Loading...
ViewmasterΠορτραίτα στο λάδιΤΕΧΝΗ

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Γιάννης Τσαρούχης- Νίκος Καρούζος, λαϊκοί και λόγιοι

               

«Ως στρουθίον μονάζον επί δώματος»

Ψαλμός ΡΑ’101

 

                 ”Έμαθα πολλά από πολλούς, όμως θα ήμουν ένα τίποτα,

αν δεν είχα δει μικρό παιδί το εξαίσιο φως του Πειραιώς”

Γιάννης Τσαρούχης

 

”Μ’ αρέσουν πολύ τα μυκηναϊκά ερείπια, γιατί είναι τυφλά ερείπια. Σε μια φιλοσοφία των ερειπίων θα άξιζε να γραφτεί πως τα καλώς, ας πούμε, σωζόμενα ερείπια, δεν προσφέρουν το βίωμα του απείρου, όσο τέτοιου είδους τυφλά ερείπια. Ο χρόνος εδώ πάει περίπατο”, λέει ο ποιητής Νίκος Καρούζος. Αλλά υπάρχουν και τα Κυκλικά Ερείπια, εκείνου του τυφλού ποιητή, του Χόρχε Λουίς Μπόρχες που ”ονειρεύτηκε έναν ολόκληρο άνθρωπο, ένα παλληκάρι, που όμως δεν σηκωνόταν, δεν μιλούσε, ούτε μπορούσε ν’ ανοίξει τα μάτια του. Νύχτα τη νύχτα τον ονειρευόταν κοιμισμένο”. (μτφρ. Δημήτρης Καλοκύρης).

Ο ίδιος είναι που αναρωτιέται ποιος γράφει αυτή τη σελίδα γιατί μιλάει αυτός και ο άλλος του εαυτός, [ή όπως το ‘πε εκείνος ο επαρχιώτης,‘’εγώ είναι ένας άλλος’’] ο Ρεμπώ που βρέθηκε ξαφνικά απ’ το χωριό του στο Παρίσι, αλλά είχε μεγάλη ιδέα για τη φαντασία του”είμαι μαγγιόρος στις φαντασμαγορίες”. Ζόρικος ο μικρός. Είπε και απήλθε πριν τον καταπιεί η ποίηση, ο Αρθούρος Ρεμπώ. Αυτός ζωγράφιζε τα σύμφωνα και τα φωνήεντα. Τα χρωμάτιζε για την ακρίβεια. Το ύψιλον και το ρο του έρωτα κατά τον Ελύτη, ο οποίος ανάμεσα στη θάλασσα τα κορίτσια τα κυπαρίσσια και το θάνατο σ΄εκείνο το Ημερολόγιο ενός Αθέατου Απριλίου πολύ υπολήπτεται τον Γιάννη Τσαρούχη. Και ποιος δεν τον υπολήπτεται αυτόν; Εκτός απ’ τον ίδιο που λέει ”Έχω βαθιές αμφιβολίες αν μπορώ να ονομάζομαι ζωγράφος. (…) Βγήκα στην πιάτσα, αυτό είναι όλο. Έπρεπε να δηλώσω ένα επάγγελμα, από δειλία”.

Παρόλα αυτά ταξιδεύοντας από Πειραιώς εις Παρισίους και Αθήναις στη συνέχεια κατοίκησε μόνιμα, για πολλά φεγγάρια, στο Μαρούσι, κάποτε εξοχή, τώρα σταθμό του μετρό.

