Loading...
Πεζογραφία

ΚΩΣΤΑΣ ΠΕΡΔΙΚΗΣ: Η άλλη

Από τότε που τον πρωτογνώρισα μέχρι και σήμερα, πατη­μένα πια τα εξήντα, παραμένει ένας όμορφος και καλοστεκού­μενος άντρας. Ψηλός, στεγνός, με καστανόξανθα μαλλιά, λίγο ασπρι­σμένα και πάντα με μακρύ μουστάκι. Επάγγελμα χτίστης πέ­τρας, πετράς και μαρμαράς μαζί.

Πελεκάει και χτίζει τις μαρμαρόπετρες, που βγάζει από τα γύρω βουνά, πάνω από σαράντα χρόνια, με το ίδιο μεράκι και την ίδια όρεξη. Πιάνει την πέτρα και την κάνει στολίδι. Ύστερα από τόσα χρόνια δουλειάς, έχει φτάσει τώρα να είναι ένας αλη­θινός καλλιτέχνης, ένας γητευτής της πέτρας.

Την τέχνη την έμαθε, παλικαράκι ακόμη, κοντά στους Λα­γκα­διανούς μαστόρους, τους πετροχτιστάδες, που τότε μπου­λούκια κατέβαιναν στα μέρη μας, για να χτίσουν σπίτια και εκ­κλησιές στα χωριά μας. Δεν υπήρχαν, τότε, ντόπιοι χτιστάδες τόσο κα­λοί.

Γυρνώντας από φαντάρος δεν άργησε και μικροπαντρεύ­τηκε, από έρωτα, μια κοντοχωριανή του λυγερή. Δεν πέρασαν ούτε πέντε χρόνια και στο σπιτικό του φύτρωσαν τρία φυντά­νια, για να γίνει από τότε και πολύτεκνος. Σωστός σε όλα του, στη φα­μίλια, στα νιτερέσια της δουλειάς, στην αγορά. Πρώτος ακόμη στο τραγούδι και στον χορό. Ο Θύμιος με τ’ όνομα.

Πιάνοντας τον ματρακά και το βελόνι, έπιανε μαζί και το τρα­γούδι. Το μαστορόπουλο, καλό και σεβαστικό παιδί, που κοντά του μά­θαινε την τέχνη, τον σιγοντάριζε σφυρίζοντας στον ίδιο  σκοπό. Δεν άφηνε πανηγύρι για πανηγύρι. Φόρτωνε τα παιδιά στην καρότσα του μικρού φορτηγού, την κυρά δίπλα του και έτρεχε στα γύρω ξωκκλήσια, όταν γιόρτα­ζαν και είχαν πανηγύ­ρια.

Καμαρώνει τώρα και κορδώνεται, με το δίκιο του, σαν με­τράει και δείχνει μερικά, μόνο, απ’ αυτά που έχει χτίσει. Εκ­κλησιές, αρχοντόσπιτα, αλλά και χαμηλά σπιτάκια, βρύσες, μάντρες, πορτασιές. Ακόμη και τους τάφους, τους πιο ωραίους, που έχει κάνει στο μικρό νεκροταφείο του χωριού.

Είχε στήσει το εργαστήρι του μακριά από τα τελευταία σπί­τια, μέσα στα βουνά, κοντά στον δρόμο που ’βγαζε στο ξωκ­κλήσι του Αι-Νικόλα. Εκεί πελέκαγε τα πιο δύσκολα κομμάτια, όπως παραστάδες, πρέκια, φουρούσια, καμάρες και σταυρούς. Σαν τα ετοίμαζε, τα κουβάλαγε με το φορτηγάκι του και τα ταί­ριαζε εκεί που έπρεπε, στα γιαπιά που ’χτιζε.

Όλα του τα ανάχρεια ήτανε μέσα κει. Κρεμασμένα, πάνω από τον βαρύ πάγκο, κάθε είδους καλέμια, βελόνια, ματρακά­δες, σμίλες, τρυπάνια, ράσπες. Τριγύρω σκόρπια κομμάτια μάρμαρα και πέτρες. Στο βάθος το διαμαντοπρίονο, το πιο βαρύ εργα­λείο, για να σχίζει τις μαρμαρόπετρες.

