Loading...
ViewmasterΠορτραίτα στο λάδιΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδοΤΕΧΝΗ

Κώστας Γιαννόπουλος: Ο Νίκος Εγγονόπουλος, συμμέτοχος του νυκτερινού εγκλήματος – Α’  μέρος: ο ποιητής

Μεσ’ τη μονότονη βροχή
τις λάσπες
την τεφρήν ατμόσφαιρα
τα τραμ περνούνε
και μεσ’ από την έρημη αγορά
(…) πηγαίνουν προς τα τέρματα.

~Νίκος Εγγονόπουλος, ”Τραμ και Ακρόπολις”~

        Όλα, θαρρείς, συνέβησαν τον «καιρό του τραβήγματος της ψηλής σκάλας». Ίσως μάλιστα τίποτα να μη συνέβαινε αν κάποια αλητόπαιδα δεν τράβαγαν εκείνη τη ψηλή σκάλα, σαν αυτή που χρησιμοποιούν οι πυροσβέστες, που τα σκαλιά της είχε ανέβει ο ζωγράφος να ζωγραφίσει το θόλο της εκκλησιάς. Αν, λοιπόν, δεν είχαν τραβήξει εκείνη την ψηλή σκάλα, ο ζωγράφος θα είχε ξεχαστεί εκεί ψηλά και θα συνέχιζε να ζωγραφίζει τον παντοκράτορα. Όταν ανέβαινε σ’ αυτή τη ψηλή σκάλα μέσα στον ιερό χώρο μια εκκλησιάς ξεχνούσε όλα τ’ άλλα, ακόμα και να φάει. Ήτανε αφοσιωμένος απόλυτα σ’ αυτό που έκανε κι ήθελε οι άλλοι να το θαυμάζουν, όχι αυτόν – αυτός ζούσε αποτραβηγμένος – αλλά αυτό που έφτιαχνε. Ωστόσο την τράβηξαν εκείνη τη σκάλα και κείνος ο έρμος έπεσε κάτω φαρδύς πλατύς. Αλλά ω του θαύματος – αν και τα θαύματα συμβαίνουν μόνο στα ποιήματα και όχι στις εκκλησιές – ο ζωγράφος δεν έπαθε τίποτα:

αλητόπαιδες

— αλητόπαιδες που με τον καιρό

(ως είναι φυσικό)

ανδρωθήκανε και γεράσαν

(δεν ενθυμούντανε πια τίποτε)

κι’ επεθάναν

ευπόληπτοι και

«φιλήσυχοι αστοί» —

αλητόπαιδες — ξαναλέω —

για να παίξουνε και να γελάσουν

ετραβήξανε

την σκάλα την ψηλή

κι’ ως γκρεμοτσακιζόντανε

έντρομος

ο Θεόφιλος από τα ύψη

επρόσμεν’ ελεεινός σακάτης

θέλεις κι’ ακόμη

λιώμα

στο χώμα

να βρεθή

αλλ’ — ω του θαύματος ! —

προσεγειώθη

απόλυτα σώος κι’ αβλαβής

(πάντως κάτι σαν νάπαθε το ένα του πόδι:

χώλαινε ελαφρυά μέχρι το τέλος της ζωής)

μα ναι σας λέω

ακέργιος

(…)

μόνο που τα σεμνά φορέματά του

είχαν γενεί χρυσά ωσάν τον Ήλιο

σαν τη Σελήνη — είτανε λεν χλωμός —

σαν τη Σελήνη φωτεινός

— αυτά τα δυο αστέρια

είθισται να συνυπάρχουν

στα εικονίσματα της βυζαντινής ζωγραφικής —

(…)

— πιθανόν μαζί με τον αείποτε σκουντούφλη συμπολίτη του

Γεώργιο ντε Kήρυκο

και με τον Mπεναρόγια *—

ανάμεσα σε τόσους

και τόσους

και τόσους Bολιώτες

που εζήσανε και πριν

και κατά τη διάρκεια

κι ύστερα

από του

τραβήγματος της ψηλής της σκάλας

τον καιρό.

Ποιος ήταν ο Νίκος Εγγονόπουλος

        Ζωγράφος και ποιητής – μ’ αυτή τη σειρά, όπως αυτός το ήθελε – ήταν ο Νίκος Εγγονόπουλος που γεννήθηκε στην Αθήνα το 1907 (;) ή το 1910 – ποιος ξέρει; – και έζησε 75 ή 77 χρόνια ως το 1985. Ήταν δεύτερος γιος του Παναγιώτη και της Εριέττης.

Σεμνύνομαι, και το δικαιούμαι άλλωστε, να ονομάζω τον εαυτό μου, ενίοτε, κωνσταντινουπολίτη. Πράγματι ο πατέρας μου ήτανε από παλιά φαναριώτικη οικογένεια που φέρεται εγκατεστημένη εκεί πριν από τα τέλη του ΙΖ’ αιώνος”.

