Loading...
ΘέατροΜε πάθοςΠρωτοσέλιδο

Κωστής Ζ. Καπελώνης: Δεν θέλω να βλέπω θέατρο…

Με πληγώνει, αυτός ο χυλός των παραστάσεων χωρίς ιδεολογία, χωρίς αντικείμενο, χωρίς σκοπό, που εξυπηρετεί εισπρακτικές ή ψυχονευρωτικές αγωνίες.

 Το θέατρο γύρω μας είναι τριών ειδών. Αυτό που θέλει να βγάλει λεφτά, αυτό που προβάλλει διάφορα εγώ (του συγγραφέα, του σκηνοθέτη, του πρωταγωνιστή, της πρωταγωνίστριας ή του ζεύγους των πρωταγωνιστών)και το Άλλο.

Πάντα έτσι ήταν, αλλά υπήρχε ξεκάθαρα αυτό το Άλλο, σε νησίδες που αντιστέκονταν.

Υπάρχουν και τώρα νησίδες αντίστασης, αλλά με την υπερπληθώρα παραστάσεων, ελάχιστοι καταφέρνουν να τις ανακαλύψουν.

 Η έγκυρη κριτική έχει εξαφανιστεί ή κι αυτή κρύβεται σε παρόμοιες νησίδες. Το «είδα μια παράσταση και σας λέω τη γνώμη μου» υποκαθιστά τη σοβαρή κριτική και πολλές φορές  αυτοαποκαλείται «κριτική», ενώ είναι σχολική έκθεση με θέμα «Πώς πέρασα στο Θέατρο».

Από κοντά και η πληρωμένη διαφήμιση ή δυσφήμιση παραστάσεων και καλλιτεχνών, που κρύβεται σε «συνεντεύξεις» ή ειδησεογραφικές αναφορές.

Οι νέοι δεν αντέχουν να περιμένουν την καταξίωση μέσω της δουλειάς τους και προσπαθούν να μπουν στο θέατρο διά της τηλεοράσεως, επειδή οι θεατρικοί παραγωγοί προσλαμβάνουν «ηθοποιούς της τηλεοράσεως».

Όμως, επειδή-από την άλλη- οι δουλειές στην τηλεόραση είναι πολύ λίγες πια, οι νέοι ηθοποιοί, για να βρουν απασχόληση, αποφασίζουν να δημιουργήσουν δικούς τους θιάσους, όπου-άνευ εμπειρίας, σε μια τέχνη που μαθαίνεται μόνο διά της εμπειρίας- σκηνοθετεί ο ένας τον άλλον και όλοι μαζί ψάχνουν χρήματα-στο οικογενειακό ή φιλικό περιβάλλον-  για να πληρώσουν φόρους, πνευματικά δικαιώματα και τον θεατρώνη, ο οποίος θεατρώνης είναι αυτός, που πριν λίγα χρόνια άνοιξε ένα χώρο για να μην τον εκμεταλλεύονται οι θεατρώνες και τώρα αυτός εκμεταλλεύεται τους άλλους μελλοντικούς θεατρώνες, γιατί οι δικές του παραγωγές δεν εισπράττουν αρκετά για να αντιμετωπίσουν τα λειτουργικά έξοδα του χώρου -που δημιούργησε- και να συνεχίσει να διατυμπανίζει το ταλέντο ή το ψώνιο του.

Υπάρχουν εξαιρέσεις…

 Παραδίπλα, παλιοί ηθοποιοί, διαφόρων ειδών…

Άλλοι έχουν ένα όνομα και θέλουν να βγάζουν λεφτά από την εκμετάλλευση του ονόματος, αλλά πότε-πότε να κάνουν και καμιά ποιότητα, για να λογίζονται καλλιτέχνες.

Άλλοι νομίζουν ότι είναι πολυεπίπεδοι καλλιτέχνες και σκηνοθετούν τον εαυτό τους ή προσλαμβάνουν έναν μη σκηνοθέτη για να μπορούν να σκηνοθετούν τον εαυτό τους και τους άλλους ηθοποιούς, που νομίζουν ότι παίζουν μαζί τους. Καμιά φορά ξαναγράφουν το έργο, προσθέτοντας δικά τους, γιατί δεν τους αρέσει το φινάλε ή δεν προβάλλει αρκετά το ιλιγγιώδες ταλέντο τους, που διαπιστώθηκε προ πολλών ετών και ουδέποτε επιβεβαιώθηκε.

Άλλα «γνωστά» ονόματα δεν διακινδυνεύουν να χάσουν την τυφλή υποταγή του πλήθους, που τους ξέρει -και που φοβούνται μην τους αρνηθεί- και καταφεύγουν στην επανάληψη του εαυτού τους -από παράσταση σε παράσταση- ερήμην του ρόλου που παίζουν, ερήμην της όποιας σκηνοθεσίας, ερήμην της κοινωνικής ή της θεατρικής αναγκαιότητας.

