Loading...
ΚείμεναΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

Κων. Ἰ. Δάλκου, Ἡ πανδημία καὶ ἡ μυστικὴ πανήγυρις

                                         Χρημάτων ἄελπτον οὐδέν ἐστιν οὐδ’ ἀπώμοτον

                                                                                                   Ἀρχίλοχος

 

    Φίλε ἀναγνώστη, ὁ στίχος, τὸν ὁποῖον ἔθεσα ὡς προμετωπίδα στὸ παρὸν σημείωμα, ἀνήκει στὸν ἀρχαῖο ποιητὴ Ἀρχίλοχο τὸν Πάριο. Τὸ ποίημα ἐγράφη πρὸ 2668 ἐτῶν ἀκριβῶς, διότι τότε, τὴν 6ην Ἀπριλίου τοῦ ἔτους 648 π.Χ., συνέβη, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῶν ἀστρονόμων, ἡ ὁλικὴ ἔκλειψη τοῦ Ἡλίου, ἡ ὁποία καὶ τὸν ἐνέπνευσε. Τὸ ἀπροσδόκητο καὶ αἰφνίδιο σκότος ποὺ ἐνέσκηψε τότε φαίνεται νὰ συγκλονίζῃ καὶ νὰ τρομάζῃ τὸν ποιητὴ καὶ συγχρόνως νὰ τὸν προβληματίζῃ γιὰ τὴν ἀστάθεια τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, τὴν ὁποίαν βλέπει νὰ ρυθμίζουν ἀναπάντεχες, ἀκατάληπτες καὶ ἀνεξέλεγκτες δυνάμεις:

Χρημάτων ἄελπτον οὐδέν ἐστιν οὐδ’ ἀπώμοτον

                                 οὐδὲ θαυμάσιον, ἐπειδὴ Ζεὺς πατὴρ Ὀλυμπίων

                                 ἐκ μεσημβρίης ἔθηκε νύκτ’ ἀποκρύψας φάος

                                 ἡλίου λάμποντος · ὑγρὸν δ’ ἦλθ’ ἐπ’ ἀνθρώπους δέος.

Μεταφράζω :

   Τίποτε πιὰ δὲν εἶν’ ἀνέλπιστο καὶ γιὰ τίποτα κανεὶς δὲν γίνεται νὰ ὁρκισθῇ πὼς δὲν θὰ γίνη, καὶ τίποτε παράδοξο δὲν εἶναι πιά, ἀπ’ τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ Δίας, τῶν Ὀλυμπίων ὁ πατέρας, ἔστειλε μέρα μεσημέρι τὴν νύχτα, σβήνοντας τὸ φῶς τοῦ λαμπεροῦ Ἡλίου, καὶ τοὺς ἄνθρώπους ἔπιασε σύγκρυο φόβου.

   Οἱ ἀρχαῖοι αὐτοὶ στίχοι ἦρθαν στὸν νοῦ μου, ὅταν ἐνέσκηψε στὴν χώρα μας καὶ σὲ ὅλον τὸν κόσμο αὐτὴ ἡ γιὰ τοὺς πολλούς, ὄχι ὅμως καὶ γιὰ τοὺς εἰδικούς, ἀπρόσμενη ἀπειλὴ τοῦ «νέου κορωνοϊοῦ». Διότι ἀσφαλῶς ὁ Ἀρχίλοχος δὲν εἶχε στὴν ζωή του  βιώσει πάλι, καὶ ἡ συλλογικὴ μνήμη τῆς ἐποχῆς του δὲν εἶχε ἴσως διατηρήσει καποιαν ἄλλη περίπτωση ἐκλείψεως Ἡλίου. Σήμερα ὅμως τίποτε δὲν εἶναι πλέον ἀπρόσμενο, οὔτε κἂν ὁ «κεραυνὸς ἐν αἰθρίᾳ», γιὰ ὅσους, ἔστω καὶ ἐπιπολαίως, ἔχουν ξεφυλλίσει ἕνα βιβλίο Ἱστορίας. Διότι ἐκεῖ ἀπαριθμοῦνται, ὡς συνήθη γεγονότα, ὅσα ἐπίσης συνήθως ἐξορκίζονται, ἀλλὰ ποτὲ δὲν ἀφανίζονται καὶ κατὰ καιροὺς φοβίζουν καὶ ταλαιπωροῦν τοὺς ἀνθρώπους. Ὅσα δεινὰ δηλαδὴ παρακαλοῦμε νὰ μὴ μᾶς συμβοῦν ποτέ, ὅπως λιμοί, λοιμοί, σεισμοί, καταποντισμοί, πυρκαΐὲς καὶ φονικά, ἐπιδρομὲς ἀλλοφύλων, ἐμφύλιοι πόλεμοι καὶ αἰφνίδιοι θάνατοι.

