Loading...
ViewmasterΠορτραίτα στο λάδιΠρωτοσέλιδοΤΕΧΝΗ

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Ζαν Κοκτώ, ο πολυμήχανος / Β΄ μέρος

Το 1920 παρουσιάζεται το μιμόδραμα του Ντάριους Μιγιό, ”Το βόδι στη στέγη”.   

Το 1928 υποβάλλεται σε νέα απόπειρα αποτοξίνωσης και κρατάει ημερολόγιο αυτής της προσπάθειας, ενώ ζωγραφίζει σχέδια και σκίτσα. Την ίδια χρονιά γράφει το περίφημο τα «Τρομερά Παιδιά» μέσα σε δεκαεπτά μέρες και στο δοκίμιο «Λαϊκό Μυστήριο» υπερασπίζεται τη ζωγραφική του Ντε Κίρικο.

Το επόμενο έτος βγαίνει από την κλινική και ανεβάζει στην Κομεντί Φρανσαίζ (Εθνικό Θέατρο) το συγκλονιστικό μονόπρακτο «η Ανθρώπινη φωνή», ενώ τα «Τρομερά Παιδιά» ενθουσιάζουν τους πάντες.

Από τον Απρίλιο ως το Σεπτέμβριο του 1930 γυρίζει την πρώτη του ταινία: «το Αίμα του Ποιητή».

Αρχίζει να γράφει τη «Δαιμόνια Μηχανή»

”Όταν κάνω πρόβα, γίνομαι θεατής. Διορθώνω άσχημα. Αγαπώ τους ηθοποιούς. Δεν ακούω μόνο τον εαυτό μου. Την παραμονή της παράστασης, οι αδυναμίες μου αναπηδούν ολοφάνερες. Είναι πολύ αργά (…) δεν τολμώ να κοιτάξω τη θάλασσα κι ακόμα λιγότερο να βουτήξω. Μου φαίνεται πως αν κατέβαινα στο ακροατήριο, το πλοίο θα βούλιαζε εξαιτίας μου. Να’ μαι στα παρασκήνια με τσιτωμένο αυτί. Πίσω από το σκηνικό, το δωμάτιο δεν είναι ζωγραφιστό, σχεδιάζεται. Μου δείχνει τα σχεδιαστικά του λάθη. (…) Πνίγομαι. Σηκώνομαι. Κρυφακούω. Ξέρω όμως πολύ καλά πως η θάλασσα αυτή υπόκειται σε κανονισμούς (…) Πάει, ο συγγραφέας ξεχάστηκε τελείως. Το καράβι ξεστρατίζει και μεταμορφώνεται σε ναυάγιο. Αν οι ηθοποιοί ακούσουν αυτές τις σειρήνες, το δράμα γίνεται μελόδραμα, η κλωστή που συνδέει τις σκηνές, σπάει. Σπάει ο ρυθμός”.

‘’Το θέατρο με κάνει δειλό, λέει. Από ένας γίνομαι δύο. Γίνομαι το παιδί που το δικαστήριο του ελέγχουν των εισιτήριων του επιτρέπει να μπει στον Άδη”.

Και ομολογεί πως; «δεν ήμουν ποτέ ελεύθερος να σβήσω ένα λεκέ που έκανα».

‘’Κάθε αυλαία που σηκώνεται με φέρνει πίσω στην επίσημη εκείνη στιγμή που η αυλαία του ‘’Σατλέ’’ υψώθηκε για το ‘’Γύρο του κόσμου σε ογδόντα ημέρες” και η σκιά με το φως έγιναν ένα’’.