Μερικοί αποτολμούν μια έξοδο από την πεπατημένη, αλλά η άρνηση του κοινού τους να τους ακολουθήσει, τους υποχρεώνει να ξαναγυρίσουν στο τέλμα τους.

Άλλοι, έχουν πουλήσει -προ πολλού- ακριβά την ψυχή τους στο διάβολο και μετά θέλουν να περνάνε-μια στο τόσο- από καμιά εκκλησία, σε κανένα θέατρο τέχνης, για να ανάβουν κανένα κερί, μήπως και σώσουν την ψυχή τους. Ματαίως· γιατί η αληθινή Ιστορία τα γράφει όλα-χωρίς διακρίσεις- κι αυτά τα αμαρτήματα δεν συγχωρούνται διά της εξομολογήσεως στα γεράματα.

 Σκηνοθέτες, που αναπαράγουν τις δικές τους σκηνοθεσίες επί άλλων έργων, άλλου περιεχομένου, άλλου σκοπού, σε άλλες σκηνές και υπό άλλες συνθήκες, ή αντιγράφουν την όψη –μόνο την όψη- από σκηνοθεσίες της Εσπερίας και τις εφαρμόζουν πάνω σε άλλα νοήματα και πάνω σε ηθοποιούς ανίκανους να τις εκτελέσουν. 

 Οργανισμοί, που έχουν την οικονομική δυνατότητα να αντισταθούν, δεν έχουν όμως την ιδεολογική διάθεση -ή απλώς αγνοούν το αντικείμενο- και καταφεύγουν στην εισαγωγή και αντιγραφή τέχνης από τα εξωτερικά. Μετά, για να δικαιώσουν τις επιλογές τους, επιχειρούν, με τα λεφτά που διαθέτουν, να αγοράσουν την αναγνώριση της «τέχνης» που υπηρετούν ή -ακόμη χειρότερα-να εξαγοράσουν και να επιβάλουν, διά της δημοσιότητας και των αδρά πληρωμένων διαφημίσεων, τους «καλλιτέχνες» που έχουν περιμαζέψει. Όπως παλαιός έμπορος έργων τέχνης δώριζε σε συλλέκτες μαζί με ένα καλό έργο -που τους πούλαγε- ένα έργο νέου και αγνώστου καλλιτέχνου αμφιβόλου αξίας. Μετά από μερικά χρόνια, τα έργα -αυτού του αμφιβόλου αξίας- βρίσκονταν στα χέρια πολλών ισχυρών συλλεκτών, που είχαν συμφέρον να αποκτήσουν οικονομική αξία αυτά τα αμφιβόλου αξίας έργα και συμφωνούσαν όλοι μαζί να ονομάσουν  τον αμφιβόλου αξίας «σπουδαίο καλλιτέχνη», να του δώσουν κι ένα βραβείο ειδικής εμπνεύσεως κι αυτός κυκλοφορούσε πια στους εικαστικούς κύκλους με ύφος εκατό Πικάσσο. Μερικοί άξιζαν και κατιτίς.

Κανείς δεν μιλάει πια για νέους Έλληνες συγγραφείς, παρά μόνο οι λιβανιζόμενοι μεταξύ τους. Οι θεατρικοί παραγωγοί καταφεύγουν σε παλιά γνωστά ονόματα ή απλώς σε γνωστούς τίτλους, ακόμη και κινηματογραφικών ταινιών, πληρώνουν κοψωχρονιά τους καλλιτέχνες και περιφέρουν το εμπόρευμα στην επαρχία ή εισάγουν στην Αθήνα με πούλμαν το κοινό προς το εμπόρευμα. Οι συμμετέχοντες καλλιτέχνες βεβαίως  υποκύπτουν, άλλοι από  ανάγκη επιβίωσης και άλλοι από την ανάγκη να βλέπουν το όνομα τους ή τη μούρη τους τυπωμένη σε αφίσες, σε δημοσιεύματα εφημερίδων ή στο Instagram. Η Τέχνη έρχεται σε δεύτερη μοίρα ή απουσιάζει εντελώς. Φίλος μού είπε ότι ντρεπόταν, παρακολουθώντας -από φιλική υποχρέωση- ένα τέτοιο θέαμα.