   Ἡ Ἱστορία λοιπὸν διδάσκει ὅτι «οὐδὲν καινὸν ὑπὸ τὸν Ἥλιον», καὶ ἡ κοινὴ λογικὴ βεβαιώνει πὼς ὅ,τι συμβαίνει στὸν ἕνα μπορεῖ νὰ συμβῇ στὸν καθένα. Παρὰ ταῦτα, καὶ μολονότι ὁ ἄνθρωπος, ὡς εἶδος, γράφει (μὲ τὴν ἔννοια τοῦ πράττειν καὶ ὑφίστασθαι) ὅλην αὐτὴ τὴν πικρὴ Ἱστορία, ὁ ἴδιος ὅμως, ὡς ἄτομο, πρέπει μᾶλλον νὰ ὁρισθῇ ὡς τὸ ὂν ποὺ συνήθως λησμονεῖ καὶ νομίζει ὅτι αὐτὸς προσωπικῶς ἀποτελεῖ τὴν ἐξαίρεση τοῦ κανόνα. Πρόχειρη ἀπόδειξη εἶναι π.χ. αὐτοὶ ποὺ καθημερινῶς ὁδηγοῦν μὲ ἰλιγιώδεις ταχύτητες, ἐνῶ ἐπίσης καθημερινῶς πληροφοροῦνται γιὰ τὸ αἷμα τῶν ἄλλων ποὺ χύνεται ἄφθονο, ἀπὸ τὴν ἴδια αἰτία, στοὺς δρόμους. Τρέχουσα λοιπὸν μαρτυρία ἐπ’ αὐτοῦ ἀποτελεῖ καὶ ἡ συμπεριφορὰ κάποιων συμπολιτῶν μας, οἱ ὁποῖοι μὲ μύρια τεχνάσματα ἐπιχειροῦν σήμερα νὰ καταστρατηγήσουν τὴν γενική, λόγῳ κορωνοϊοῦ, κατ’ οἶκον ἀπομόνωση, νομίζοντας μᾶλλον πὼς δὲν τοὺς ἀφορᾷ προσωπικῶς καὶ ὅτι αὐτοὶ καὶ οἱ περὶ αὐτοὺς  εἶναι ἐκ φύσεως ἄτρωτοι! 

   Μολονότι λοιπὸν κάποιοι δημοσίως ἀποφαίνονται ὅτι μετὰ τὴν κρίση τοῦ κορωνοϊοῦ τίποτε δὲν θὰ εἶναι ὅπως πρὶν σ’ ὅλον τὸν κόσμο, πολὺ φοβοῦμαι πὼς ἡ βραχεία μνήμη τῶν πολλῶν καὶ πάλι θὰ ἐπικυρώσῃ τὴν παροιμία «κάθε θᾶμα τρεῖς ἡμέρες, τὸ μεγάλο τέσσερες»!  Ἐξ ἄλλου  ἤδη ἔχουν ἀκουσθῆ στὸν τόπο μας κραυγὲς τοῦ τύπου «θὰ λογαριαστοῦμε», ὅταν θὰ λήξῃ τὸ «μένουμε μέσα» καὶ θὰ προκύψῃ κατ’ἀνάγκην τὸ «μπαίνουμε μέσα», ἀνεξαρτήτως βέβαια τοῦ «τίς πταίει», ἂν «πταίῃ» βέβαια κανείς!

   Παρὰ ταῦτα ἀξίζει τὸν κόπο νὰ ἐντοπίσῃ κανεὶς κάποιες μεταβολὲς στὴν ζωή μας, πλὴν τῆς καθηλώσεως τῶν περισσοτέρων στὰ σπίτια μας καὶ τῶν λοιπῶν, κυρίως οἰκονομικῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν κοινωνικῶν ἢ ψυχολογικῶν συνεπειῶν τῆς ὑποχρεωτικῆς ἀπραξίας. Αὐτὲς οἱ ἀλλαγὲς γίνονται κυρίως αἰσθητὲς στοὺς τηλεοπτικούς μας διαύλους, οἱ ὁποῖοι ἐκ τῶν πραγμάτων ἀναγκάζονται νὰ ἀποστρέψουν τὶς κάμερες ἀπὸ τὴν εἰκονικὴ πραγματικότητα καὶ τὴν ἐλαφρότητα τῶν ἀσημάντων ἐσωστρεφῶν τους αὐτοειδήσεων, γιὰ νὰ ἀποτυπώσουν τὶς ραγδαῖες ἐξελίξεις καὶ τὸν σφυγμὸ τῆς ζωῆς.

