Loading...
ViewmasterΠορτραίτα στο λάδιΠρωτοσέλιδοΤΕΧΝΗ

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος:Ο Πάολο Ουτσέλο (=πουλί στα ιταλικά) ο Μαρσέλ Σβομπ και ο μάγος Αντονέν Αρτώ

Ο Αρτώ [1896-1948] προσπαθεί να ξεκλειδώσει το πνεύμα που βρέθηκε βαλσαμωμένο, επιχειρεί να κάνει τη ζωή να σηκώσει κεφάλι, να τανυστεί σαν τόξο και να στοχεύσει ό,τι κι όποιον απειλεί το πουλί, με το πνεύμα του «λιγνό σαν χέρι», καθώς συντελείται η τήξη των πάγων – πολύ πρώιμα είναι η αλήθεια – προσπαθώντας να αφηγηθεί πότε την κλασική ερωτική ιστορία του Αβελάρδου και της Ελοϊζας, πότε την άλλη ιστορία του Παύλου τα Πετεινά και της συζύγου του Σελβάτζα, μυθική, ή όχι. Παίρνοντας τη σκυτάλη από τον έτερο μυθομανή Μαρσέλ Σβομπ [1867-1905], φτιάχνει τη δική του ιστορία πάνω στη σχέση του Ουτσέλο και της Σελβάτζα. Και οι δυο τους είναι υπαρκτά πρόσωπα-δημιουργοί που κουβαλούν, βέβαια, τη μυθολογία τους, αλλά φιλοτεχνούν και τη μυθολογία του μεγάλου προ – αναγεννησιακού φλωρεντινού ζωγράφου Πάολο Ουτσέλο [περ. 1396-1475] που όπως ισχυρίζεται ο Βαζάρι αγαπούσε πολύ τα ζώα, αλλά μη θέλοντας να τα κρατά φυλακισμένα, ζούσε περιστοιχισμένος από πίνακες με πουλιά και άλλα ζώα. Αυτός ήταν ο λόγος που ο Ουτσέλο κέρδισε το παρατσούκλι το οποίο και υιοθέτησε απέναντι στο πραγματικό του όνομα Πάολο ντι Ντόνο. Με το ‘ποιητικό’ αυτό παρωνύμιο κατάφερε να διαπρέψει παρόλο που οι συγκαιρινοί του τον θεωρούσαν εκκεντρικό και δεν του ανέθεσαν πολλές παραγγελίες, μολονότι έζησε πολλά χρόνια δημιουργώντας.

Δεν είναι τυχαίο που ασχολήθηκαν μαζί του δύο επίσης εκκεντρικοί συγγραφείς.

Ο κόσμος της επίφασης κερδίζει σταθερά έδαφος πλημμυρίζοντας το ασυνείδητο, αφού τελικά η ζωή συσκοτίζει τα πράγματα και τα εξομοιώνει αφήνοντας απέξω τις ιδιοφυίες, όπως λέει περίπου ο Αρτώ (αν κι έβαλα κι εγώ το χεράκι μου) μιλώντας για την τέχνη και το θάνατο. Και στη δική του περίπτωση άλλωστε κάτι παρόμοιο συνέβη. Ωστόσο παρότι το πρωτοποριακό έργο του Ουτσέλο, κυρίως πάνω στην προοπτική, ξεχάστηκε μετά το θάνατό του, οι δύο περίεργοι Σβομπ και  Αρτώ τον επανέφεραν στο προσκήνιο και τον αποκατέστησαν, αιώνες αργότερα, με άλλους όρους από αυτούς που ίσχυαν στην εποχή που δημιούργησε ο Ουτσέλο.