        Ο πατέρας του ήταν επιχειρηματίας και είχε την προστασία του τραπεζίτη πατριού του. Η μητέρα του Εριέττη ήταν κόρη ανωτέρου υπαλλήλου των Ταχυδρομείων και λογίου Νίκου Ιωαννίδη. 

Το 1914 το καλοκαίρι η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη η οποία ”δεν έχει πλαισιώσει σχεδόν καμμιά έντονη εικόνα της ζωής μου. Θυμούμαι όμως πάντα τους υπέροχους κήπους με τις μαγνόλιες”,

[«Στα μέρη της πόλης φυτρώνει ένα πουλί που οι εντόπιοι το

λεν ‘μαγνόλια’»].

Το 1923 κι ως το 1927 γράφεται εσωτερικός σε Λύκειο στο Παρίσι. Την εποχή αυτή διδάσκεται την κλασική γαλλική ποίηση, ενώ ανακαλύπτει τον Χατζή – Σεχρέτη, έναν τουρκαλβανό αυλικό του Αλή Πασά. Αυτόν θεωρούσε ποιητική του πηγή ο Εγγονόπουλος. «Με πιάνει η ζούρλα κι ο σεβντάς μια γραφή ν’ αρχίσω / μου εσκοτίσθη ο ντουνιάς και αράδα παλαβώνω».

Για ένα χρόνο υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στο πεζικό (1927-28). Και τα επόμενα δύο εργάζεται ως μεταφραστής σε τράπεζα και ως γραφέας στο Πανεπιστήμιο. Παράλληλα σπουδάζει σε νυχτερινό γυμνάσιο του Ψυρρή για να αποκτήσει ελληνικό απολυτήριο, αφού το Παρίσι το εγκατέλειψε νωρίς και δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του εκεί. Δουλεύει αργότερα στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων και το 1932 είναι η μεγάλη χρονιά: Γράφεται στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και μαθητεύει πλάι στον Κωνσταντίνο Παρθένη, ενώ παρακολουθεί μαθήματα στο εργαστήριο του Φώτη Κόντογλου, όπου ένα χρόνο πριν είχε αρχίσει μαθήματα κι ο Γιάννης Τσαρούχης. Και οι δυο τους θα βοήθησουν τον Κόντογλου στις τοιχογραφίες του σπιτιού του.

”Ευτύχησα να σπουδάσω στην εδώ Ανωτάτη Σχολή των Καλών Τεχνών. Επιτρέψατέ μου να σας πω, πως θεωρώ αυτή την πραγματικά Ανωτάτη Σχολή σαν μια απ’ τις πιο θαυμάσιες και τις πιο σημαντικές του κόσμου. Με ευεργέτησε ποικιλοτρόπως, και της χρωστώ βαθύτατη ευγνωμοσύνη”.

Είχε συμμαθητές το Γιάννη Μόραλη, το Διαμαντή Διαμαντόπουλο, το γλύπτη Θόδωρο, τον Κύπριο Τηλέμαχο Κάνθο, ενώ είχε την τύχη να ακούσει μαθήματα ιστορίας τέχνης από τον Ζαχαρία Παπαντωνίου, τον πρώτο διευθυντή της Εθνικής Πινακοθήκης. Παρακολούθησε επιπλέον μαθήματα διακοσμητικής, με τον Δημήτρη Μπισκίνη, γλυπτικής με τον Θωμά Θωμόπουλο, ενώ χαρακτική διδάχτηκε από τον Γιάννη Κεφαλληνό.

”Κοντά στον Παρθένη μελέτησα τη φύση, κοντά του ένοιωσα τη σημασία του χρώματος και της γραμμής, κοντά του έμαθα τα πάντα όσα γνωρίζω στη ζωγραφική. Ο Παρθένης με μύησε στην έννοια των αναζητήσεων του Manet, στα επιτεύγματα του Seraut, στις κατακτήσεις του Cezanne, στη δόξα που ονομάζεται Θεοτοκόπουλος”.

        Θαύμαζε τον γενναιόψυχο Κόντογλου που του είχε διδάξει τη βυζαντινή ζωγραφική. Αυτός όμως έμαθε και τον υπερρεαλισμό και είχε -γιατί αυτό δεν αποκτιέται – το πάθος για τη τέχνη του και την αφοσίωση στην ποίησή του. Με τον υπερρεαλισμό βρήκε τον πραγματικό του δρόμο. Και επειδή χρειαζόταν να βιοποριστεί δούλεψε σε δημόσιες υπηρεσίες, ώσπου ανέβηκε ένα-ένα στα σκαλοπάτια της ψηλής σκάλας που τον οδήγησαν στην θέση του τακτικού καθηγητή της Αρχιτεκτονικής Σχολής του ΕΜΠ.

        Το 1938, όταν ήταν 28 χρονών τυπώνεται η πρώτη του ποιητική συλλογή: «Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν». Τον διέσυραν σχεδόν αμέσως, αντί να τον υποδεχτούν έστω με μια αρνητική κριτική. Τον χλεύαζαν μαζί με τον Ανδρέα Εμπειρίκο, αδελφικό του φίλο, στις επιθεωρήσεις. Αυτός ήταν ο Δισεγγονόπουλος και ο φίλος του ο Μπιρμπιρίκος.