”Το παγωμένο πτώμα εχθές το βράδυ άρχισε να κουτουλάει εκεί που το έχουν κρύψει”. Δεν το έγραψε ο Νίκος Εγγονόπουλος, αλλά ο Γιάννης Τσαρούχης το 1934, γεννημένος στον Πειραιά στις 13 Ιανουαρίου του 1910. Ο πατέρας του ήταν ευκατάστατος έμπορος καταγόμενος εξ Αρκαδίας και η Μαρία, η μητέρα του, το γένος Μοναρχίδη, απόγονος της ψαριανής Μαρίας Μοναρχίδη, Κυρίας επί των Τιμών στην αυλή του Όθωνος. Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών απ’ το 1928 ως το 1934 με δασκάλους του τους: Μπισκίνη, Βικάτο, Ιακωβίδη, Θωμόπουλο. Παρθένη. Αλλ’ αποφάσισε να ακολουθήσει άλλους δασκάλους τον Κόντογλου, αλλά με αυτόν διαφώνησε αφού επηρεάστηκε βαθιά, και έφυγε για το Παρίσι όπου ανακάλυψε τον Δημήτρη Γαλάνη. Ύστερα ανακάλυψε την λαϊκή Τέχνη, την τέχνη της κεραμικής, τα ζωηρά χρώματα των κεντημάτων, τις ρεκλάμες του Καραγκιόζη, τη γοητεία της σκιοφωτισμένης φόρμας για να οδηγηθεί εντέλει στην Αναγέννηση. Είναι η εποχή απ’ το ’30 ως το ’34, όπου μελετά την βυζαντινή ζωγραφική προσπαθώντας να συνδυάσει το ”προαιώνιο ελληνικό σχέδιο με το καθαρό χρώμα, τη γρήγορη, ελεύθερη εκτέλεση, τη φωτοσκίαση, που ξεκινά από την ελληνική παράδοση και ξαναενσαρκώνεται με τη ζωγραφική της Αναγεννήσεως”. Απ’ το 1934 ως το 1935 αντιδρά με βιαιότητα στην μεγάλη έπόδραση όσων διδάχθηκε ως τότε και καταφεύγει στον σουρεαλισμό, πριν καν γνωρίσει τι είναι: ”Ο Λεβιάθαν πέρα από τη θάλασσα έμπηγε κάτι απαίσιες φωνές. Ο Πειραιάς μου φάνηκε μικρός σαν την Ιερουσαλήμ και πίσω από ένα λόφο ξεπρόβαλε το γιγάντιο χέρι της μητέρας μου, για να με ευλογήσει”. Και τα σχέδια που φτιάχνει εκείνη την εποχή, κι αυτά σουρεαλιστικής κοπής είναι.

”Ένας άνθρωπος έστησε μια πνευματικότητα κοντά στη θάλασσα. Ήταν από τσίγκο, σ’ ένα τελάρο ξύλινο βαμμένο με λαδομπογιά. Το βράδυ την έριξε ο αέρας και σκότωσε ένα περαστικό” κι αυτό του ’35 είναι όπως και: ”Η υπερμεγέθης περιστέρα που ονομάζεται Σταυρούλα, δεν κοιμήθηκε εχτές. Όλο το βράδυ την άκουγα στο απάνω πάτωμα να περπατά γρούζοντας απαισίως”.

Παιχνιδίσματα, φαντασμαγορίες, αλλά και πράγματα υλικά, απτά, ακόμα και τελετουργικά, όπως η τέχνη της ζωγραφικής – οι ζωγραφιές ήθελα να πω – που έγιναν από τα χέρια του, χειρωνακτικά, όπως όλες οι ζωγραφικές, ακόμα και οι μεταμοντέρνες.

 Κι ο άλλος απ’ τ’ Ανάπλι – μια απ’ τις δύο πόλεις που μ’ αρέσουν πιο πολύ, η άλλη είναι η Χαλκίδα.

 ”Χειμωνικά μου χρώματα οι αποθήκες το μικρό τρένο

με ουράνιους καπνούς

χρωματιστά παιδιά κορδέλες

οι έλληνες με βάσανα και δάφνες

και ο θεός μας τόσο πατρικός υάκινθε,

Ανάληψη ζωαρχική

μικρό τρένο με τους ουράνιους καπνούς.

 

Η Ελένη των ποιητών

Είναι σκιά

ενός άστρου που φλέγεται

της λεμονιάς το άρωμα Λευκή.