Ο Αρτώ σ’ ένα κείμενο με τίτλο: «Ουτσέλο, η τρίχα», αφιερωμένο στην αγαπημένη του, Ελληνογαλίδα ηθοποιό Τζένικα Αθανασίου τον προσφωνεί: «Ουτσέλο, φίλε μου, χίμαιρά μου, ζούσες σ’ αυτό το μύθο της τρίχας. (…) Με το κεφάλι ξαπλωμένο πάνω σ’ αυτό το τραπέζι όπου μπατάρει όλη η ανθρωπότητα, τι βλέπεις έξω απ’ τον τεράστιο ίσκιο μιας τρίχας;» Σα να λέμε το του Ελύτη : «Εξόριστε ποιητή στον αιώνα σου λέγε τι βλέπεις.» Και συνεχίζει ο Αρτώ: «Στραγγαλισμένος ο κόσμος, και μετέωρος, σκοντάφτοντας αέναα στις πεδιάδες αυτού του επίπεδου τραπεζιού όπου ακουμπάς το βαρύ σου κεφάλι. Κι όταν περιεργάζεσαι τα πρόσωπα, τι άλλο βλέπεις δίπλα σου έξω από μια κυκλοφορία κλώνους, ένα καφασωτό φλέβες, το μικροσκοπικό χνάρι μιας τρίχας, το τερέτισμα μιας θάλασσας μαλλιά; Όλα περιστρέφονται, όλα πάλλονται – και τι αξίζει το μάτι με βγαλμένα τα ματόκλαδα!  Πλύνε, πλύνε τα ματόκλαδα, Ουτσέλο, πλύνε τις γραμμές, πλύνε το τρεμουλιαστό χνάρι από τις τρίχες και τις ρυτίδες σ’ αυτά τα κρεμασμένα πρόσωπα των νεκρών που σε κοιτούν ωσάν αυγά, και, στην τερατώδη παλάμη σου, τη σεληνιακή, σαν να τη φωτίζει χολή, να, να πάλι το ένδοξο χνάρι από τις τρίχες που αναδύονται με τις λεπτές τους τις γραμμές, όπως τα όνειρα στον εγκέφαλό σου – εγκέφαλο πνιγμένου. Πόσα μυστικά και πόσες επιφάνειες από τη μια τρίχα στην άλλη! (…) Όταν ζωγράφιζες τους δυο φίλους σου και τον εαυτό σου (…) είδα το φως μιας γλώσσας στο φωσφορικό ίσκιο των δοντιών. Με τη γλώσσα δίνεις ζωντάνια στους άψυχους πίνακες. (…) Αλλά ευλογώ ακόμα, Ουτσέλο αγοράκι,  πετεινάρι, φωσάκι σπαραγμένο, ευλογώ την τόσο καλλιεργημένη σου σιωπή». Και καταλήγει με την επίκληση: «Εσύ, Ουτσέλο, μαθαίνεις  να είσαι απλώς μια γραμμή και το ανώτερο επίπεδο ενός μυστικού.»

Ο Ουτσέλο αναφέρεται για πρώτη φορά στο εργαστήρι του Γκιμπέρτι, αλλά δεν ξέρουμε αν εργάστηκε σαν γλύπτης εκεί. Το 1425 πάντως, στη Βενετία ασχολήθηκε με μωσαϊκά, αλλά δεν ταυτοποιήθηκαν  ποτέ έργα του. Γυρίζοντας στη Φλωρεντία το 1432 ζωγράφισε, τέσσερα χρόνια αργότερα, το πρώτο διασωσμένο  έργο του, μια τεραστίων διαστάσεων νωπογραφία που ήταν βασισμένο στην μεγάλη του αγάπη την προοπτική. Δύο άλλα μεγάλης κλίμακας πάντα έργα του αντλούν τα θέματά τους από την Παλαιά Διαθήκη.

Σε τρία πανώ [περ. 1455] αποτύπωσε με ιδιαίτερη μαεστρία τη «Μάχη του Σαν Ρομάνο» μιας επουσιώδους σημασίας νίκης των Φλωρεντινών  εναντίον των Σιενέζων, το 1432. Τα τρία αυτά αριστουργηματικά πανώ είχαν ζωγραφιστεί για τη βίλλα των Μεδίκων, αλλά τώρα βρίσκονται διασκορπισμένα στο Λονδίνο, στην Εθνική Πινακοθήκη του, στο Λούβρο, το Ουφίτσι και τη Φλωρεντία μαζί με άλλα έργα του.

Ο Μαρσέλ Σβομπ δεν πιστεύει στην πρωτοτυπία της δημιουργίας. Έχει συνείδηση του ότι τα κείμενά του έχουν να κάνουν με τα κείμενα άλλων. Τον ενδιαφέρει ο αρχαίος κόσμος και μάλιστα τη στιγμή που ακριβώς άρχιζε να παρακμάζει, όταν σκοτείνιαζε το φως του. Η αλλόκοτη ομορφιά του τον έχει παγιδεύσει. Όπως ο Ουτσέλο κοιμάται με την προοπτική αντί με τη σύζυγό του, έτσι κι αυτός κοιμάται με τον Πάνα, ο οποίος όταν πέθανε έβαλε τη λέξη τέλος στον αρχαίο κόσμο, την αίγλη και τη σημασία του. Η λέξη ‘παρακμή’ που γοήτευε τον Πωλ Βερλαίν ήταν, θαρρείς, και γι’ αυτόν φτιαγμένη από πορφύρα και χρυσάφι. Ο Σβομπ φανταζόταν πως κάτω από την επίσημη λογοτεχνία στην οποία είχε μεγάλη εποπτεία υπήρχε μία άλλη όπως και κάτω από την επίσημη ιστορία άλλες ιστορίες γεννιόντουσαν με τρόπους διαφορετικούς βέβαια εξίσου συναρπαστικές όπως και ανησυχητικές,  ανάλογες με τις επίσημες ιστορίες. Στους ”Φανταστικούς Βίους” του (1896)[ μεταφρασμένους από τον Έκτορα Κακναβάτο]  ανάμεσα σε άλλους, σχετικά άσημους δημιουργούς, συμπεριλαμβάνει και ένα κείμενο για τον Πάολο Ουτσέλο:

