Loading...
ΚείμεναΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

Κοσμάς Κοψάρης, Κατερίνα Γώγου: «Μούσα της Νύχτας»

Το συγκεκριμένο άρθρο, στηριζόμενο στην ερμηνευτική ανάλυση του ποιήματος της Γώγου: «Μούσα της Νύχτας», από τη Συλλογή Απόντες του 1986, επιχειρεί μία σύντομη επισκόπηση των γενικών χαρακτηριστικών του ποιητικού της έργου. Η Γώγου αποτελεί μια ιδιάζουσα φωνή της ποιητικής Γενιάς του’ 70. Μοναχική και ασυμβίβαστη ακολουθεί τη δική της προσωπική ποιητική διαδρομή. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 φωταγωγεί με την ποίησή της τις σκοτεινές διαδρομές της Αθήνας με σταθερό άξονα την «Πατησίων». Η ποίησή της μπορεί να χαρακτηριστεί ως ποίηση της οργής, της κοινωνικής καταγγελίας, αλλά και εξομολογητική, θέτοντας ζητήματα γυναικείας μοναξιάς, στη γραμμή της Πλαθ, όπως αυτά αναδεικνύονται στη χοάνη ενός αντροκεντρικού κόσμου.

Το ανέμελο κορίτσι της δεκαετίας του ’60 μεταμορφώνεται από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 σε μια ώριμα σκεπτόμενη φιγούρα στις ώριμες κινηματογραφικές της εμφανίσεις όπου σφυγμομετρεί τα έντονα κοινωνικό-πολιτικά ζητήματα και τις υπαρξιακές αγωνίες της κοινωνίας της Μεταπολίτευσης. Το 1977 στην ταινία: «Το βαρύ πεπόνι», κερδίζει το βραβείο Α΄ Γυναικείου Ρόλου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης. Το 1980 στην ταινία: «Παραγγελιά», εμφανίζεται ως αρχετυπική φιγούρα αρχαίας ελληνικής τραγωδίας να διεκτραγωδεί τη μοναξιά του ανθρώπου στη σύγχρονη εποχή. Δίνεται η εντύπωση ότι εκεί προβάλλεται το ίδιο αποπροσανατολισμένη και αυτοκαταστροφική ως προς τα αδιέξοδα της σύγχρονης εποχής, στην ίδια βάση με τον Οιδίποδα του Πιέρ Πάολο Παζολίνι, καθώς στο τέλος της ομώνυμης ταινίας ο ήρωας χάνεται στη σύγχρονη Ρώμη.

Η ποιήτρια που γεννήθηκε το μήνα των κερασιών (Ιούνιο) και πέθανε τον μήνα των παγωμένων σταφυλιών (Οκτώβριο) καταθέτει όλη της την ευαισθησία στην ποίησή της αλλά με απίστευτα σκληρό τρόπο, θα έλεγε κανείς κυνικό. Αυτή η πρωτόγνωρη αμεσότητα και διττότητα της ποιητικής της κατάθεσης την καθιστά τόσο ξεχωριστή ως παρουσία στον λογοτεχνικό κανόνα. Ο αδερφός της, Κώστας Γώγος, σε σχετική συνέντευξή του στην εκπομπή: «Πρωταγωνιστές» του Σταύρου Θεοδωράκη, αφιερωμένη στους Νικόλα Άσιμο, Κατερίνα Γώγου και Παύλο Σιδηρόπουλο, τους τρεις απόντες των Εξαρχείων, αναφέρει χαρακτηριστικά ότι όταν η Κατερίνα του απήγγειλε για πρώτη φορά ποιήματά της, του φάνηκαν «τερατώδη», μετά, όμως, κατάλαβε ότι εκεί «έβγαζε την ψυχούλα της».[1]

