Loading...
Πορτραίτα στο νερόΠρωτοσέλιδο

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Μέλπω Αξιώτη Α’ μέρος

 Συνηχήσεις, εξορία, προσφυγιά και σουρεαλισμός

 

«Στην πραγματικότητα είναι μια έκκληση για επιβεβαίωση η ελαχίστη δυνατή ασφάλεια που δίνει η ύπαρξη του αναγνώστη, ως αναγκαία προϋπόθεση για ν’ αρχίσει η περιπλάνηση της γραφής, όταν δεν υπάρχει στέρεο έδαφος πουθενά και όλα φαίνονται να έχουν ειπωθεί μ’ όλους τους δυνατούς τρόπους. Καλείται, λοιπόν, ο αναγνώστης να πάρει μέρος σ’ ένα παιχνίδι θανάσιμης συμμετοχής και να ψηλαφίσει τις προτεινόμενες λέξεις μία μία που θα εκφράσουν την απουσία νοήματος απ’ την εικόνα του κόσμου».

Τατιάνα Γκρίτση- Μιλλιέξ

 

Η συνάντηση στον «Κέδρο»

 

«Ένα σκρίνιο βενετσιάνικο κάθεται στην οδόν Αριστοτέλους, πάνω στο πεζοδρόμιο».

Γραμμένο πίσω από μια παλιά φωτογραφία που διακρίνεις- αν και δε βλέπω πια ούτε τη μύτη μου- τη γρυπή μύτη της συγγραφέως Μέλπως Αξιώτη. Είναι το σημείο του προσώπου όπου στάθμευε πάντα όταν τη συναντούσε ο Μένης  Κουμανταρέας. Αυτή η μύτη, θαρρείς, δέσποζε στο πρόσωπό της κι έπρεπε εκείνος να την αγνοήσει για να μπορέσει να τη φλερτάρει. Τότε ήταν που έβλεπε τα καστανόμαυρα μάτια της τις ρυτίδες βαθιές, λέει, σαν ρυάκια – αυτές που γέμισαν με το χώμα του νεκροθάφτη – αλλά και τα βαθουλωμένα μάτια τα καστανόμαυρα που σε επόπτευαν όσο της μιλούσες,  μα κυρίως την ψιλόλιγνη σιλουέτα. Τη θυμάται στις επισκέψεις της στον «Κέδρο» στη στοά που έκανε γάμα και μπορούσες να βγεις στην Μπενάκη, αν είχες μπει από την Πανεπιστημίου, πάντα καθισμένη σε ένα σκαμνί να στέλνει την κορυφή της κεφαλής της στο ράφι με τα βιβλία του Ρίτσου.

Τότε ήταν εκεί η Νανά Καλλιανέση, μια σπουδαία εκδότρια, μια σπουδαία γυναίκα – δεν ξέρω τι έρχεται πρώτο απ’ τα δυο, πάντως τα είχε και τα δύο κι ήταν κι αυτή ψηλή με ωραία χαρακτηριστικά αν και κάπως σκληρά και μια κοτσίδα πλεγμένη γύρω απ το κεφάλι της.

 

 

               Το χαρτί της «Κάδμως»

 

Ο Αιμίλιος Καλιακάτσος ο γνωστός τυπογράφος και εκδότης των σπουδαίων εκδόσεων «Στιγμή» τις θαύμαζε και τις δύο. Δούλευε τότε στο τυπογραφείο του «Κέδρου» κι η Νανά Καλλιανέση τον έστειλε στην Αξιώτη για κάτι που χρειαζόταν. Πήγε λοιπόν σ’ ένα ξενοδοχείο που έμενε, στην Ομόνοια-κάποιος της είχε παραχωρήσει ένα δωμάτιο. Ευτυχώς φωτεινό και ψηλοτάβανο όπως όλα τα παλιά σπίτια που ερειπώθηκαν, γκρεμίστηκαν και χτίστηκαν στη θέση τους  πολυκατοικίες με την έκρηξη της αστυφιλίας. Η Αξιώτη ζήτησε απ’ τον Αιμίλιο χαρτί για να γράψει μια νουβέλα και μάλιστα του είπε να μου φέρεις τόσες σελίδες. Ο Αιμίλιος πραγματοποίησε την επιθυμία της, αλλά της πήγε περισσότερες σελίδες από όσες είχε ζητήσει εκείνη. Μέτρησε μία μία όσες χρειαζόταν και του επέστρεψε τις υπόλοιπες. Κι όταν εκείνος απόρησε του εξήγησε πως η νουβέλα της έπρεπε να έχει συγκεκριμένη έκταση, αλλιώς μπορεί να παρασυρόταν  και να άπλωνε κι άλλο το κείμενό της. Ο Καλιακάτσος πήρε τις υπόλοιπες κι έφυγε. Έτσι η Αξιώτη έγραψε σ’ αυτές τις λίγες σελίδες δημοσιογραφικού χαρτιού την «Κάδμω», το τελευταίο της βιβλίο. Όταν άκουσα την ιστορία και τώρα που τη ξαναθυμάμαι αναρωτιέμαι είχε υπολογίσει κι όσες  σελίδες θα πέταγε; Το πράγμα μου φαίνεται πολύ περίεργο. Αλλά κι η «Κάδμω» είναι περίεργο βιβλίο και η, επί 18 χρόνια εξόριστη σαν κομμουνίστρια, συγγραφέας της εξίσου περίεργη.