Το 1936 με τον φίλο του Μαρσέλ Κιλ αρχίζει το ταξίδι που του είχε αναθέσει ο διευθυντής της Παρί Σουάρ, να γυρίσει τον κόσμο σε ογδόντα ημέρες μιμούμενος τον Ιούλιο Βερν:

”Ρώμη (29 Μαρτίου), Αθήνα (31 Μαρτίου), Αλεξάνδρεια (2 Απριλίου), Άντεν (12 Απριλίου), Βομβάη (17 Απριλίου), Καλκούτα (19 Απριλίου). Κίνα, Σιγκαπούρη, Χόνγκ – Κονγκ (στο πλοίο για την Σαγκάη συναντά τον Τσάρλι Τσάπλιν και πίνουν τσάι, τι άλλο;). Ιαπωνία (16 Μαΐου), Χονολουλού, Σαν Φραντσίσκο (31 Μαΐου), Νέα Υόρκη, Παρίσι (17 Ιουνίου). (”Το πρώτο μου ταξίδι”, ήταν το ταξιδιωτικό βιβλίο του που προέκυψε)

Το 1933 είχε επιχειρήσει να πραγματοποιήσει νέα θεραπεία αποτοξίνωσης.

«Το όπιο μας μεταφέρει πάνω στο ποτάμι των νεκρών, μας εξαϋλώνει, ίσαμε που να γίνουμε ένα πανάλαφρο λιβάδι, η νύχτα του κορμιού μυρμηγκιάζει από αστέρια, αλλά η ευτυχία μας είναι η ευτυχία μέσα σ’ ένα καθρέφτη. Γινόμαστε από την κορφή ως τα νύχια ένα ψέμα», γράφει στο φιλόσοφο Μαριταίν, σχεδόν δέκα χρόνια πριν.

Στο ”Λευκό βιβλίο” που κυκλοφόρησε ανώνυμα αναφέρει:

”Όσο περνούν τα χρόνια και ξεμακραίνω από την εποχή που το μυαλό δεν είχε ακόμη αρχίσει να ορίζει τις αισθήσεις, γυρνώντας πίσω βρίσκω χνάρια του έρωτα που είχα πάντα για τα αγόρια”.

Και στις λευκές σελίδες του βιβλίου έχει σχεδιάσει αγόρια σε ερωτικές περιπτύξεις σε ρεαλιστικό και σουρεαλιστικό ύφος.

Το 1937 γίνεται μάναντζερ του μαύρου πυγμάχου Αλ Μπράουν.

Συναντά τον Ζαν Μαραί και αυτή η συνάντηση θα αποβεί καθοριστική και για τους δυο. Θα συνεργαστούν στο θέατρο και στο σινεμά, αλλά θα έχουν και μια μακρόχρονη ερωτική σχέση.

  Είναι θαρρείς παιδιάστικος ο τρόπος που καταπιάνεται μ’ όλο αυτό το μαγικό κόσμο που παίζει στη σκηνή αλλά και στη πλατεία:

 ”Το μικρό θεωρείο σου έριχνε κατευθείαν στα μούτρα την ωκεάνια βαβούρα του κόσμου, η φωνή ‘μέντες, καραμέλες, μπομπόνια’, της ταξιθέτριας, την πορφυρή σπηλιά και τον πολυέλαιο που κι ο Μπωντλαίρ αγαπούσε περισσότερο κι απ’ το θέαμα”.

Το 1938, ανεβαίνει στο θέατρο το έργο ”Οι Τρομεροί γονείς” που προκάλεσε τόσες αντιδράσεις  ώστε απαγορεύτηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο του Παρισιού.

Η Γερμανία προσαρτά την Αυστρία.

1941, η ”Γραφομηχανή” απαγορεύεται από τους συνεργάτες των Γερμανών, ο Όρσον Ουέλες γυρίζει το περίφημο ”Ο πολίτης Κέην”. Οι Η.Π.Α εισέρχονται στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τον Ιούνιο οι Γερμανοί εισβάλουν στην Σοβιετική Ένωση.