   Ἐκεῖ λοιπὸν σταδιακῶς ἀποσύρονται ἀπὸ τὸ «κάδρο» οἱ συνήθως διαπληκτιζόμενοι τηλεοπτικοὶ πολιτικοὶ καὶ τὰ λοιπὰ πρόσωπα τοῦ τηλεοπτικοῦ θεάματος. Ὁ πολίτης πού, καθηλωμένος στὸ σπίτι του, ἀγωνιᾷ γιὰ τὴν ὑγεία, τὴν ζωὴ καὶ τὴν ἐργασία του ἢ τρέμει γιὰ τὰ παιδιά του ποὺ βρίσκονται μακριά, δὲν εἶναι διατεθειμένος ν’ ἀκούῃ τὶς συνήθεις ἀντιπολιτευτικὲς κραυγὲς στὰ παραθύρια, οὔτε νὰ θαυμάζῃ τοὺς κοιλιακοὺς τῶν ἀκκιζομένων κυριῶν καὶ τὰ συνήθως ἐκπεμπόμενα τιποτολογήματα. Ἀντιθέτως τὸν κόσμο τῆς ἐλαφρᾶς ψυχαγωγίας τῶν διασκεδαστῶν καὶ τῆς πολιτικῆς σκανδαλολογίας τείνει νὰ ἀντικαταστήσῃ ὁ κόσμος τῶν ποικίλων εἰδικῶν τῆς ὑγείας, οἱ ὁποῖοι δὲν παρέχουν ἁπλῶς ἐπιστημονικὲς πληροφορίες καὶ συμβουλές, ἀλλ’ ἐμμέσως προβάλλουν μιὰν ἄλλη ποιότητα ἕλληνα, μιὰν ἄλλην ἀφοσίωση ζωῆς καὶ κάποιοι ἕνα ἄλλο, σπανίως προβαλλόμενο ἀπὸ τὰ Μέσα, ἀλλὰ συνήθως χλευαζόμενο ἦθος, ἀπὸ τὶς Αἰσώπειες κολοβὲς ἀλεποῦδες.

   Χαρακτηριστικὸ καὶ ἀντιπροσωπευτικὸ παράδειγμα εἶναι ἀσφαλῶς ὁ κύριος Σωτήριος Τσιόδρας, τὸν ὁποῖον παρακολουθεῖ μὲ θρησκευτικὴ προσήλωση καὶ ἐμπιστοσύνη τὸ πανελλήνιο κάθε ἀπόγευμα στὶς ἕξι. Ἄγνωστος μέχρι χθὲς στὸν τόπο του, παρὰ τὶς λαμπρὲς σπουδές, τὴν διεθνῆ ἀναγνώριση καὶ τὴν προσφορά του στὴν διδασκαλία τῆς Ἰατρικῆς ἢ στὴν ὀργάνωση τοῦ Ἐθνικοῦ Συστήματος Ὑγείας, ἔχει πλέον κερδίσει τὸν σεβασμὸ τῶν ἑλλήνων μὲ τὴν γνώση, τὴν ἀκάματη ἐργατικότητα, τὴν  σεμνότητα καὶ τὴν μέχρι δακρύων εὐαισθησία του στὸν ἀνθρώπινο πόνο. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὅταν, στὴν ἀρχὴ τῆς πανδημίας, ἐμφανίστηκε στὶς ὀθόνες, κάποιοι ἀπὸ τοὺς ἀνώνυμους καλοθελητές, ποὺ ἀνορθόγραφα συνήθως καὶ ἀσύντακτα σχολιάζουν μὲ ὑβριστικὲς χυδαῖες παρλαπίπες τοὺς πάντες καὶ τὰ πάντα στὸ διαδίκτυο, ἔσπευσαν νὰ εἰρωνευθοῦν τὴν πολυτεκνία, τὴν ἀριστεία καὶ τὴν στενή του σχέση μὲ τὴν Ἐκκλησία. Βεβαίως συντόμως οἱ κακεντρεχεῖς αὐτοὶ ἀργόσχολοι ἐφιμώθησαν ἢ ἔμειναν μόνοι.