Χρόνια του έαρος

ω χρόνια καπνισμένα κι ο ουρανός αλήτευε στυφός”. (πρώιμο ποίημα απ’ το 1961)

Γύρω σ’ αυτό το ύφος περιτριγυρισμένο και διανθισμένο με μπόλικο λαϊκό και ελληνικό φως και μεταφυσική σκιά κινήθηκε ο Νίκος Καρούζος μικρός ακόμα στην ΕΠΟΝ, ύστερα στο Μακρονήσι, έπειτα σ’ ένα υπόγειο να βλέπει τα πόδια των περαστικών και αυτός ακίνητος, σχεδόν σαν άγαλμα, να γράφει τα ποιήματά του, παιχνιδίσματα και φαντασμαγορίες, ακούγοντας τη θεϊκή μουσική του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ. Μπαρόκ όπως και αυτός, όπως και ο Τσαρούχης. Λαϊκοί και λόγιοι. Πολιτικός ποιητής και μεταφυσικός. Χριστιανός Ορθόδοξος όπως και ο ζωγράφος. Σουρεαλιστές και οι δυο μια νύχτα αφέγγαρη.

Καθώς η

 ”Αττική ανέβαινε ψηλά

και ανέβαιναν

τα βάσανα κ’ οι έγνοιες…”

[”Βράδια μυρωμένα” και μια αγάπη να τον τυραννάει. Κι ύστερα θυμήθηκα μια μέρα χειμώνας ήταν ακόμη που σου τηλεφώνησα και με θριαμβευτική φωνή σου ανήγγειλα πόσο τυχερός ήμουν που είχα κάτσει ξύπνιος όλη νύχτα και είχα δει την αυγή και τη δύση και υποσχέθηκα πως θα μείνω ξύπνιος ως την επόμενη αυγή. Όταν έκλεισα το τηλέφωνο ένιωσα το έδαφος να απομακρύνεται. Ψήλωνα.]

Το 1928, πριν καν μάθει να ζωγραφίζει δηλαδή, πρωτοεμφανίζεται στο θέατρο ο Τσαρούχης. Κάνει σκηνικά και κοστούμια για την Πριγκίπισσα Μαλένα του Μέτερλινγκ που ανεβάζει ο Φώτος Πολίτης. Και το 1931 του προτείνει να γίνει μόνιμος σκηνογράφος της Πρώτης Ελληνικής Σκηνής. Ο Τσαρούχης αποδέχεται την πρόταση για να την εγκαταλείψει δέκα ημέρες μετά. Το 1934 αρχίζει την συνεργασία του με τον Κάρολο Κουν. Σκηνογραφεί την Ερωφίλη του Χορτάτζη. Μετά συνεργάζεται με την Μαρίκα Κοτοπούλη. Και συνεχίζει μαζί της μέχρι και το 1942, αφού έχει περάσει μια περίοδος αποχής. Μετά την απελευθέρωση τον καλούν στο Εθνικό Θέατρο να σκηνογραφήσει τον Ηλίθιο του Ντοστογιέφσκι. Έπειτα κάνει το Θείο Βάνια του Τσέχωφ για τον Κουν. Στην Λυρική Σκηνή κάνει τον Βαφτιστικό του Σακελλαρίδη το 1958  και την Τραβιάτα του Βέρντι το 1959. Αγαπούσε πολύ την Μαρία Κάλλας αλλά και τη Σωτηρία Μπέλλου και δεν αισθανόταν διχασμένος (”Δεν είμαι διχασμένος αλλά μελετώ συχνά χωριστά τις δύο μοναδικές δυνατότητες αναπαραστάσεως του πραγματικού”). Παντοτινή του αγάπη, αγάπες, ο ελληνικός ήλιος, ο Θεόφιλος, η αγνότητα της μεσογειακής ζωγραφικής, η ζωγραφική σαν του Ματίς, αυτή του Κουρμπέ, η ζωγραφική της Πομπηίας, τα ελληνιστικά μωσαϊκά, το να ζωγραφίσει σαν τον Ενγκρ και τον Ζερικώ, τον Παρθένη, αλλά πέρα και πάνω από όλα οι για τους πολλούς εχθρικές μεταξύ τους τεχνοτροπίες η ανατολίτικη και η δυτική, η μοντέρνα και η παλιά.  