«Περιοδικά, εφημερίδες, (…) παρωδούσαν και αναδημοσίευσαν κοροϊδευτικά, τα ποιήματά μου. Μία δε εφημερίδα, από τις μεγάλες, δεν θυμούμαι τώρα ποιά, αυθαδέστατα, ποδοπατώντας κάθε ιδέα πνευματικής, τέλος πάντων, ιδιοκτησίας, αναδημοσίευσε, σε μια ή δύο συνέχειες ολόκληρο το βιβλίο! συνοδεία πάντοτε, χλευαστικών και κακεντρεχών, όσο και επιπόλαιων σχολίων».

Αυτό το παράπονο το βαστούσε πάντα μέσα του. Στο ποίημά του «Νέα περί του θανάτου του Ισπανού ποιητού Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα στις 19 Αυγούστου του 1936 μέσα στο χαντάκι του Καμίνο ντε λα Φουέντε», λέει:

«η τέχνη και η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε:

η τέχνη και η ποίησις μας βοηθούνε να πεθάνουμε

περιφρόνησις απόλυτη

αρμόζει

σ’ όλους αυτούς τους θορύβους

τις έρευνες

τα σχόλια επί σχολίων

που κάθε τόσο ξεφουρνίζουν

αργόσχολοι και ματαιόδοξοι γραφιάδες

γύρω από  τις μυστηριώδικες κι αισχρές συνθήκες

της εκτελέσεως του κακορίζικου του Λόρκα

υπό των φασιστών

μα επί τέλους! πια ο καθείς γνωρίζει πως

από καιρό τώρα

-και προ παντός στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα-

είθισται

να δολοφονούν τους ποιητάς».

Ο Εγγονόπουλος, γράφει στη σκιά μιας εξαιρετικά δύσκολης περιόδου για την Ελλάδα πολύ αργότερα από το ‘36, επομένως γνωρίζει όσα έχουν μεσολαβήσει στο μεταξύ.

Το μόνο που τον χαροποιεί είναι η δουλειά του, η ζωγραφική και η ποίηση καθώς και η διδασκαλία. Έχει διαβάσει και μεταφράσει Τριστάν Τζαρά, έτσι που θα ‘λεγε κανείς πως ο Εγγονόπουλος είναι ο μοναδικός Έλληνας ντανταϊστής. Αγαπάει τον Λωτρεαμόν, τον Νερβάλ και τον Μπρετόν, τον Ραιημόν Ρουσσέλ, τον Απολινέρ, το Σολωμό, τον Χάιλντερλιν, τον Μπωντλαιρ, τον Καρυωτάκη τον Καβάφη κι ασφαλώς τον Εμπειρίκο, σύντροφο εν όπλοις. με τον οποίο τον δένει αδελφική φιλία κι αυτός τον αποκαλεί ”Βράχε τραχύτατε του Ελμπασάν, και πράσινη απαλή δαντέλλα του Βοσπόρου” στην κατακλείδα μιας διάλεξης που είχε εκφωνήσει προς τιμήν του.

Είναι εραστής των ανθέων, εχθρός της πλήξης και της ανίας, βυζαντινός και σύγχρονος. Πάντα καθισμένος στο υπόγειό του ανάμεσα στη λογική και στη ”παράνοια”, υποστηρίζοντας πάντα πως ο ποιητής είναι ‘αρνητής του θανάτου», «είναι αυτός ο ίδιος του θανάτου η άρνηση» και το μόνο που χρειάζεται είναι η σαρμανίτσα του και η κουδουνίστρα που βάζουνε στα βρεφικά του χέρια, είναι το κυπαρίσσι που θα φυτρώσει πάνω στο τάφο του. Ο Εγγονόπουλος είναι φωτεινός, ρεμπέτης που γράφει για τη ‘Γιαβουκλού» και δυτικοτραφής, αλλά και βαλκάνιος [ «Εδώ είναι Βαλκάνια δεν είναι παίξε γέλασε»] ανατολίτης που υμνεί τις γυναίκες στ’ όνομα μιας Μερόπης ή μιας Ελεονόρας. Τα τσαλίμια της Γιαβουκλούς του παίρνουν τα μυαλά. Είναι Έλληνας και ελληνικός. Στίμερνε τη παράδοση και την έδενε με το μοντέρνο στο χωμάτινο έδαφος όπου δούλευε και κει φύτρωναν άνθη δίπλα στα φθαρμένα υποδήματά του. Δήλωνε περήφανος πως οι δικοί του άγγελοι είχαν φτερά κολλημένα στους ώμους. Όμως οι άγγελοι δεν διακινδύνευαν να πετάξουν όπως ο Ίκαρος, γι’ αυτό και κείνος έλεγε πως οι άγγελοι μιλούν ελληνικά και πηδούσε με μεγάλη ευκολία στην άλλη του τέχνη τη ποίηση και πετούσε πάνω απ’ την Κωνσταντινούπολη και τις πόλεις που είχε επισκεφθεί.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.