   Δὲν γνωρίζω ὅμως ἂν οἱ ἕλληνες ἐσκέφθησαν συγχρόνως πόση ἐγκυρότητα μπορεῖ νὰ ἔχῃ ἡ ἀντίθετη γιὰ τὸν κόσμο καὶ τὴν ζωὴ γνώμη καὶ συμπεριφορὰ κάποιων προβαλλομένων συνήθως προσώπων, καὶ τῶν δύο φύλων, μὲ τὰ πολλὰ διαζύγια, τὶς διαλυμένες οἰκογένειες, τὶς μηδενιστικὲς ἀντιλήψεις καὶ τὶς μηδενικὲς συνήθως ἐπιστημονικὲς σπουδές. Οὔτε γνωρίζω ἐπίσης ἂν ἔχῃ συνειδητοποιήσει ἐπαρκῶς ἡ ἑλλαδικὴ κοινωνία τὴν οὐρανομήκη διαφορὰ τῶν ἀποδοχῶν τῶν ἀπολύτως ἀπαραιτήτων ἀνθρώπων πρὸς ἐκεῖνες τῶν ἀστέρων π.χ. τοῦ ἀθλητισμοῦ καὶ τοῦ τηλεοπτικοῦ θεάματος. Ὑπὸ τὴν προοπτικὴ αὐτὴ μᾶλλον ὡς ὑποκρισία αἰσθάνομαι, ἴσως καὶ εἰρωνεία, τὰ χειροκροτήματα ἀπὸ τὰ μπαλκόνια γιὰ ὅλους ὅσους ὑπηρετοῦν καὶ κινδυνεύουν στὸν κρίσιμο ἰδιαιτέρως σήμερα τομέα τῆς ὑγείας, ἀλλὰ καὶ τῆς καθαριότητας, καὶ σὲ ἄλλους ἐπίσης τομεῖς ὄχι ἔκτακτης, ἀλλὰ καθημερινῆς κοινωνικῆς προσφορᾶς.

   Ἡ δύσκολη ἐπίσης ἀντιμετώπιση τοῦ νέου αὐτοῦ ἰοῦ μᾶς μεταφέρει, νομίζω, ἕνα καίριο δίδαγμα αὐτοσυνειδησίας. Οἱ ἐπισημάνσεις τοῦ κ. Τσιόδρα καὶ τῶν λοιπῶν εἰδικῶν ὅτι πολὺ ὀλίγα, ἕως ἐλάχιστα, γνωρίζει ἡ ἰατρικὴ ἐπιστήμη, ἀπευθύνονται γενικῶς στὴν ἀλαζονεία τῶν πολλῶν, οἱ ὁποῖοι, μεθυσμένοι ἀπὸ τὴν διαρκῶς αὐξανόμενη ἀνθρώπινη ἰσχύ, δὲν βλέπουν μυωπάζοντες τὴν σαφῶς ὑπολειπόμενη ἀνθρώπινη γνώση. Εἶναι ἡ αἰώνια ἱστορία τῆς τιμωρούμενης ὕβρεως, ὅπως ἀριστουργηματικὰ τὴν ἀπετύπωσε ἡ ἀρχαία τραγῳδία καὶ ὅπως προσφάτως τὴν εἴδαμε νὰ ἐπαναλαμβάνεται σὲ χῶρες μὲ τὰ πλάτη καὶ τὰ πλούτη τῆς γῆς, τῶν ὁποίων οἱ ἡγέτες ἐνόμισαν ὅτι μποροῦν νὰ τὸ παίξουν θεοί, ἀποφασίζοντας ἀφ’ ὑψηλοῦ γιὰ τὴν ζωὴ καὶ τὸν θάνατο τῶν ἀνθρώπων.

   Ἐννοῶ τὴν περιβόητη θεωρία τὴς ἀνοσίας τῆς ἀγέλης, τὴν ὁποίαν θέλησε νὰ ἐφαρμόση στὴν περίπτωση τῆς πανδημίας αὐτῆς ὁ πρακτικισμὸς τῶν ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν τοῦ Ἀτλαντικοῦ ἀγγλοσαξώνων, οἱ ὁποῖοι ἄρχισαν νὰ ἐφαρμόζουν τὴν διαδικασία τῆς ὑποτίθεται φυσικῆς ἐπιλογῆς, θυσιάζοντας ἔτσι  ἕνα τμῆμα, τὸ γηραιότερο ἢ σωματικῶς ἀσθενέστερο τοῦ λαοῦ, γιὰ ν’ ἀποκτήσουν ἀνοσία οἱ νέοι καὶ ὑγιέστεροι. Προφανεῖς βέβαια στόχοι ἦσαν ὁ περιορισμὸς τοῦ οἰκονομικοῦ κόστους καὶ ἡ ἄνοδος τῆς οἰκονομίας στὸ μέλλον. Ἐξ ἄλλου στὴν μακαρίτισσα Μάργκαρετ Θάτσερ ἀποδίδεται ὁ ἀπάνθρωπος λόγος «ἐγὼ δὲν γνωρίζω τὴν κοινωνία, γνωρίζω μόνον τὴν ἀγορά»!

