Loading...
ViewmasterΠορτραίτα στο λάδιΤΕΧΝΗ

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: ΑΝΡΙ ΜΙΣΩ – ΡΕΝΕ ΜΑΓΚΡΙΤ, ΜΙΑ ΠΑΡΑΔΟΞΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ  

Δύο άντρες συνομιλούν. Πρόκειται για μια συνάντηση, μια συνομιλία στην οποία αναφέρεται ο Ανρί Μισώ: Ονειροπολώντας με αφορμή αινιγματικές ζωγραφιές του Ρενέ Μαγκρίτ. Ωστόσο αυτοί οι δύο άντρες μάλλον δεν συναντήθηκαν και πάντως δεν συνομίλησαν. Αντίθετα, ο καθένας τους επέλεξε έναν διαφορετικό μονόλογο:

Ο ζωγράφος έφτιαξε παράδοξους πίνακες, ενώ ο ποιητής – παρεμπιπτόντως και ζωγράφος – ονειροπόλησε αμήχανα πάνω σ’ αυτούς τους παράδοξους πίνακες του Μαγκρίτ, που όπως ομολογεί του αντιστάθηκαν, όπως κάθε έργο τέχνης αντιστέκεται σε μια πρώτη ανάγνωση. Η διείσδυση του βλέμματος σ’ ένα πίνακα του Μαγκρίτ είναι πολλές φορές μια χαώδης διαδικασία. Όπως ο ίδιος ο ποιητής, ο Ανρί Μισώ ομολογεί υπάρχουν πολλοί δρόμοι για να ανακαλύψεις ένα έργο, αυτός όμως ανακάλυψε μόνο λίγους απ’ αυτούς. Ο ποιητής προσπαθεί να εισχωρήσει στο άγνωστο, να μπει στη γραφή κάποιου ξένου ανθρώπου, παύοντας την κριτική όσο και την επιδοκιμασία, έτσι που να εγκαταλείπεται σε μια ζωή απροσδόκητη και σε μια τέχνη ακόμη πιο απροσδόκητη.

Πίνακας πλήρης, που όμως σε αδειάζει, απαρνιέται κι ωστόσο παρατείνει, προδότης που ό,τι προσφέρει το ξεκάνει, καθώς έχει κιόλας φέρει μέσα με πονηριά αυτές ακριβώς τις παρουσίες του αέρα (που αναγκαστικά σε αποκλείουν, σε καθιστούν απόντα), συμπληρώνει ο Μισώ.

        Όντως οι δύο άντρες, σχεδόν συνομήλικοι, γεννήθηκαν στο Βέλγιο, αλλά ενώ ομονοούν όσον αφορά στο ότι η τέχνη, ποίηση ή ζωγραφική, αδιάφορο, δεν παράγεται από »καλλιτέχνες», αλλά από ανθρώπους που σκέφτονται και διαλογίζονται προσπαθώντας να ξεπεράσουν τα στερεότυπα και τον συνήθη εαυτό τους, διαφέρουν κιόλας ως προς το γεγονός ότι ο Μαγκρίτ δεν μετακινήθηκε ποτέ, ούτε καν στην διάρκεια του Πολέμου, από τις Βρυξέλλες.

  Αντίθετα ο Μισώ, ταξίδεψε παντού και έγραψε για τα ταξίδια του. Ο Μισώ (1899-1984) ήταν μυστικοπαθής, κλειστός κι αδιαπέραστος, έπασχε από νευρική ανορεξία, ήταν αναιμικός, απόμακρος και αδιάφορος. Δεν άφηνε τα μάτια του σε κοινή θέα παρά τα φυλάκιζε πίσω από μαύρα γυαλιά για να είναι το βλέμμα του αδιαπέραστο στο βλέμμα των άλλων. Αυτών που και ο Μαγκρίτ αντιπαθούσε γιατί είχαν την ψεύτικη λάμψη ενός καλλιεργημένου βλάκα.

        Ο Μαγκρίτ ισχυριζόταν πως δεν υπάρχουν ηλίθιοι παρά μόνο ηλιθιότητες. Ηλιθιότητα είναι το να πιστεύεις ότι καταλαβαίνεις αυτό που δεν καταλαβαίνεις και εκδηλώνεται μεταξύ άλλων – μ’ όλες αυτές τις ατέλειωτες φλυαρίες, που δεν θα μπορούσαν να είναι πιο σχολαστικές και βαρετές, πάνω στη ζωγραφική.