Ο δημοσιογράφος Χρήστος Μαυρής επισημαίνει την απαξίωση που δέχτηκε το ποιητικό έργο της Γώγου από ομοτέχνους της ίδια γενιάς, καθώς και την αδιαφορία της κριτικής λόγω του ιδιαίτερου τρόπου γραφής της, παρά την ευρεία αποδοχή της από τους αναγνώστες. Ειδικότερα, αναφέρεται: «Ας μην ξεχνάμε, εξάλλου, πως στα πρώτα χρόνια της παρουσίας της στα ελληνικά γράμματα, πολλοί είναι οι επαΐοντες που νόμιζαν πως η Κατερίνα Γώγου έγραφε μία πρόχειρη, αφελή, ακατέργαστη και γενικά ανάξια ποίηση, στο πόδι όπως πίστευαν, για να εκφράσει κυρίως την οργή και την αγανάκτησή της για ό,τι την ενοχλούσε και την πλήγωνε στην ελληνική κοινωνία και όχι για να υπηρετήσει τα υψηλά ιδανικά της ποιητικής τέχνης».[2] Στον αντίποδα, ο Μαυρής ορθά διακρίνει στην ποίηση της Γώγου το κοινωνικό όραμα συνυφασμένο με το «μόνιμο ανθρωπιστικό υπόστρωμα».[3] 

Η πρώτη της ποιητική συλλογή με τον εμβληματικό τίτλο: Τρία κλικ αριστερά, δημοσιεύεται το 1978. Ακολουθούν οι συλλογές: Ιδιώνυμο (1980), Το ξύλινο παλτό (1982), Απόντες (1986), Ο Μήνας των παγωμένων σταφυλιών (1988), Νόστος (1990), ενώ μετά το θάνατό της εκδόθηκε το βιβλίο με τον τίτλο: Με λένε Οδύσσεια (2002), περιλαμβάνοντας ποιήματα, πεζά και αποσπάσματα από το ημερολόγιό της. Από την εξωστρέφεια που χαρακτηρίζει τις τρεις πρώτες ποιητικές της συλλογές, το 1986 και ύστερα μεταβαίνει σε ηπιότερους εσωστρεφείς τόνους. Τότε η ποίησή της ωριμάζει και γίνεται πιο δραματική. Εκείνη την περίοδο παραπαίει μεταξύ πραγματικότητας και παραισθήσεων λόγω της έντονης χρήσης ουσιών. Ο αναγνώστης από τους Απόντες και έπειτα αντιλαμβάνεται ότι ο κόσμος στοιχειώνει πλέον την ποιήτρια. Δεν αποτυπώνει τόσο κοινωνικά στιγμιότυπα, αλλά η ποίησή της εστιάζει κυρίως σε καταγραφές υπαρξιακής βυθομέτρησης. Αυτό που ατενίζει εσωτερικά είναι μόνο η νύχτα από την οποία αντλεί την ποιητική της έμπνευση. Η ποιητική τέχνη για τη Γώγου βρίσκει πεδίο έκφρασης στην «Μούσα της Νύχτας»:[4]

 

Μούσα της Νύχτας

Μούσα της Στέρησης

της κυτταρικής μου μνήμης της Οργής

δαφνοστεφανωμένο

πολυαγαπητό

παιδί δικό σου είμαι κι εγώ

και στις αστραφτερές σου ασφάλτους

με ταραγμένη ενόραση απ’ το αλκοόλ

την ψυχή μου αναβοσβήνω και καταπονώ

για την Τιμή σου.

 

Μούσα των λεηλατημένων γηπέδων και συναυλιών

των άσπρων ίσκιων των πρεζονιών

Μούσα των γκέτο της Σιωπής

των άγραφων δίκαιων νόμων

το Λόγο μου, Μούσα

κάνε γάργαρο νεράκι καθαρό

ύμνο μετάλλου θέλω να ψάλω

τα πάθη να ιστορήσω

γι’ αυτούς

που από σμίξη ανίερη

σε γη απανθρακωμένη

ήρθαν.