   Ἡ νοοτροπία καὶ ἡ πρακτικὴ αὐτή, φιλε ἀναγνώστη, ἔχει τὴν ἀφετηρία της στὴν Δαρβινικὴ θεωρία τῆς φυσικῆς ἐπιλογῆς καὶ τῆς ἐπιβιώσεως τῶν ἰσχυροτέρων ἀτόμων, ἡ ὁποία ὑπόκειται στὴν Νιτσεϊκὴ θεωρία τοῦ ἀδιστάκτου ὑπερανθρώπου καὶ στὴν Χιτλερικὴ θεωρία καὶ πρακτικὴ τῆς φυσικῷ δικαίῳ ἐπιβολῆς τοῦ δῆθεν «Ἀρίου» ὑπερλαοῦ, διὰ τῆς ἐξοντώσεως τῶν λοιπῶν, τῶν τάχα κατωτέρων. Ἀπεφάσισαν λοιπὸν οἱ σύγχρονοι αὐτοὶ ἡγέτες νὰ προβοῦν σὲ μιὰ μοντέρνα ἀνθρωποθυσία, ὅπως αὐτὴ ποὺ συνήθιζε, σύμφωνα μὲ τὸν Ἡρόδοτο τὸ Σκυθικὸ φῦλο τῶν Μασσαγετῶν, οἱ ὁποῖοι θυσίαζαν καὶ ἔτρωγαν τοὺς γηραιότερους, ὅταν ὑπερέβαιναν τὸ ὅριο κάποιας ἡλικίας! Ὅταν ὅμως οἱ σύγχρονοι αὐτοὶ Μασα-ηγέτες ἄκουσαν τὰ βήματα τῆς ἀρχαίας Ἄτης στὴν προσωπική τους περιπέτεια καὶ στὴν αὐξανόμενη φρικτὴ παρέλαση τῶν νεκροφόρων ψυγείων, ἔσπευσαν νὰ ἀναστείλουν τὴν ἄφρονα καὶ ἀπάνθρωπη πρακτική. Γι’ αὐτὸ λοιπὸν οἱ συνέλληνες πρέπει νὰ ἐκτιμήσουν τὴν εὐαισθησία τοῦ εἰδικοῦ κ. Τσιόδρα καὶ τὴν παροῦσα ἐντόπια ἐπιτυχημένη τακτική, ποὺ ἀποβλέπει στὴν ὑγεία τοῦ συνόλου τῶν πολιτῶν, τοὺς ὁποίους δὲν ἀντιμετωπίζει ὡς ἀριθμούς, μὴ ὑπολογίζοντας τὸ ἀσφαλῶς προβλεπόμενο οἰκονομικό, καὶ τὸ συναφὲς πρὸς αὐτὸ πολιτικὸ κόστος.

   Τὰ προηγούμενα χρόνια, φίλε ἀναγνώστη, ὅλοι τὶς ἡμέρες αὐτὲς μιλούσαμε καὶ γράφαμε γιὰ τὴν μεγάλη πανήγυρι τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, τὴν πιὸ μεγάλη γιορτὴ τοῦ χρόνου. Ἐφέτος ἀτυχῶς μᾶς ἀπασχολεῖ πιὸ πολὺ καὶ μᾶς κατακλύζει ὁ φόβος γιὰ τὴν ἀπρόσμενη ἐντόπια καὶ παγκόσμιο πανδημία. Καὶ εἶναι αὐτὸ μιὰ περίεργη σύμπτωση, ἀφοῦ αὐτὲς οἱ ἀντίπαλες καταστάσεις, ἡ πανδημία δηλαδὴ καὶ ἡ πανήγυρις, ἐκφράζονται μὲ δύο σύνθετες λέξεις ποὺ ἔχουν πρῶτο συνθετικὸ τὴν ἴδια λέξη καὶ δεύτερο συνθετικὸ τὴν ἴδια ἔννοια, δηλαδὴ ἐτυμολογικῶς σημαίνουν ἀκριβῶς τὸ ἴδιο! Διότι πανδημία (πᾶς + δῆμος, δηλαδὴ λαός) σημαίνει ἀρχικῶς τὴν συγκέντρωση (πανδημεί) ὅλου τοῦ λαοῦ. Τὸ ἴδιο ὅμως ἀκριβῶς σημαίνει καὶ ἡ πανήγυρις (πᾶς + ἀγείρω, δηλαδὴ συγκεντρώνω, πρβλ. ἀγορά = συγκέντρωση λαοῦ, συναγερμός, ἀλλὰ καὶ ὁμήγυρις = συνάθροιση καὶ παρέα)! Τώρα ὅμως ἡ πανδημία, μὲ τὴν ἀπειλὴ τῆς ἐξαπλώσεως τῆς νόσου σὲ ὅλον τὸν λαό, ἀποκλείει τὴν πανήγυρι μὲ τὴν μορφὴ καὶ στὴν ἔκταση ποὺ γνωρίζαμε καὶ περιμέναμε ἀδημονῶντας.

