέρα μας ποιος ξέρει;

Βιαστικά ανέβηκες στο τραμ για τη θάλασσα

που κολύμπησες βαθιά  γνήσιο παιδί του βυθού.

 

Αύγουστος, φυσάει, και ο αέρας γεμίζει σκόνη

το δρόμο που πενθεί στην ερημιά του θέρους.[6]

Ο θάνατος, ως βασική θεματική τους, αντιπροσωπεύει μια συμπαντική και αρχέγονη δύναμη που ενέχει την αποδόμηση ως θεμελιώδη βάση μιας νέας δημιουργίας. Είναι κάτι ανάλογο με αυτό που συμβόλιζε ο θάνατος στην ταινία Medea, η ζωή που χάνεται για να έρθει στον κόσμο μια άλλη. Οι ήρωές τους επιζητούν απεγνωσμένα την αγάπη, σε έναν κόσμο σκληρό και ανηλεή που δεν καταλαβαίνει τις εσώτερες ανησυχίες και ανάγκες τους. Τόσο ο Pasolini όσο και ο Χρονάς νοηματοδοτούν με τέτοιο τρόπο το έργο τους, ώστε να δικαιώσουν τα άτομα του περιθωρίου που αναπαριστούν.

Αυτό καθιστά το έργο τους οικουμενικό και πανανθρώπινο. Χαρακτηριστικό της ποίησης του Χρονά είναι η έντονη κινηματογραφική της διάσταση. Με τον τρόπο αυτό, δείχνει ότι δεν θέλει να απομακρυνθεί από την ιδιότυπη και αξεπέραστη μυθολογία του Pasolini, διατηρώντας τα δύο πάγια στοιχεία του παζολινικού κόσμου, την ποιητικότητα σε συνδυασμό με την τραγικότητα για τα μείζονα ζητήματα που ταλανίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη.

[1] Πιέρ Πάολο Παζολίνι, Τα παιδιά της ζωής, Εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 52006, σσ.130‒131.
[2] Ό.π.σσ.219‒220.
[3] Ό.π.σσ.301‒302.
[4] Γιώργος Χρονάς, Τα αρχαία βρέφη, εκδ. Οδός Πανός,  Αθήνα 31998, σ.28.
[5] Γιώργος Χρονάς, Τα ποιήματα (1973‒2008), Εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 2008 σ.263.
[6] Ό.π.σ.265.

 

Ο Κοσμάς Κοψάρης είναι Δρ. Φιλολογίας Π.Ι, Μεταδιδακτορικός Ερευνητής Φιλολογίας Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, Μεταδιδακτορικός Ερευνητής Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας ΑΠΘ, Υπ. Δρ. Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας ΑΠΘ, Μεταδιδακτορικός Ερευνητής Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας ΕΚΠΑ, Μεταπτυχιακή ειδίκευση στη σημειωτική του γαλλόφωνου και ισπανόφωνου σινεμά, κριτικός λογοτεχνίας-θεάτρου-κινηματογράφου.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.