«Η Σελβάτζα καθόταν ανακούρκουδα όλη τη μέρα μπροστά στον τοίχο που πάνω του ο Ουτσέλο χάραζε τις συμπαντικές φόρμες. Ποτέ δεν κατάλαβε αυτή για ποιο λόγο προτιμούσε να θεωρεί ευθείες και κυρτές γραμμές από το να προσέχει την τρυφερή φιγούρα που ορθώνονταν μπροστά του. Το βράδυ, όταν ο Μπρουνελέσκι ή ο Μανέττι ερχόντουσαν να κουβεντιάσουν με τον Ουτσέλο, αυτή αποκοιμιόταν μετά τα μεσάνυχτα στα πόδια διασταυρούμενων ευθειών μέσα στον σκιερό κύκλο που εκτεινόταν κάτω από τη λάμπα. Το πρωί, σηκωνόταν πριν από τον Ουτσέλο, και ευχαριστιόταν διότι την περιτριγύριζαν ζωγραφισμένα πουλιά και χρωματιστά ζώα. Ο Ουτσέλο είχε σχεδιάσει τα χείλη της και τα μάτια της και τα μαλλιά της και τα χέρια της και είχε φιξάρει όλες τις στάσεις του κορμιού της – αλλά δεν είχε κάνει το πορτραίτο της, όπως έκαναν όλοι οι άλλοι ζωγράφοι που αγαπούσαν μια γυναίκα. Διότι ο Ουτσέλο δεν γνώριζε την ηδονή να περιοριστεί στο ένα άτομο, δεν εντρυφούσε σε μια μόνο περιοχή, ήθελε να περιπλανιέται μέσα στην τρέλα του (…) Και οι φόρμες των στάσεων της Σελβάτζα ρίχτηκαν στο καμίνι των καλουπιών με όλες τις κινήσεις των ζώων και τις γραμμές των φυτών και των λίθων και των φωτεινών ακτίνων και των κυματισμών των γήινων ατμών και των κυμάτων της θάλασσας. (…) Ωστόσο δεν υπήρχε τίποτα για φαγητό στο σπίτι του Ουτσέλο. Η Σελβάτζα δεν κοτούσε να το πει στον Ντοναλτέλο ούτε στους άλλους. Αρρώστησε και πέθανε. Ο Ουτσέλο παράστησε το κοκκάλωμα του κορμιού της και την ένωση των μικρούλικων ισχνών χεριών της και τη γραμμή των φτωχών κλειστών ματιών της. Δεν κατάλαβε πως αυτή ήταν νεκρή όπως δεν είχε καταλάβει αν αυτή ήταν ζωντανή. Ωστόσο έριξε τις καινούργιες αυτές φλόγες σε όλες εκείνες που είχε συναθροίσει.

Το Πουλί γέρασε και κανένας δεν κατάλαβε διόλου τους πίνακές του. Δεν βλέπανε παρά ένα κομφούζιο από καμπύλες. Δεν αναγνώριζαν διόλου ούτε τη γη, ούτε τα φυτά, ούτε τα ζώα, ούτε τους ανθρώπους. Εδώ και πολλά χρόνια εργαζόταν στο κορυφαίο έργο του που έκρυβε από όλα τα μάτια. Αυτό έπρεπε να αγκαλιάσει όλες του τις έρευνες (…) Ήταν ο άπιστος άγιος Θωμάς, αγγίζοντας την πληγή του Χριστού. Ο Ουτσέλο τελείωσε τον πίνακά του στα ογδόντα του. Κάλεσε τον Ντοναλτέλο και του τον ξεσκέπασε ευλαβικά. Και ο Ντοναλτέλο κραύγασε:

”Ω Πάολο, σκέπασε τον πίνακά σου!” … Το Πουλί ρώτησε τον μεγάλο γλύπτη: αλλά αυτός δεν θέλησε να πει τίποτε άλλο. Με αυτό ο Ουτσέλο ένιωσε πως είχε πετύχει το θαύμα. Αλλά ο Ντοναλτέλο δεν είχε δει παρά ένα κυκεώνα από γραμμές».

Πολύ περίεργος άνθρωπος, μα την αλήθεια, αλλά πολύ αφοσιωμένος στη ζωγραφική του και τις έρευνές του γύρω απ’ αυτήν αντί να κοιτάξει και λίγο τις ανάγκες της γυναίκας του, που την έβλεπε μάλλον σαν αντικείμενο και όχι σαν την αγαπημένη του. ”Τι γλυκιά ερωμένη είναι αυτή η προοπτική!” μονολογούσε όταν εκείνη τον καλούσε στο κρεβάτι τους.