   Ἡ πασχαλινὴ πανήγυρις, ὅπως ὅλες οἱ γιορτές, λειτουργεῖ συνήθως, σὲ γενικὲς  τοὐλάχιστον γραμμές, διπλᾶ. Συνυπάρχουν δηλαδὴ ἀδιαιρέτως ἡ ἐξωστρέφεια, ἡ  συντροφιά, τὸ γλέντι, ὁ χορός, ὁ ὀβελίας καὶ συγχρόνως ἡ ἐσωτερικὴ ἀνάταση, ἡ αἴσθηση ποὺ δίνει τὸ ἀναστάσιμο φῶς, ἡ χαρὰ γιὰ τὴν κατάργηση τοῦ θανάτου, ποὺ ἐκδηλώνεται μὲ τὸ «Χριστὸς ἀνέστη», καὶ ἡ ὅλη οὐσία τῆς γιορτῆς, ὅπως τὴν ἐκφράζει ἀκριβῶς ἡ χαρακτηριστικὴ λέξη «Λαμπρή». Αὐτὰ ὅλα ὅμως, παρὰ τὶς μεμψιμοιρίες, μποροῦν νὰ τὰ βιώσουν κι ἐφέτος οἱ ἕλληνες. Καὶ τὰ πρῶτα μὲν εἶναι ἀνάγκη καὶ πρέπει νὰ τὰ ἀπολαύσουν μετρίως, λόγῳ τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν πολυπληθῶν συγκεντρώσεων καὶ τῆς ἀναγκαίας σωματικῆς ἀποστάσεως. Τὰ δεύτερα ὅμως καί, νομίζω, σημαντικώτερα, μποροῦν νὰ τὰ ζήσουν καὶ τὰ ζοῦν διαρκῶς, ὅσοι ὄντως τὰ ποθοῦν, σὲ ὅλη τους τὴν πληρότητα, μολονότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτραπῇ, ὡς συνάθροιση, ὁ συνήθης καὶ ἁθρόος τὶς ἡμέρες αὐτὲς ἐκκλησιασμός. Διότι, γιὰ νὰ συνεχισθοῦν οἱ συμπτώσεις, καὶ ἡ λέξη ἐκκλησία σημαίνει ἐπίσης συνάθροιση λαοῦ (ἐκκαλῶ = προσκαλῶ σὲ συγκέντρωση, πρβλ. ἐκκλησία τοῦ Δήμου).

   Ἐκκλησία ὅμως δὲν εἶναι ὁ ναός, οὔτε ἕνας σύλλογος ρασοφόρων. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ παγκόσμιος αἰώνιος ὀργανισμὸς ποὺ ἱδρύθη πρὸ εἴκοσι αἰώνων κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τῆς γῆς καί, κατὰ τὸν κυριακὸν λόγον, «ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ἡμῶν ἐστι», ἐντὸς ὅσων δηλαδή, κατὰ τὸν λόγον τοῦ Ἀποστόλου, «Χριστὸν ἐνεδύθησαν». Δὲν παύει λοιπὸν ὁ πιστὸς ποὺ κατ΄ ἀνάγκην δὲν θὰ κοινωνήσῃ τὸ Πάσχα νὰ εἶναι, πάλι κατὰ τὸν Ἀπόστολον, «μέλος τοῦ σώματος αὐτοῦ ἐκ τῆς σαρκὸς αὐτοῦ καὶ ἐκ τῶν ὀστέων αὐτοῦ». Ἐξ  ἄλλου κάθε Κυριακὴ εἶναι ἡμέρα ἀναστάσιμη καὶ εἰκόνα, κατὰ τὸν Μ. Βασίλειον, δηλαδὴ προεικόνισμα, τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν! Ἑπομένως ὅλα αὐτὰ τὰ περὶ διωγμοῦ εἶναι φλυαρίες ἀνοήτων καὶ φανατικῶν, ἀπὸ τοὺς ὁποίους βεβαίως δὲν ἐζητήθη νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους, ἀλλὰ νὰ ἀποβάλουν τὶς ἐμμονές των καὶ προφανῶς ὅλοι αὐτοὶ θὰ ἦσαν κάποτε, καὶ ὄχι μόνον μία φορά, «δι’ εὐλόγους αἰτίας ἀπολειφθέντες». Ἐξ ἄλλου ἡ ὄχι μακρά, ἂς ἐλπίσουμε, ἀποχή, ὡς «κακόν, μὴ ἀμιγὲς, ὅμως, καλοῦ», θὰ ἀποτελέσῃ χρόνον ἐπαρκῆ γιὰ νὰ προβληματισθοῦμε μήπως ἡ συνήθεια ἔχει συντελέσει στὸν περιορισμὸ τοῦ σεβασμοῦ καὶ τοῦ δέους ποὺ πρέπει πάντοτε νὰ μᾶς διακατέχουν ἐν προκειμένῳ · δηλαδὴ στὴν περίπτωση τοῦ κατ΄ ἐξοχὴν ἱεροῦ.