Το 1942, μάρτυρας υπεράσπισης στις δίκες του Ζαν Ζενέ. Απευθύνει γραπτό χαιρετισμό στον Άρνο Μπρέκερ, τον Γερμανό γλύπτη, φίλο του Χίτλερ. Πιάνει φιλίες με τον αρχηγό της Δημοτικής Αστυνομίας του Παρισιού. Μεσολαβεί για να μη συλληφθεί ο Μαξ Ζακόμπ, Εβραίος ποιητής, από τους Γερμανούς κατακτητές του Παρισιού. Κάνει δηλώσεις υπέρ της προσωπικότητας του Χίτλερ. Ο Πωλ Ελυάρ τον κατηγορεί για τον χαιρετισμό του στον γλύπτη Μπρέκερ. Εντείνονται οι διώξεις Εβραίων καλλιτεχνών στο Παρίσι.

1943, ο Κοκτώ χάνει τη μητέρα του, ο Σαρτρ γράφει τις ”Μύγες”, η Ιταλία συνθηκολογεί. Μεγάλες διώξεις Αρμένιων αντιστασιακών από τη Γερμανική αστυνομία του Παρισιού.

Τα έργα του Κοκτώ υφίστανται διαρκείς απαγορεύσεις.

Το 1944 προβάλλεται στις κινηματογραφικές αίθουσες του Παρισιού το έργο του ”Αιώνια Επιστροφή”. Πεθαίνει ο Μαξ Ζακόμπ όπως και οι Ντριέ λα Ροσέλ και Ζαν Ζιροντού. Οι σύμμαχοι αποβιβάζονται στη Νορμανδία. Ο Μαρσέλ Καρνέ γυρίζει το αριστούργημά του ”Τα παιδιά του παραδείσου”.

1945, ο Κοκτώ σκηνοθετεί το έργο του ”η Ωραία και το Κτήνος”. Γράφει για τον Ρομπέρ Μπρεσόν τους διαλόγους της ταινίας : « Οι κυρίες του δάσους της Βουλώνης». Ο Σαρτρ γράφει την ”Ηλικία της Λογικής”. Στις 8 Μαΐου η Γερμανία συνθηκολογεί. Τον Αύγουστο οι  Αμερικανοί ρίχνουν την ατομική βόμβα στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι. Ενώ ο Στάλιν, ο Τσώρτσιλ και ο Ρούσβελτ μοιράζουν τον κόσμο στη Γιάλτα.

1946, οι εκδόσεις Μarguerat αναλαμβάνουν να εκδώσουν όλα τα έργα του. «η Σταύρωση» (ποίηση). ” Δικέφαλος Αετός» με τον Ζαν Μαραί και την Εντβίζ Φεγιέρ. Ο Ζακ Πρεβέρ κυκλοφορεί τις ”Κουβέντες”. Ιδρύεται ο Ο.Η.Ε. Διεξάγεται η δίκη της Νυρεμβέργης, ενώ η Γαλλία αποκτά την Tέταρτη Δημοκρατία της.

Ο Κοκτώ κινηματογραφεί τα έργα: ”Ανθρώπινη φωνή”, ”Δικέφαλος Αετός”, ”Ρουί Μπλάνς” το 1947, οπότε βραβεύεται με Νόμπελ Λογοτεχνίας ο Αντρέ Ζιντ. Ο Αλμπέρ Καμύ κυκλοφορεί την ”Πανούκλα”. Σχέδιο Μάρσαλ.

1948, Οι ‘’Τρομεροί γονείς” στον κινηματογράφο. Σχεδιάζει ταπισερί. Αναχωρεί Δεκέμβρη μήνα για τις ΗΠΑ. Το επόμενο έτος επιστρέφει και γράφει το «Γράμμα στους Αμερικανούς». Θεατρική τουρνέ στη Μέση Ανατολή. Διοργανώνει στο Μπίαριτς το «Φεστιβάλ των καταραμένων ταινιών». Του απονέμεται το γαλλικό Παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής. Ιδρύει το «Θέατρο Τσέπης». Σιμόν ντε Μπωβουάρ, «το Δεύτερο φύλο». Ζαν Ζενέ, « Υψηλή εποπτεία».