   Ο Μαγκρίτ είχε σημαδευτεί από την  αυτοκτονία της μητέρας του όταν ήταν 12 ετών. Αυτό το τραύμα εισχώρησε και εγκαταστάθηκε στο βάθος της ύπαρξής του και της καλλιτεχνικής του υπόστασης. Παρ’ όλ’ αυτά υπήρξε πιο κοινωνικός μεγαλώνοντας από τον κάπως απομονωμένο Μισώ, που προτιμούσε να κάνει στενή παρέα με τον απαισιόδοξο Εμίλ Σιοράν.  Δοκίμασε μεσκαλίνη και φιλοτέχνησε σχέδια υπό την επίδρασή της.

  Ο Μαγκρίτ όμως παρηγορήθηκε από τον νεανικό του έρωτα, την Ζορζέτ που τον συντρόφευσε σ’ όλη του τη ζωή και προτιμούσε να βιώνει την καθημερινότητα ενός απλού ανθρώπου.

Δυο σύννεφα μπήκαν στην κάμαρα, κλωθογυρίζουν, μα όχι επίμονα, γύρω στα έπιπλα, σύννεφα πάντοτε, για το επέκεινα πάντοτε, την απουσία, ανάμεσα στην πόρτα και στο παράθυρο, αφηρημένα, καθόλου εξημερωμένα, μικρά, (…) αλλά όχι γι’ αυτό λιγότερο σύννεφα, πάντα στον δικό τους χώρο, στον δικό τους κόσμο, αποφεύγοντας επιτήδεια τις συναναστροφές όπως το μάτι του γατόπαρδου, που, ό, τι και αν κάνεις, δεν μπορείς να πιάσεις το βλέμμα του, γιατί κοιτάζει πάντα μακριά, περιμένοντας μόνο από μακριά κάτι να συμβεί.  

        Θα σκεφτόταν κανείς πως εδώ μιλά για τον εαυτό του ο ποιητής, αλλά όταν μιλάς για τον εαυτό σου, με τέτοια διεισδυτικότητα, μιλάς και για τον όμοιό σου, στην προκειμένη περίπτωση τον Μαγκρίτ, που βρίσκεται αποτραβηγμένος στην κάμαρά του, στο έλεος των συναισθημάτων, της αγωνίας, της ανίσχυρης οργής, θα προτιμούσε μέσα στο ίδιο ακριβώς δωμάτιο όπου ζει, αποκαμωμένος και στριμωγμένος, να υποδεχθεί με ενθουσιασμό κάποια συμμετοχή των στοιχείων στην ταραχή του, μπροστά στην ίδια ακριβώς πόρτα που απ’ όλα τον χωρίζει, τον περιορίζει και αποτελεί την έκφραση της φυλακής του.

    Και εδώ η απεύθυνση είναι για τον ζωγράφο που το δωμάτιο στο οποίο βρίσκεται δεν έχει παράθυρα, αλλά πίνακες που παριστάνουν παράθυρα, και μάλιστα πολλούς

Παράθυρα στο φως λοιπόν οι πίνακες.

        Και αυτοί οι δύο φυλακισμένοι αλλιώτικα μαζί με τους πίνακές τους και τις λέξεις τους. Και όταν ο ποιητής μιλάει για μια βροχή που δεν εικονίζεται, αυτή παρόλ’ αυτά πέφτει ατελείωτα και μπορεί, λέω, να σε κάνει μούσκεμα κλείνοντάς σε μέσα στην αμηχανία. Μια αμηχανία αδηφάγα, που στο τέλος της παραμονεύει το ανέκφραστο.