   Ὑπεισῆλθε λοιπὸν στὶς περὶ κορωνοϊοῦ συζητήσεις καὶ τὸ ζήτημα τῆς Θείας Κοινωνίας, στὴν ὁποίαν μάλιστα καλεῖ τοὺς πάντες, «νηστεύσαντες καὶ μὴ νηστεύσαντες», τὸ ὑπέροχο ἐκεῖνο Χρυσοστομικό, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, κείμενο, τὸ ὁποῖο θριαμβικῶς ἀναγινώσκεται στὸ τέλος τῆς πασχαλινῆς λειτουργίας, κηρύσσοντας ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τὴν ἀπέραντη ἀγάπη καὶ κατανόηση τοῦ Θεοῦ. Ἐδῶ ὅμως πρέπει νὰ μᾶς ὑποψιάσῃ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ ζήτημα τῆς μεταδόσεως τοῦ ἰοῦ μέσῳ τῆς Θείας Κοινωνίας ἔχει τεθῆ ὄχι μόνον μία φορὰ κατὰ τὸ παρελθόν, ἀλλὰ καὶ τώρα ἐτέθη, πρὶν ἀκόμη μάλιστα ὑπάρξουν τὰ μέτρα τοῦ ἐν γένει περιορισμοῦ τῆς κυκλοφορίας καὶ πρὶν ἀντιληφθοῦν ἐπίσης οἱ πολλοὶ ὅτι ὁ ἰὸς μεταδίδεται ὄχι μόνον διὰ τῆς ἁπλῆς ἐπαφῆς, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἀποστάσεως. Πρόκειται λοιπὸν γιὰ τὴν γνωστὴ καὶ συνήθη πρὸ τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα προπαγάνδα, ἡ ὁποία ζητεῖ κάθε χρόνο τὶς ἡμέρες αὐτὲς νὰ ἐπηρεάσῃ τοὺς ἀφελεῖς, ἄλλοτε μὲ τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ ἄλλοτε μὲ τὸν «Κώδικα Ντα Βίντσι», μὲ τὸ «Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰούδα» ἢ μὲ ἄλλα fake news, τὰ ὁποῖα πρὸ τῆς ἀληθείας ὡς πομφόλυγες «ἐν ριπῆ ὀφθαλμοῦ» διαρρήγνυνται καὶ διαλύονται «ὡς τήκεται κηρὸς ἀπὸ προσώπου πυρός», γιὰ νὰ ἐπινοηθοῦν ἄλλα κατὰ τὸ ἑπόμενο ἔτος, τὴν ἴδια πάλι ἐποχή, καὶ μὲ τὴν ἴδια πάντοτε ἐγκυρότητα καὶ τύχη.

   Καὶ δὲν ἔχουν βεβαίως ὅλοι αὐτοὶ οὔτε πολλοστημόριο τῆς ἐπιστημονικῆς αὐθεντίας τοῦ κ. Τσιόδρα οὔτε τῶν ἄλλων ἐπιφανῶν ἰατρῶν ποὺ ἐπωνύμως ὡμολόγησαν τὴν πίστη τους περὶ τοῦ ἀντιθέτου, οὔτε μποροῦν νὰ ἐπικαλεσθοῦν κάποιαν μελέτη ἐπιστημονική. Διότι ἡ ἐπιστήμη βασίζεται, γιὰ νὰ ἀποδείξῃ κάτι, στὴν παρατήρηση καὶ τὸ πείραμα. Πείραμα βέβαια εἶναι προφανῶς ἀδιανόητο στὴν περίπτωση αὐτή. Ἡ παρατήρηση ὅμως διαπιστώνει, πέραν πάσης ἀμφιβολίας, ὅτι δὲν σημειώνεται κάποια ἰδιαίτερη θνησιμότητα στοὺς ἱερεῖς μας, οἱ ὁποῖοι συνεχῶς ἀπὸ αἰώνων πολλῶν, ἀκόμη καὶ στοὺς νοσοκομειακοὺς ναούς, κοινωνοῦν καὶ καταλύουν, δηλαδὴ καταναλώνουν, ὅλο τὸ περιεχόμενο τοῦ ἁγίου ποτηρίου μετὰ τὴν μετάληψη τῶν πιστῶν. Ἀπομένει λοιπὸν στοὺς καλοθελητὲς αὐτοὺς μόνον τὸ ὅπλο τῆς ἀνεδαφικῆς εἰρωνείας.