 

Μούσα της Νύχτας

το Λόγο μου ανάβλυσε από πηγή φωτός

γιατί Ύμνο ανδρείας θέλω να ψάλω

γι’ Αυτούς

που χωρίς σταλαγματιά νερό

σαν πέτρες μεγαλώσανε

και ψάχνοντας αντίστροφα

να βρουν νερό και φως

πέτρινες ρίζες άπλωσαν

και άλωσαν

υπόγεια

κι αντίστροφα την πόλη.[5]        

           

Η μνήμη εδώ για το ποιητικό υποκείμενο συνδέεται με την οργή. Σε μια πρώτη ερμηνευτική προσέγγιση του ποιήματος, επιχειρεί κανείς να προσδιορίσει το μέχρι τότε σταθερό χαρακτηριστικό της ποίησης της Γώγου, δηλαδή τον οργισμένο τόνο που μαζί με τη σκληρή γλώσσα, στα όρια ενίοτε της χυδαιότητας, αναμετράται κατά μέτωπό με την πραγματικότητα. Σε μια δεύτερη ανάγνωση, ωστόσο, αντιλαμβάνεται κάτι το διαφορετικό. Η ποιήτρια δεν μεταφέρει εδώ μία πιστή εικόνα της κοινωνίας όπως έκανε στο παρελθόν. Δεν είναι ο  παρατηρητής του κόσμου με τον οποίο συνενώνεται, συμπάσχοντας με την κάθε περιθωριακή ομάδα. Μάς δίνει μια ταραγμένη εικόνα του δικού της ψυχικού κόσμου. Όλα μέσα της αναποδογυρίζουν, γίνονται ένας πολτός. Αρχίζει πλέον να μην αγγίζει την πραγματικότητα αλλά να βιώνει έντονα κλειστοφοβικές καταστάσεις ψυχικής απόγνωσης και αυτές να αποδίδει. Για το συγκεκριμένο λόγο παύει πια να κυριαρχεί ο ρεαλισμός στο ποιητικό της έργο. Τώρα η ποίησή της εισέρχεται στη σφαίρα της πιο άκαμπτης τραγικότητας, διότι πραγματεύεται το περιθώριο της δικής της οντότητας. Έτσι, ξεκινά, με την επίκληση στην Νύχτα-Ποίηση, η καταβαράθρωση του δικού της προσωπικού είναι έως τον οντολογικό της αφανισμό.

Η οργή γίνεται πλέον ανάμνηση. Στην ποιητική της από εδώ και στο εξής εισάγεται ένας λυρισμός ήσσονων τόνων που απηχεί τη νεορομαντική διάθεση της ποιητικής Γενιάς του 1920. Δεν είναι τυχαίο που στην ίδια συλλογή θα κάνει ονομαστική αναφορά στον Καρυωτάκη ούτε, επίσης, τυχαίο που η συγκεκριμένη συλλογή αρχίζει με το ποίημα: «Μούσα της νύχτας». Το ποιητικό υποκείμενο με σταθερό φόντο τη νύχτα, περιπλανάται ατέρμονα εσωτερικά «με ταραγμένη ενόραση απ’ το αλκοόλ». Οι σκιές θανάτου έχουν λευκό χρώμα, είναι το χρώμα «των άσπρων ίσκιων πρεζονιών».

Ο εξωτερικός κόσμος για κείνη βιώνεται πλέον ως μια αχανής απανθρακωμένη έκταση. Ολισθαίνει συνεχώς στα υπόγεια της δικής της ύπαρξης για να επιβεβαιώσει έτσι το μέγιστο βαθμό αποξένωσης όχι μόνο από τον εξωτερικό κόσμο, αλλά και από τον ίδιο της τον εαυτό. Κινείται ποιητικά με ιλιγγιώδη ταχύτητα στην κατάκτηση του υπαρξιακού μηδενισμού. Αυτό το στοιχείο είναι πλέον το βασικό αναγνωριστικό της ποιητικής της ταυτότητας και όχι η κοινωνική αμφισβήτηση, που διακρίνει την πλειοψηφία των ομοτέχνων της Γενιάς της. Ο χαρακτηρισμός της οργισμένης ποιήτριας δεν αρκεί για να προσδιορίσει πλήρως το έργο της. Είναι κατά βάση μια ποιήτρια υπαρξιακή στην ίδια παράμετρο με τον Αντώνη Φωστιέρη από την ίδια Γενιά που μόνιμο χαρακτηριστικό στην ποίησή του είναι ανάλογα ο υπαρξιακός μηδενισμός και η επιθυμία κατάκτησης του υπερβατικού απείρου. Αρκεί να συγκρίνει κανείς την «Επανάληψη» του Φωστιέρη με τη «Μούσα της Νύχτας» της Γώγου για να επιβεβαιώσει την κοινή πορεία αυτοδιάλυσης:

 

 

Ένα πουλί διαγράφει κύκλους

Στο μυαλό μου

Που’ ναι η νύχτα.