   Ο Ρενέ Μαγκρίτ (1898 – 1967) υπήρξε μια από τις ηγετικές μορφές του σουρεαλισμού, αφού πέρασε πρώτα από τον φουτουρισμό και τον κυβισμό. Επηρεάστηκε από την μεταφυσική ζωγραφική του Ντε Κίρικο και μετά απελευθερώθηκε έτσι ώστε να θεωρείται πλέον ένας σημαντικός αυτόνομος ζωγράφος που με το έργο του »Ο απειλούμενος δολοφόνος», παρουσιάζει τις απότομες και ενοχλητικές αλλαγές του παράδοξου, του ερωτικού, του συνηθισμένου. Όλα αυτά χαρακτηρίζουν το έργο του μέχρι τέλους. Υπήρξε ένας από τους πιο παραγωγικούς και τολμηρούς σουρεαλιστές παραμένοντας στους κόλπους του κινήματος αντίθετα με άλλους. Το έργο του έχει έναν αβίαστο αυθορμητισμό και διαθέτει σπάνιο χιούμορ και μια υποδόρια ειρωνεία. Κοιτάζοντας τους πίνακες του Μαγκρίτ – λέει ο Τζ. Τ. Σόμπι – όλα μοιάζουν κανονικά και μετά ξαφνικά ο βιασμός της κοινής λογικής συμβαίνει συνήθως στο άπλετο φως της μέρας. Τι άλλο θα μπορούσε να επιδιώξει κανείς παρά το βιασμό αυτής της κοινής λογικής, του φιλισταϊσμού και της υποκρισίας που σε κάθε εποχή προεξάρχει πνίγοντας πολλές από τις αδύναμες και άτολμες προσπάθειες κάποιων καλλιτεχνών που θα μπορούσαν αλλιώς να ξεχωρίσουν.

  Το μεσημέρι φωτίζεται από το σεληνόφως και οι ατμομηχανές επιστρέφουν από τη θάλασσα, ισχυρίζεται  ο Μαγκρίτ.

        Νά ένας ερχομός απροσδόκητος και παράδοξος σαν τις ονειροφαντασιές του Μισώ που έψαχνε να μάθει πού θα τον οδηγούσαν αυτοί οι πίνακες, ποιες επιθυμίες θα ξυπνούσαν μέσα του, τι απαντήσεις θα έδινε στις σφίγγες που θα ‘πρεπε να προσπεράσει και με ποιες απ’ αυτές θα ‘πρεπε να αρνηθεί να συναντηθεί.

        Το βιβλίο του Α. Μισώ Ονειροπολώντας με αφορμή αινιγματικές ζωγραφιές, του Ρενέ Μαγκρίτ, των εκδόσεων Άγρα σε μετάφραση Μπίλη Βέμη, αντίθετα με το πρωτότυπο,  περιέχει στο τέλος αρκετούς πίνακες του Μαγκρίτ, στους οποίους θα μπορούσε να αναφέρεται ο Α. Μισώ.

        Ωστόσο αυτό έγκειται μάλλον στην πρωτοβουλία και στην φαντασία του αναγνώστη γιατί σε κανένα κείμενό του ο Α. Μισώ δε μιλάει με σαφήνεια για πολύ συγκεκριμένους πίνακες.

  Ένα ποιητικό και φιλοσοφικό συναξάρι είναι αυτά τα άνισα σε μέγεθος – όχι σε αξία – κείμενα του βιβλίου, όπου μπορεί να δει κανείς τα αντικείμενα απόλυτα απογυμνωμένα, αντικείμενα μετά την απόσταξη, αντικείμενα για το αλφαβητάρι.  

  Στους πίνακες του Μαγκρίτ βρέχει αντικείμενα, ανθρώπους και συνδυασμούς χρωμάτων.

Σ’ έναν μάλιστα απ’ αυτούς βρέχει εντελώς ομοιόμορφα ανθρωπάκια που δεν κρατούν ομπρέλα, αλλά πάντως είναι έτοιμα για έξοδο. Πίσω τους βρίσκονται ακίνητα κτίρια με πολλά παράθυρα που ωστόσο είναι βουβά κι έτσι δίνουν την εντύπωση ότι τα ανθρωπάκια πέφτουν απ’ τον ουρανό.

 Τα παράθυρα αυτά αποκτούν φωνή στα ονειροπόλα και αμήχανα κείμενα του Ανρί Μισώ.

Έτσι αυτή η συμπληρωματική σχέση του ποιητή και του ζωγράφου βρίσκει ένα δρόμο αόρατο στους άλλους για να τον περπατήσει.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.