Ο Ουτσέλο είχε διακοσμήσει ένα ρολόι στο οποίο αντί για αριθμούς είχε σχεδιάσει μορφές. Είχε σχεδιάσει ακόμη τα βιτρώ στον Καθεδρικό Ναό της Φλωρεντίας. Ο Βαζάρι ισχυρίζεται πως ”κατέληξε να κάνει ζωή ερημίτη” και τον περιγράφει ως ”φτωχό, χωρίς μέσα επιβίωσης και ανίκανο να εργαστεί”. Το έργο του Ουτσέλο διεπόταν από δύο αντίθετα υφολογικά ρεύματα, την διακοσμητική παράδοση του γοτθικού ύφους και την επιστημονική ανάμειξη της προοπτικής των αρχών της Αναγέννησης. Το όνομά του είναι συνδεδεμένο και θα παραμείνει έτσι με την προοπτική όπως πίστευε και ο Ράσκιν. Η διακοσμητική ομορφιά των πινάκων του φαίνεται ξεκάθαρα στο ”Κυνήγι στο Δάσος” όπου κατόρθωσε να δημιουργήσει μια παραμυθένια ατμόσφαιρα χάρη στο γρήγορο τρόπο με τον οποίο κινούνται μέσα στο χώρο του πίνακα τα άλογα και τα σκυλιά δίνοντας μια αίσθηση ζωντάνιας αλλά και ορμητικής ενέργειας. Το εντελώς αντίθετο δηλαδή από τον τρόπο που δούλευε ο Ουτσέλο, ο οποίος ήταν εξαιρετικά αργός, λεπτομερειακός και ακριβής, έτσι που κάνει τον Βαζάρι να λέει πως: ”έχανε τον χρόνο του”.

Αυτός ”είναι ο Πάολο Ουτσέλο και μαζί ο μύθος του: και γίνεται ο ΠΑΥΛΟΣ ΤΑ ΠΕΤΕΙΝΑ. (…) Άραγε τη Σελβάτζα την έκανε όπως μας τη ΔΕΙΧΝΟΥΝ, ή μήπως του επιβλήθηκε εκείνη; αλλά εδώ οι ιδέες μου μπερδεύονται. Εγώ κάθομαι στο παράθυρο και καπνίζω”, λέει ο Αντονέν Αρτώ. ”Τώρα εγώ είμαι ο Παύλος τα Πετεινά. Η νύχτα είναι όμορφη, ο ουρανός συμπαγής, σε κάθε ανασασμό οι δρόμοι παρελαύνουν με πλατιά σπίτια από λέξεις. Κόρνες ηχούν. Φορέματα κροταλίζουν στον ουρανό. Κάθε γυναίκα απορροφάται μέσα μου. Είμαι ολόλαμπρος. Όλος ο κόσμος μου ανήκει. Ή μάλλον όχι ο κόσμος, αλλά εκείνο το απειροελάχιστο σημείο στο πνεύμα”.

Και τώρα ας χαθούν, ας τις πάρει ο άνεμος τις λέξεις, αλλά ας μη χαθεί η ποίηση και οι εικόνες του Παύλου τα Πετεινά γιατί εγώ ”Είμαι από αίμα, βεβαιότατα και είμαι από αίμα. Αλλά αυτή τη στιγμή δε βλέπω τον εαυτό μου, δεν σκέφτομαι πως είμαι ζωντανός: Είμαι όπως με έφτιαξαν και αυτό είναι όλο”.

Ο καθένας μπορεί να είναι ο Πάολο Ουτσέλο αν μπορεί να καταλάβει τα συνονθυλεύματά του, τα πολύπλοκα συμπλέγματα και την  προοπτική του, γιατί αυτή θα προεκτείνεται ολοένα στο χρόνο και στη ζωγραφική, την τέχνη του.  

 

Βοηθήματα:
1)Αντονέν Αρτώ, Η τέχνη και ο Θάνατος, μτφρ. Σερεφείμ Βελέντζας, Εκδοτική Εταιρία, Μαύρος Ήλιος 1991.
2)Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, Λεξικό Τέχνης και Καλλιτεχνών, Τομ. Β’, μτφρ. Κατερίνα Φρουζάκη, Εκδόσεις Νεφέλη, 1998.
3)Χέρμπερτ Ρηντ, κ.α. Λεξικό Εικαστικών Τεχνών, μτφρ. Ανδρέας Παππάς, Εκδόσεις Υποδομή, 1986.
4)περ. Διαβάζω, αφιέρωμα στην Λογοτεχνία και Ζωγραφική, τ.χ. 321, 27/10/1993. 
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.