 

Πέφτουνε όλα τα τοιχώματα

Και το μυαλό μου-που’ ναι η νύχτα-γίνεται

Ένα μυαλό χυμένο μες στο σύμπαν

Στα ερεθισμένα σύρματά του μπλέκονται

Πουλιά που βγήκαν τρομαγμένα να πετάξουν

Άστρα

Πύραυλοι.

 

Όπου να πιάσω όπου κοιτάξω γύρω το μυαλό μου

Πάνω στα έπιπλα χυμένο το μυαλό μου

Στάζει τικ-τακ απ’ τα ρολόγια το μυαλό μου

(Ένας πολτός που λιώνει-τρέμω-το μυαλό μου)

Και το πουλί κι η σαρκοβόρα νύχτα: το μυαλό μου.[6]

 

Παρόλο που η βίωση της πραγματικότητας ως ασφυκτικής καθημερινότητας όσον αφορά το μεγαλύτερο εύρος του ποιητικού έργου της Γώγου θα μπορούσε να την φέρει κοντά στον Αλέξη Τραϊανό, έναν ακόμη αυτόχειρα από την ποιητική Γενιά του’ 70, ωστόσο η επιδίωξη της νεκρικής ατμόσφαιρας στην ποίησή της την κάνει να εφάπτεται στην ποιητική του θανάτου και της νύχτας του Φωστιέρη. Στην ίδια συλλογή (Απόντες) η Γώγου σε στίχους της θα αναρωτηθεί: «Γιατί τα όνειρά δεν με πλησιάζουνε πια/και στέκουνε μακριά/παράμερα τρομαγμένα;/Μήπως τα όνειρα είναι από ύλη είναι φθαρτά/και τους φοβούνται τους πεθαμένους;».[7] Τελικά, με αίσθηση απόλυτης επίγνωσης του αποδιδόμενου ψυχισμού της διαπιστώνει ότι κατοικεί: «Στη χώρα αυτή /των τεθνεόντων ζωντανών/στη χώρα των απόντων».[8] Νιώθει ότι αποτελεί ήδη μια μακρινή ανάμνηση της ύπαρξής της: «Μια στάλα σταλαγμίτης έμεινα/χωράω σ’ αυτό το άδειο μπουκάλι/το πέταξαν ένα παλιό καλοκαίρι/οι φίλοι μου/χωράω εκεί μέσα να μπω/άλλοι/μακρινοί καιροί/που θα ξαναγυρίσουν/το ύστατο Αλληλεγγύης Σ.Ο.Σ./να αποκρυπτογραφήσουν».[9]

Ιδιαίτερα εύστοχες οι παρατηρήσεις του Μπαλούρδου για την ποιητική πορεία της Γώγου: «Και όσο εξασθένιζαν τα αποθέματα του βίου της, τόσο εξεγείρονταν η συνείδησή της. Τόσο ο λόγος της μετατρέπονταν σε λαϊκή επαναστατική πεζοδρομιακή μπροσούρα. Τόσο περιχαρακώνονταν σε μια αγκαθωτή μοναξιά προσωπικών αδιεξόδων. Τόσο το πάθος της ζωής διολίσθαινε προς ένα ριζοσπαστικό μηδενισμό. Η Κατερίνα Γώγου κραυγάζει, σαν μικρό παιδί μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο. Διαλαλεί τον τρόμο της, τις φοβίες της, τις πίκρες της, την απελπισία της, την αίσθηση αδυναμίας που νιώθει, τις αμφιβολίες της, την αυτοεγκατάλειψή της, τις εικόνες υπαρξιακής αγωνίας που βιώνει, τους κραδασμούς της σωματικής της πτώσης, τις συνεχείς συναισθηματικές της εκπυρσοκροτήσεις, τις δύσθυμες παραισθήσεις της, τα επιβλητικά αδιέξοδά της, την αναλληλέγυα κοινωνική πραγματικότητα που βιώνει, την ισχυρή τάση της για αυτονομία. Η Κατερίνα Γώγου, αυτό το υπερευαίσθητο και αυτοκαταστροφικό γυναικείο πλάσμα, κραυγάζει, και επειδή κανείς δεν την ακούει, κανείς δεν της απαντάει, κάνει την πληγωμένη φωνή της πυρσό, φως για να φωτίσει την μοναχική της πορεία».[10]