1949—1954. Ταξιδεύει στην Αίγυπτο, το Λίβανο, την Ελλάδα (όπου ξανάρχεται το 1952)μ’ ένα θίασο που παίζει Σαρτρ, Ανούιγ και δικά του έργα. Το «Ημερολόγιο ενός αγνώστου» περιέχει σελίδες για την Ελλάδα. Εκθέτει στο Μόναχο σειρά σχεδίων με θέμα. «η πορεία ενός ποιητή». Ταξιδεύει στην Ισπανία όπου μαγεύεται από ταυρομαχίες. Παθαίνει έμφραγμα του μυοκαρδίου.

Το 1955 εκλέγεται μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας: «Ξέρετε την αστεία κουβέντα του Πωλ Βαλερύ, μετά την εκλογή του: «Τώρα πρέπει να φροντίσω έλεγε, να μπουν εδώ και οι αλήτες». Εννοούσε μ’ αυτή τη λέξη, τους απογόνους του Φρανσουά Βιγιόν. Είμαι βέβαιος, κύριοι, πως δεν θ’ αργήσετε να εξαγοράσετε το σφάλμα σας να μη δεχθείτε ανάμεσά σας τον Μπαλζάκ, και πως θα εξαγοράσετε αυτό το σφάλμα μόνο αν προσέξετε τη φάρα των εξαίσιων αλητήριων που επιτρέπουν στη Γαλλία να ξαφνιάζει την υφήλιο και που πέθαναν από μοναξιά και χρέη, άλλοι αυτοκτονώντας κι άλλοι στο νοσοκομείο».

 Ο Κοκτώ είχε πάντα απέναντί του κάποιον που του κούναγε το δάχτυλο, κάποιον ή κάποιους που τον έβρισκαν αιρετικό, απαράδεκτα τολμηρό, ανόητο. Ένας απ’ αυτούς τους… εισαγγελείς ονομαζόταν Φρανσουά Μωριάκ. Αυτός πίστευε πως η εκκλησία διασυρόταν απ’ το θεατρικό του έργο ”Βάκχος”, όμως δε σταμάτησε σ’ αυτή τη διαπίστωση, αλλά τέθηκε επικεφαλής μιας σκευωρίας θεοσεβούμενων και προσπάθησε να κάνει γνωστή αυτή του την άποψη.

Άλλοτε πάλι ήταν ο Μπρετόν, ο εισαγγελέας, οπαδός του ματεριαλισμού του Φρόυντ. Αυτουνού λοιπόν, ο Κοκτώ του φαινόταν ύποπτος, παλινδρομικός, αντιδραστικός. Διότι τι άλλο μπορεί να είναι ένας κόσμος όπου οι άγγελοι και ο θάνατος πρωταγωνιστούσαν στον ”Ορφέα” του; Ο Κοκτώ ενοχλούσε γιατί ήταν μοναχικός. Δεν ανήκε πουθενά. Αν ήξερε κάτι απ’ τον Αλφρέ Ζαρρύ αυτό ήταν πως «δεν έχει πλάκα να είσαι ελεύθερος μοναχός σου». Ωστόσο μη μπορώντας να κάνει διαφορετικά, αλλά και μη επιτρέποντας στον εαυτό του να αλλοτριωθεί ανεχόταν να ακούει πολλαπλασιασμένα τα γέλια, τις επιφυλακτικές κρίσεις, τα σχόλια επικριτικά κατά το πλείστον, τις λοιδορίες και τη χλεύη. Δεν ανεχόταν βέβαια τη βεβήλωση του έργου του ούτε τη συκοφαντία. Ο Αριστοφάνης στις ”Νεφέλες” αυτός ο μέγας χλευαστής, παρουσιάζει το Σωκράτη κρεμασμένο σ’ ένα καλάθι ανάμεσα σε γη και ουρανό. Ήταν ένας χυδαίος αλλά και λεπτός τρόπος για να δηλώσει ότι ο Σωκράτης δεν εκπροσωπούσε ούτε την ηθική του μέσου αστού που είχε τα πόδια του στη γη και που τον καθόριζε η Πολιτεία, αλλά ούτε τη θέση του ορθόδοξου ιερομόναχου, φυτεμένου στον ουρανό, που έμοιαζε να διεκδικεί το δαιμόνιό του. Έτσι τουλάχιστον διατείνεται ο χωρίς επιφυλάξεις θαυμαστής του Κοκτώ, Ζαν Κλωντ Μιλεκάμ.