   Δὲν ἦταν ἑπομένως ἡ Θεία Κοινωνία, ἀλλ’ ὁ ἀναπόφευκτος συνωστισμὸς τὶς ἡμέρες αὐτὲς στοὺς ναούς, ἡ αἰτία τοῦ ἀποκλεισμοῦ, καὶ προφανῶς εἶναι ἀνόητο νὰ ἰσχυρισθῇ κανεὶς ὅτι οἱ ναοὶ εἶναι χῶροι ἀποστειρωμένοι, ὅπου δὲν κυκλοφοροῦν ἰοὶ καὶ μικρόβια. Παρὰ ταῦτα θὰ στερηθοῦμε ἀσφαλῶς ὅλοι μας τὴν ζωντανὴ συμμετοχὴ στὶς κατανυκτικὲς ἀκολουθίες, τὴν μυστικὴ δηλαδὴ ἐν ἐκκλησιασμῷ συμμετοχὴ στὸ πάθος καὶ τὸν θρίαμβο τῆς Ἀναστάσεως. Εὐτυχῶς ὅμως ἡ τεχνολογία μᾶς ἀποζημιώνει μερικῶς μὲ τὶς «ζωντανὲς» μεταδόσεις της, ἐπιχειρῶντας νὰ μᾶς ὑποβάλῃ ἐξ ἀποστάσεως τὴν αἴσθηση ἑνὸς πραγματικοῦ ἐκκλησιασμοῦ. Ἐξ ἄλλου δὲν εἶναι ἄγνωστη στὴν Ἐκκλησία ἡ σχέση εἰκόνας καὶ πρωτοτύπου, οὔτε ἔπαυσαν ποτὲ οἱ πιστοὶ νὰ εἰκονίζουν «μυστικῶς» τὰ χερουβίμ, καὶ ἐκτὸς ναῶν καὶ ἑορτῶν ἀδιαλείπτως δοξολογοῦντες. Ὑπάρχουν ὅμως ἐπίσης τὰ κείμενα καὶ τὰ μέσα, γιὰ νὰ δημιουργήσουν στὸ σπίτι τους, ὅσοι τὸ ἐπιθυμοῦν μιὰ κατανυκτικὴ προσευχητικὴ ἀτμόσφαιρα, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐκμεταλλευτοῦν τὴν ἡσυχία τῆς ἀπομονώσεως ὡς εὐκαιρία ἐνδοσκοπήσεως καὶ αὐτογνωσίας. Προσωπικῶς πάντως πιστεύω ὅτι τὴν πλέον οὐσιαστικὴ Ἀνάσταση θὰ ζήσουν ἐφέτος οἱ γιατροί, οἱ νοσηλευτὲς καὶ τὸ λοιπὸ προσωπικὸ τῶν νοσοκομείων τῆς χώρας μας, ἕνα Πάσχα πραγματικῆς, δηλαδὴ ἔργῳ, ἀγάπης καὶ αὐταπαρνήσεως.

  

   Φίλε ἀναγνώστη, οἱ ἀσκητὲς τῆς ἐρήμου, ποὺ ζοῦν μακριὰ ἀπὸ τὴν Μονὴ τῆς μετανοίας τους, ἀσκούμενοι καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, μὲ αὐστηρὴ νηστεία, ἀγρυπνία καὶ προσευχή, ἀφήνουν ὅλοι τὰ κελλιά, τὶς σπηλιὲς καὶ τὶς ἐγκλεῖστρες καί, σύμφωνα μὲ παλαιὰ συνήθεια, προσέρχονται τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα στὸ Μοναστήρι τους καὶ ψάλλουν κατὰ τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων, στὸν κατανυκτικὸ Πλάγιο τοῦ Δευτέρου, τὸ τροπάριο : «Σήμερον ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡμᾶς συνήγαγε, καὶ πάντες αἴροντες τὸν σταυρόν σου λέγομεν· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος, ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὠσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις». Ἂς εὐχηθοῦμε λοιπὸν κι ἐμεῖς ἡ αὐτὴ Χάρις νὰ μᾶς ἀξιώσῃ πολὺ σύντομα  ν’ ἀφήσουμε ἀκινδύνως γιὰ ὅλους καὶ τὶς δικές μας, ἄνετες ὅμως, ἐγκλεῖστρες, νὰ ἐπικοινωνήσουμε διὰ ζώσης μὲ τὰ προσφιλῆ μας πρόσωπα καὶ νὰ ἐπιστρέψουμε χαρούμενοι στὰ ἔργα μας καὶ στὶς ἱερὲς καὶ τὶς λοιπὲς κοινωνικές μας συνάξεις.

 

    Καλὴν Ἀνάσταση!   

  

    

 

Ο Κωνσταντίνος Ι. Δάλκος είναι φιλόλογος,  ἐπιτ. Δ/ντής τοῦ 3ου Λυκ. Αἰγάλεω.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.