Η μη αναστρέψιμη πορεία της Γώγου πλέον στην υπαρξιακή της δίνη κορυφώνεται στο τελευταίο της ποίημα της έκτης ποιητικής συλλογής της, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ρέκβιεμ, σε πλήρη αντιστοιχία με την αποχαιρετιστήρια επιστολή του Καρυωτάκη:

 

Εγώ, η Κατερίνα

κόρη του πατέρα μου

Θάνατου-Ουρανού

και της γυναίκας του μητέρας μου

Ζωής-Γης

λιπόταχτη, ομογάλακτη αδελφή

της αδελφής μου Σελήνης

και με άνομο ζωοποιό έρωτα

για τον υπέρλαμπρο αδελφό μου Ήλιο

χωρίς φόβο

γράφω αυτά

γιατί τον πατέρα μου Θάνατο

πιο πολύ από τη μητέρα μου Ζωή αγάπησα

και εκ φύσεως αιρετική

τη λογική αντέστρεψα

και με πίστη βαθιά πίστεψα

πως από τον πατέρα μου Θάνατο-Ουρανό

αρχίζει η Ζωή

και πως τελειώνοντας, τότε μόνο θ’ αρχίσω.

Γι’ αυτό ο πατέρας μου το πέρασμα

με τους εφτά αγγέλους της μέρας

και τους εφτά αγγέλους της νύχτας

μού έδειξε

πώς από την ερημιά του πλήθους να βγαίνω

και στον ουρανό ξανά

κάνοντας κίνηση κυκλικά

ανοδικά πάντα να μπαίνω.

 

Εγώ, η Κατερίνα

χωρίς ιδιοτέλεια γράφω αυτά.

Έτσι τη δοκιμασία της δόξας

και της ταπείνωσης τα λιμνάζοντα νερά πέρασα

χωρίς να μ’ ακουμπήσουνε, χωρίς να τ’ ακουμπήσω.

 

Εγώ, η Κατερίνα

σαμουράι ρακένδυτος

μ’ ένα αστραφτερό σπαθί

από τον αδελφό μου Ήλιο σταλμένο

στους σφαγιασμένους από τη λογική καιρούς

σημάδια ελπίδας λαξεύω αυτά

για την αδελφότητα

που θρησκευτικά αρμονική

έρχεται

αδιαίρετο 2 και 1…[11]

 

Αισθάνεται πλέον έτοιμη να μεταβεί στο μηδενικό άπειρο και να συνενωθεί με το αρχέγονο σύμπαν. Θεωρεί ότι εκεί είναι ο φυσικός της προορισμός και η ολοκλήρωση της υπόστασής της. Θα συναντήσει τον αιώνιο πατέρα της, το «Θάνατο». Η Γώγου πολλές φορές από τη συλλογή Απόντες και μετά επαναλαμβάνει ότι έχει ήδη φύγει και ότι βρίσκεται στον ουρανό, πολύ μακριά από την πόλη όπου κανείς δεν την ακούει πια. Το βέβαιο είναι ότι η ποίησή της, με βασικά χαρακτηριστικά τη σκοτεινή γοητεία, τον μη εξωραϊσμένο λόγο και την έντονη τάση παραίτησης, πάντοτε θα μαγεύει γιατί απορρέει αυτούσια από τους υπόγειους υπαρξιακούς της κλυδωνισμούς. Αυτό την καθιστά ως ποιήτρια αυθεντική, απαράμιλλη, εκκεντρική, τραγική, όσο τραγικές υπήρξαν η ζωή και η αιφνίδια φυγή της.