Ώρες αμέτρητες πέρναγε μέσα κει δουλεύοντας. Οι σφυριές, ανάκατες με το τραγούδι του, φτάνανε μέχρι τον δρόμο. Αργά το μεσημέρι σαν τέλειωνε, δεν ξέχναγε πριν φύγει να δέ­σει με τη μακριά αλυσίδα, μπροστά στην πόρτα, το άγριο λυ­κόσκυλο, που πάντα είχε για φύλακα.

Ο Θύμιος, στα κέφια του, αν βρει καλή παρέα και καλή ρακή, αρχινάει, κουτσοπίνοντας, να λέει ιστορίες, παλιές και νέες.

Τις ξετυλίγει όμορφα, με μετρημένες λέξεις και φράσεις. Εί­ναι θυμόσοφος…Κάποτε ξεμονάχιασε και μένα και έπιασε να μου λέει μια ιστο­ρία,  που για να πω την αλήθεια, μου φάνηκε πα­ράξενη, λίγο σαν παραμύθι. Ύστερα από τόσα χρόνια την θυ­μάμαι καλά, ακόμη.

Ήταν, τότε, στις μεγάλες του δόξες. Δεν προλάβαινε να κλείνει δουλειές. Θα ’ταν κοντά στα σαράντα, με τα παιδιά του αρκετά μεγαλω­μένα. Μια μέρα ένας φίλος του εργολάβος, που άνοιγε έναν δρόμο μακριά από το χωριό, του ξεφορτώνει ένα μεγάλο βράχο στην πίσω αυλή της καλύβας του. «Δεν είναι σαν τους δικούς μας», του λέει. «Τούτος είναι αλλιώτικος, έχει πό­ρους και δουλεύεται πιο εύ­κολα, σε σένα όλο και κάτι θα χρη­σιμέ­ψει».

Ήταν ένας μακρόστενος βράχος κοντά δύο μέτρα, κιτρινω­πός σαν την άμμο, με μικρές τρύπες σαν σφηκοφωλιά. Από κείνη τη στιγμή στο μυαλό του Θύμιου σφηνώθηκε η ιδέα. Κάθε μέρα, μόλις τέλειωνε πρώτα όσα έπρεπε να ετοιμάσει, αντί να φύγει, πήγαινε πίσω στην αυλή και πελέκαγε τον βράχο.

Το μαστορόπουλο όλο και κρυφοκοίταζε περίεργα, μέχρι που μια μέρα τόλμησε να τον ρωτήσει, λίγο ντροπιασμένο. «Γυ­ναίκα φτιάχνεις μάστορα;» «Ναι ρε μπουμπούνα», του απα­ντάει, «τι νόμιζες ότι θα ’φτιαχνα κανέναν μαγκλαρά, δεν φτά­νουμε εμείς οι δύο; Παλεύω να φτιάξω ένα θηλυκό, να το ’χουμε για παρέα σε τούτη δω την ερημιά».

Από τότε και όσο ο καιρός πέρναγε, το μαστορόπουλο έβλεπε θα­μπωμένο τον βράχο, μέρα με τη μέρα, να μοιάζει όλο και πιο πολύ στη γυναίκα, που ο μάστοράς του είχε φανταστεί.

Μπροστά στα μάτια τους ήταν τώρα, ξαπλωμένη στο χώμα, μια κοπέλα με μακριά πόδια, μακριά μαλλιά και στητά στήθια, σαν ζωντανή. Δεν χόρταιναν να τη χαζεύουν.

Η Θύμιαινα, λίγες φορές πέρναγε από το εργαστήρι του άντρα της. Μια απ’ αυτές ήταν σίγουρα εκείνη, σαν γύρναγαν από το πα­νηγύρι του Αι-Νικόλα και έβρισκε τότε την  ευκαιρία να συμ­μαζέψει λίγο τον χαμό που βασίλευε μέσα κει.

Όλες τις άλλες μέρες, πάλευε με τις δουλειές του σπιτιού, με τα παιδιά και με τον μικρό της μπαξέ, δίπλα στην αυλή τους. Τα ’φερε όμως έτσι ο διάολος να περάσει από κει μια μέρα, που ’ψαχνε τον άντρα της.