 Στον 18ο αιώνα σε μια παραλλαγή αυτής της Σωκρατικής Δίκης, κατηγορούμενος είναι ο Ρουσώ. Τον κυνηγάνε ο Βολταίρος και οι συν αυτώ. Ο Ρουσώ είναι ο αγαπημένος φιλόσοφος του Κοκτώ. Η πιο γνωστή δίκη διεξάγεται στο πραιτόριο και δικαστής είναι ο Πόντιος Πιλάτος, κατηγορούμενος ο Ιησούς υιός ταυτοχρόνως του Ανθρώπου και του Θεού. Πράγμα ανεπίτρεπτο. Όσον αφορά τον Κοκτώ ”οι μεν μισούν την εκούσια ”λαϊκότητα” του οι δε, λένε ότι αυτά που πρέπει να καούν είναι το μυστήριο, η προσφυγή σε μια παγωμένη μεταφυσική, δηλαδή στη ”θρησκεία” που δημεύει τη θέρμη της ζωής και στη συνεχή άρνηση της Ιστορίας – πεδίο μάχης ενός ματεριαλισμού που κληρονομήσαμε από τον 19ο αιώνα προς όφελος του ‘άγνωστου θεού που εδρεύει μέσα μας’, με λίγα λόγια θέλουν όλοι τους να ρίξουν στην πυρά” ό,τι ενσαρκώνει ο Ζαν Κοκτώ, όπως έριξαν στην αγκαλιά του ναζισμού και της αντίδρασης τον Νίτσε όταν πια δε μπορούσε να υπερασπιστεί τον εαυτό του γιατί τόλμησε να μιλήσει εναντίον της λογικής του Σωκράτη, δηλαδή εναντίον του Πλάτωνα.

«Το προπατορικό αμάρτημα της τέχνης είναι που θέλησε να πείσει και ν’ αρέσει, σαν εκείνα τα λουλούδια που φυτρώνουν ελπίζοντας να τελειώσουν σ’ ένα βάζο».

Μαζί με τον Ροσελίνι και την Άννα Μανιάνι κινηματογραφεί τη συγκλονιστική «Ανθρώπινη φωνή». Κυκλοφορεί το αυτοβιογραφικό δοκίμιο: «η δυσκολία του να ζεις» Το 1947 γνωρίζει τον Εντουάρ Ντερμίτ ( Ντουντού) που είχε εργαστεί στα ορυχεία και τον καθιστά, μερικά χρόνια αργότερα, κληρονόμο και διαχειριστή των έργων του.

Το 1959 γνωρίζεται με τον Έλληνα ποιητή Δημήτρη Άναλι [Τσακανίκα] και το ’61 τον υπερασπίζεται όταν κατηγορήθηκε ότι έκλεψε τη βίλα του σκηνοθέτη Αντρέ Καγιάτ στην Αιξ αν Προβάνς.

Διακοσμεί το παρεκκλήσι του Saint de Simple στο δάσος του Μιλλέ. Στρώνει το μωσαϊκό για το Αρχαίο Θέατρο του Cap d’ Ail.

Η ‘’Διαθήκη του Ορφέα’’ στον κινηματογράφο.

Το 1960 εκθέτει όλο το πολυποίκιλο ζωγραφικό του έργο στο Νανσύ, ενώ το ’62 εκθέτει έργα του στο Τόκιο, σχεδιάζει σκηνικά και κοστούμια για το ΄εργο ‘’Πελέας και Μελισάνθη’’ του Ντεμπυσύ στο Φεστιβάλ Μετς.