 

Ο Κοσμάς Κοψάρης είναι Δρ. Φιλολογίας Π.Ι., Μεταδιδακτορικός Ερευνητής Ελληνικής Φιλολογίας Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, Υπ. Δρ. Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας Α.Π.Θ., Μεταδιδακτορικός Ερευνητής Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας Α.Π.Θ., Μεταδιδακτορικός Ερευνητής Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας Ε.Κ.Π.Α., κριτικός λογοτεχνίας, θεάτρου, κινηματογράφου.

 

Σημειώσεις

 

[1] Από την εκπομπή του Σταύρου Θεοδωράκη: «Οι “Πρωταγωνιστές”-Αφιέρωμα στους Νικόλα Άσιμο, Κατερίνα Γώγου, Παύλο Σιδηρόπουλο», <https://www.youtube.com/watch?v=adZPWWanpgg>, 9 Δεκεμβρίου 2016.

[2] Χρήστος Μαυρής, «Τώρα να δούμε εσείς τι θα κάνετε», Ελευθεροτυπία/Βιβλιοθήκη, 21.06.2014. <http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=21/06/2014&id=436255>,10 Μαρτίου 2015.

[3] Χρήστος Μαυρής, «Τώρα να δούμε εσείς τι θα κάνετε», Ελευθεροτυπία/Βιβλιοθήκη, 21.06.2014. <http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=21/06/2014&id=436255>,10 Μαρτίου 2015.

[4] Για τη ζωή της ποιήτριας και για το ποιητικό της έργο, βλ. Αγάπη Βιργινία Σπυράτου, Κατερίνα Γώγου: Έρωτας Θανάτου, εκδ. Βιβλιοπέλαγος, Αθήνα 2007, Γιώργος Μπαλούρδος, «Κατερίνα Γώγου: Μια αιρετική γυναικεία ποιητική φωνή της γενιάς του 1970», Οδός Πανός, τχ.145 (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2009), σσ.95-114, Αλέξανδρος Στεργιόπουλος, «Ένα ευαίσθητο αγρίμι», Οδός Πανός, τχ.145 (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2009), σσ.6-9, Γιώργος Χρονάς, «Μία ροκ εν ρολ αυτοκτονία», Οδός Πανός, τχ.145 (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2009), σσ.116-117, Θωμαή Ουζούνη, «Οι όψεις της μοναξιάς στην Κατερίνα Γώγου: ταινίες, θεατρικές παραστάσεις, βιβλιογραφία» στο: Κατερίνα Γώγου, Πάνω κάτω η Πατησίων: Οι όψεις της μοναξιάς στην Κατερίνα Γώγου & 20 μελοποιημένα ποιήματά της, εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 32013, σσ.16-59,  Φανή Κατσικάρη, «Το τέλος της Κατερίνας Γώγου. Η “αφελής” του ελληνικού κινηματογράφου, η αναρχική ποιήτρια των Εξαρχείων. Η ποιητική της συλλογή πούλησε όσο και του Ελύτη», <http://www.mixanitouxronou.gr/to-telos-tis-katerinas-gogou-i-afelis-tou-ellinikou-kinimato grafou-i-anarchiki-piitria-ton-exarchion-i-piitiki-tis-sillogi-poulise-oso-ke-to-eliti/>, 9 Δεκεμβρίου 2016.

[5] Κατερίνα Γώγου, Τώρα να δούμε εσείς τι θα κάνετε: Ποιήματα 1978-2002, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2013, σσ.141-142.

[6] Αντώνης Φωστιέρης, Ποίηση: 1970-2005, Συγκεντρωτική Έκδοση, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2008,σ.105.

[7] Γώγου, ό.π.σ.151.

[8] Ό.π.σ.159.

[9] Ό.π.σ.164.

[10] Μπαλούρδος, ό.π.σσ.98,100.

[11] Γώγου, ό.π.σσ.201-202.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.