 Δεν θέλω να βλέπω θέατρο…

Δεν θέλω να βλέπω θέατρο, γιατί τελειώνει η παράσταση και αντί να πάμε με την παρέα να φάμε και να συζητήσουμε το νόημα του έργου, ξημερωνόμαστε προσπαθώντας  να καταλάβουμε γιατί γράφτηκε αυτό το έργο, γιατί το ανέβασαν αυτοί οι καλλιτέχνες, γιατί το παίζουν, γιατί το παίζουν έτσι, γιατί παίζουν έτσι, γιατί δεν παίζουν, τι ήθελαν να μας πουν και δεν το καταλάβαμε, γιατί το σκηνικό ήταν έτσι, γιατί είχε βιντεοπροβολές, γιατί φώναζαν τόσο, γιατί μίλαγαν με τη μύτη, γιατί έχανα λέξεις, γιατί έχανα φράσεις, γιατί το έλεγαν έτσι, γιατί δεν καταλάβαινα τι έλεγαν, γιατί δεν καταλάβαιναν τι έλεγαν, γιατί δεν έφυγαν από τις πρόβες, γιατί ανέχτηκαν τον σκηνοθέτη, γιατί ανέχονται τον πρωταγωνιστή, γιατί αυτή η παράσταση υμνείται από την «κριτική», γιατί το θέατρο ήταν γεμάτο, γιατί δε ρώτησα πριν πάω, γιατί κάθισα να το δω ολόκληρο και δεν έφυγα στο διάλειμμα, γιατί, γιατί, γιατί…

 

Θέλω να βλέπω θέατρο…

 Θέλω να βλέπω θέατρο, όταν ανακαλύπτω ένα άγνωστο έργο -που κάτι είχε να πει- και μάλιστα χαίρομαι πιο πολύ όταν δεν ήξερα γι’ αυτόν τον συγγραφέα.

Θέλω να βλέπω θέατρο… και χαίρομαι, όταν  βλέπω νέους σκηνοθέτες να σέβονται το έργο που ανεβάζουν, να έχουν δική τους σκέψη και όχι να μεταφέρουν ή να αναπαράγουν μοντέλα, -παλιομοδίτικα ή τάχα μοντέρνα-, να φαίνεται η αγάπη τους προς τους ηθοποιούς, να φαίνεται ότι τους βοήθησαν, να φαίνεται η προσπάθεια των ηθοποιών να ευχαριστήσουν τον σκηνοθέτη, να φαίνεται η μανία τους να υποστηρίξουν με την ψυχή τους το έργο, την παράσταση και την τέχνη τους, να ξοδεύονται ανελέητα επί σκηνής, να φαίνεται η προσπάθεια, ο μόχθος και ο ιδρώτας της πρόβας, να φαίνεται ο αμοιβαίος σεβασμός στο ταλέντο του άλλου, να νοιώθω την ώρα της παράστασης την ανάσα του σκηνοθέτη στην ατμόσφαιρα, να συμπεραίνω πολύ εύκολα ότι ο σκηνογράφος, ο ενδυματολόγος, ο φωτιστής, ο μουσικός και ο χορογράφος εμπνεύστηκαν τη δουλειά τους στη διαδικασία της πρόβας και όχι από ξεπατικούρες γερμανικών προτύπων του συρμού.

 Θέλω να βλέπω θέατρο, όταν  έχω δίπλα μου ένα κοινό που καταλαβαίνει τι βλέπει, που δεν έχει ανοιχτό το κινητό, που φροντίζει —δια της προσοχής του— την αποτελεσματικότητα της παράστασης, που παίρνει το νόημα του έργου και την ενέργεια της παράστασης στη δουλειά του την άλλη μέρα το πρωί και το συζητά με τους φίλους του, που παίρνει τηλέφωνο τους φίλους, που δεν το είδαν, να πάνε να δούνε την παράσταση, να, να, να…

 Αυτό το Θέατρο θέλω να βλέπω, αυτό το θέατρο θέλω να υπάρχει και έχω την απαίτηση να υποστηρίζεται από το Κοινό, από την Κοινωνία, από την Πολιτεία, από τα Μέσα Ενημέρωσης, από τους Φορείς Πολιτισμού, από θεούς και δαίμονες,  από το Υπουργείο Πολιτισμού.

Δεν περιμένω υποστήριξη αυτού του θεάτρου από ιδιώτες μεγάλους χορηγούς, γιατί αυτό το θέατρο είναι ενάντια στην ύπαρξή τους. Αυτοί το ξέρουν και δεν πρόκειται ποτέ να συναινέσουν –παρά μόνο από λάθος ή υστεροβουλία- στη δημόσια έκθεσή τους.

Θέλω να υπάρχει  το Θέατρο που παλεύει για μια άλλη, ανθρώπινη  κοινωνία.

Μια Κοινωνία της Αγοράς– με την αρχαιοελληνική έννοια- και όχι των «Αγορών». 

Αυτό το Θέατρο δεν είναι εμπόρευμα, είναι Πνεύμα, είναι Ποίηση, είναι Θεός.

Γιατί Δημιουργεί εκ του Μηδενός.

Εναντίον του Μηδενός που κατακλύζει το πολιτιστικό στερέωμα.

 

Τελεία και Παύλα.

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.