Ακατάβλητος φιλοτεχνεί ακούραστα βιτρώ, μωσαϊκά, ενώ διακοσμεί το παρεκκλήσι της Παρθένου της Εκκλησίας της Γαλλίας  στο Λονδίνο.

Ο Ντε Γκωλ πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας.

Ραιημόν Καινώ, Η Ζαζί στο μετρό

Μικελάντζελο Αντονιόνι, η Περιπέτεια

Ο ίδιος συμμετέχει στο Φεστιβάλ του Σπολέτο με το θεατρικό έργο : ’’Ο Ποιητής κι η Μούσα του’’ ενώ εκδίδει το ‘’ η Γόνδολα των Νεκρών’’

Ανεβαίνουν ‘’Οι Νέγροι’’ του Ζαν Ζενέ που ο Κοκτώ είχε πει γι αυτόν:

«Έχω ένα φίλο και το παράδειγμα του είναι χαρακτηριστικό. Η συνεισφορά του είναι ανυπολόγιστη. Λέγεται Ζαν Ζενέ κανένας άλλος δε φύλαγε καλύτερα τη μοναξιά του. Κι είναι ακριβώς το κάτεργο, ο ερωτισμός μια ολόκληρη ‘’φυσιολογική’’ ψυχολογία, ένα ολόκληρο αποκρουστικό οπλοστάσιο, που καταξιώνει αυτή την επαφή μαζί του, εξάπτει την περιέργεια και ελκύει αυτούς που δείχνουν να μη συμφωνούν με όλα αυτά. Γιατί η ιδιοφυία εκτοξεύει ακράτητα δυνάμεις που, αν τις εξέπεμπε το ταλέντο και μόνο, δεν θα ήταν παρά κάτι γραφικό. Υπακούει αδιόρατα σε κάτι που τη διατάζει να εξαπολύει τα σπέρματά της  Αυτό είναι το τέχνασμα.

Πιστή στην παλιά της μέθοδο, η ομορφιά διαλέγει να μοιάσει σ’ έναν εγκληματία».

Λίγο πριν το θάνατό του ο Κοκτώ, στις 11 Οκτωβρίου 1963 στο Μίλλυ λα Φορέτ, συγκέντρωσε τις σημειώσεις και τα κείμενα του για τη φίλη, υποστηρίκτριά και αρωγό του, Άννα ντε Νοάιγ, ελληνικής καταγωγής [το γένος Μουσούρου], ποιήτριας που γεννήθηκε στην Αθήνα το 1876. Ο τίτλος της συλλογής είναι «Ναι και Όχι»

Παρά τη μεγάλη έκταση του κειμένου είναι μάλλον αδύνατο να κλείσεις σε λίγες χιλιάδες λέξεις μια τόσο εκρηκτικού μεγέθους προσωπικότητα με τόσο πολυσχιδές έργο.

Σχολιάζοντας με τον ευφυή του τρόπο ακόμα και το θάνατο έλεγε:

«Οι καθρέφτες είναι οι πόρτες απ’ όπου πηγαινοέρχεται ο θάνατος. Άλλωστε δεν έχετε παρά να κοιτάζεστε όλη σας τη ζωή σ’ έναν καθρέφτη και θα δείτε το θάνατο να δουλεύει σαν τις μέλισσες μέσα σε μια γυάλινη κυψέλη».

ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ:

-Λεωνίδα Χρηστάκη, Ζαν Κοκτώ, ο μέγας ερασιτέχνης, εκδόσεις Γαβριηλίδης, 1990
-Ζαν Κοκτώ, το Λευκό βιβλίο ή έρωτες αγοριών με σχέδια του συγγραφέα, μτφρ. Νίκος Παπαδογιάννης, εκδόσεις Δαναός, 1983
-περ. Διαβάζω, τχ. 160, Ιαν. 1987, αφιέρωμα στο Ζ. Κοκτώ

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.