Έκανε παρέα με τον Γκάτσο, τον Χατζιδάκι τον Ελύτη, σύσσωμη δηλαδή τη γενιά του ’30. Είχε ενωτιστεί τη διάλεξη του Χατζιδάκι για το ρεμπέτικο, χόρευε στα μπουζούκια ζεϊμπέκικο και ο άλλος, ο ποιητής, άκουγε το Κόκκινο τριαντάφυλλο που είχε γράψει ο Μίκης Θεοδωράκης και είχε αποκτήσει τόσα σκρατς ο δίσκος βινυλίου που δεν ακουγόταν πια όταν προσπάθησα να τον βάλω να παίξει στο πικάπ του Γ’ Προγράμματος.

Ένας τρόπος για να μιλήσει κανείς για το υπερφίαλο φως, για την ισχνότητα του έρωτα, για την γενεαλογία της τέχνης, μπορεί και να είναι ο παρακάτω.

”Την ημέρα εκείνη γεννήθηκα μόνος μου. Δεν είχα βιολογικό προηγούμενο. Σούρθηκα στην τρώγλη της απλής αριθμητικής. Εκεί διαλάμποντας ενωτίστηκα κόκαλα”.

Ποιητής και ζωγράφος συγχέονται στην αναγεννησιακή προσωπικότητα του καλλιτέχνη ως τα μπούνια Γιάννη Τσαρούχη.

Μόνο το όνειρον δημιουργεί αδιέξοδα και φόβους, ανάλογους με τον ορθολογισμό. Μόνο αυτό δίνει σημασία σ’ ό,τι δεν έχει τόσον πολύ”. Ή ”ο ήλιος λατρεύει αληθινά τα σίδερα και τα φιλεί κάθε βράδυ που πάει να κοιμηθεί’‘.

Και ”τέλος ο ήλιος, με βάρος υπερβολικό άρχισε να πέφτει αργά ενώ ξεκολλούσαν πολλοί σοβάδες από την φολιδωτή πολυκατοικία του εμπόρου, κοντά στη θάλασσα του ηλιοβασιλέματος”.

Κρατώντας την ορθοφωνία, την πορεία ορθόπλωρη, σεβόμενος και μη σεβόμενος τα εισαγωγικά, τα πλάγια και τις φαντασμαγορίες τους, κλείνω με την γραφομηχανή που αντί να πάει στον τεχνίτη πάει στον οδοντίατρο!

Από την Νεολιθική Νυχτωδία στην Κροστάνδη (1987):

”- Αυτό είν’ έτσι. Σ’ ενδιαφέρει όμως το τελευταίο μου όνει-/ρο; Πήγα τη γραφομηχανή μου στον οδοντίατρο. ‘Κανένα / σάπιο δόντι;’ με ρώτησε. Δεν ξέρω τι συνέβη ύστερα, μα / ο γιατρός είπε ήρεμα ‘ναν την ξαναφέρετε την άλλη βδομά-/δα’. Την πήρα στα χέρια μου και προχώρησα στον αναβα-/ τήρα. Τότενες ούρλιαξε η γραφομηχανή ‘θα φύγω μόνη /μου!’ Και κατρακύλισε από κάτι ελισσόμενες σκάλες, που/ωστόσο ήτανε γιγάντιες πορτοκαλόφλουδες”.

 

Βοηθήματα:

-Νίκος Καρούζος, Πεζά Κείμενα, εκδόσεις Ίκαρος, 1998.
-Νίκος Καρούζος, τα Ποιήματα, Τόμοι 2, εκδόσεις Ίκαρος, 2001 -2002.
-Γιάννη Τσαρούχης, Κατάλογος της Έκθεσης στην Γκαλερί Ζυγός, 1977.
-Γιάννης Τσαρούχης, Ποιήματα 1934 -37, εκδόσεις Άγρα, 1996.
-Γιάννης Τσαρούχης, Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, Πέντε Κείμενα, εκδόσεις Άγρα, 2000.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.