Βρήκε το μαστορόπουλο να τεμπελιάζει και να λαγοκοιμά­ται ακουμπισμένο στον πάγκο. Χωρίς να το ξυπνήσει, το προ­σπέ­ρασε ρίχνοντας μια ματιά τρι­γύρω κι άνοιξε μετά την πορ­τούλα, που ’βγαζε στην πίσω αυλή. Στην αρχή παραξενεύτηκε μ’ αυτό που είδε ξαπλωμένο εκεί, ψάχνοντας όμως με τη  ματιά της από πάνω μέχρι κάτω, δεν της έμεινε καμιά αμφιβολία. Της ήρθε το αίμα στο κεφάλι, ζεματίστηκε …Ξύπνησε το μαστορό­πουλο και χωρίς να του πει κουβέντα για ό,τι είδε, του ζήτησε να την πάει με το μηχανάκι του στο χωριό.

Το ίδιο βράδυ, ο καλός της μαζεύτηκε σχετικά νωρίς από τον καφενέ. Είχε πιει τις ρακές με την παρέα του, είχαν πει τα κα­λαμπούρια τους και ήταν μες στην καλή χαρά. Όλα του είχαν πάει καλά κείνη τη μέρα, δεν είχε παράπονο. Τα παιδιά είχαν πέσει από νωρίς για ύπνο και θέλησε να μοιρα­στεί τη καλή του διάθεση με την κυρά του.

Χαμογελώντας πονηρά κάτω από το μουστάκι του, άφησε κά­ποιο υπονοούμενο για τα περαιτέρω, όμως εκείνη φανερά θυ­μωμένη, του ’κοψε με τη μια την όρεξη. Παραξενεύτηκε, όχι τόσο για την άρνησή της, όσο για το ύφος  της το ξινισμένο και θέλησε κάποια εξήγηση.

Τ’ άκουσε τότε όλα μαζεμένα, χωρίς ανάσα, από το στόμα της: «Παράτα με ήσυχη, εσύ έχεις την άλλη τώρα, εγώ δεν σου ’φτανα. Βλέπεις εκείνη, που ’φτιαξες, θα μείνει πάντα νέα κι όμορφη, όχι σαν του λόγου μου, που μ’ έφαγαν οι δουλειές και οι έγνοιες». Έτσι τα ’πε και γυρνώντας του την πλάτη έπεσε στο κρε­βάτι.

Ο έρμος Θύμιος νόμιζε ότι, τόσα χρόνια που ήταν μαζί, την ήξερε απ’ έξω και ανακατωτά και τούτο το φέρσιμο του ’ρθε κατακέφαλα, δεν το περίμενε. Πώς να το χωνέψει ότι η γυναίκα του είχε ζηλέψει ένα άγαλμα, μια άλλη από πέτρα…Όλο το βράδυ βρυκολάκιασε, μάτι δεν έκλεισε.

Αχάραγα σηκώνεται και χωρίς να της πει κουβέντα, βάζει μπροστά το φορτηγάκι για το εργαστήρι του. Σ’ όλο τον δρόμο, μια φράση μόνο βγαίνει μέσα απ’ τα σφιγ­μένα δόντια του:

«Δεν θα μου χαλάσεις εσύ το σπίτι».

Με το που τον βλέπει το λυκόσκυλο να ’ρχεται, του κάνει χί­λιες χαρές γρυλίζοντας, αλλά κείνος που όρεξη για τέ­τοια.

Βουτάει τη βαριά από τον πάγκο και κλωτσώντας το πορ­τάκι βγαίνει στην πίσω αυλή. Θολωμένος καθώς είναι, στέκεται για μια στιγμή να πάρει ανάσα και της ρίχνει μια ματιά,  την τελευ­ταία…Η βαριά σηκώνεται και πέφτει με φόρα σμπαρα­λιάζο­ντας πρώτα τα μακριά της πόδια. Μουρμουρίζοντας πάντα τις ίδιες λέξεις: «Δεν θα μου χα­λάσεις εσύ το σπίτι», συνεχίζει με την ίδια βία να σπάζει, προχωρώντας όλο και πιο πάνω, μέ­χρι να κάνει και το κε­φάλι της θρύψαλα.

Τελειώνοντας, λούτσα στον ιδρώτα, παρατάει χάμω τη  βα­ριά και ξαλαφρωμένος πάει προς το σκυλί. Εκείνο συνεχίζει τις χαρές, σαν να κατάλαβε, το καημένο, τα ζόρια που τράβηξε ο κύρης του. Το χαϊδεύει στο κεφάλι στοργικά και κάθεται κοντά του, σε μια πέτρα, για να ξελαχανιάσει.

Την ίδια στιγμή, ο ήλιος μόλις που άρχιζε να ξεμυτίζει, από την απέναντι βουνοκορφή…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.