 «Αυτό το τόσο ασυνήθιστο πράγμα εξενύχτησε εκεί. «Να δείτε το σκρίνιο της να σέρνεται νυχτιάτικα μέσα στους δρόμους ολομόναχό του»! Και το ΄λεγε πια σ’ όλους τους γνωστούς, μια φίλη σου που το γνώρισε, γιατί δεν ήξερε πως η μετακόμισή σου γινόταν σ’ εκείνη την πολυκατοικία. Τώρα το σκρίνιο έχει έρθει μέσα στη θέση που του προορίστηκε».

 

              Βίος, δράση, φυγή

 

Το σκρίνιο μπήκε στη θέση του. Όλα τ’ άλλα την αναζητούσαν. Πώς μπορεί κανείς να κατανοήσει τη θέση που βρέθηκαν αυτοί οι άνθρωποι μετά την ήττα του Εμφυλίου. Άλλο τόσο όσο μπορεί να καταλάβει τους τωρινούς μετανάστες και πρόσφυγες. Δεν είμαστε σε θέση να νιώσουμε την πίκρα της ήττας, της φυγής, της απαγόρευσης να επιστρέψεις στην πατρίδα σου, να ζήσεις και να πονέσεις στον τόπο σου. Μόνο όσοι έζησαν την πίκρα της εξαναγκαστικής εγκατάλειψης του γενέθλιου τόπου μπορούν να καταλάβουν το μέγεθος της απώλειας. Οι ηττημένοι που αναγκάστηκαν να πάνε στις σοσιαλιστικές χώρες, αποκόπτονταν και από τη γλώσσα τους.

Δε μιλούσαν πια ελληνικά αλλά τη γλώσσα της χώρας στην οποία είχαν καταφύγει. Κι η υποδοχή δεν ήταν συνήθως στις χώρες αυτές πολύ θερμή. Ήταν ξένοι και θα παρέμεναν ξένοι. Κάποιοι θα έβρισκαν μια κάποια θέση. Λίγο ή πολύ χειρότερη από τη θέση που είχε προοριστεί για το σκρίνιο. Αυτό ξενύχτησε μόλις μια νύχτα στο πεζοδρόμιο με το όνομα του μεγάλου Έλληνα φιλόσοφου. Οι άνθρωποι δεν είναι έπιπλα να τους βάλεις στη γωνιά τους και να τους ξεσκονίζεις.

Για τους συγγραφείς τα πράγματα ήταν ακόμη πιο δύσκολα. Δεν μπορούσαν να εκδώσουν τα βιβλία τους στη χώρα τους που την είχαν χάσει. Δυσκολότερα θα εξέδιδαν στη χώρα που προσέφυγαν.

Πάντως στο Ανατολικό Βερολίνο όπου κατέληξε μετά από μια περιπλάνηση στο Παρίσι – απ’ όπου απελάθηκε το 1950 και τη Βαρσοβία – δίδαξε σαν επισκέπτρια καθηγήτρια στο Ινστιτούτο Επιστημών της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Χούμπολντ νέα Ελληνικά και ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Συμμετείχε σε πολλές εκδόσεις καθώς και μεταφράσεις Ελλήνων και ξένων συγγραφέων μαζί με τον επίσης εξόριστο συγγραφέα Δημήτρη Χατζή.

 

                 Βιογραφία

 

Η Μέλπω Αξιώτη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1905, αλλά καταγόταν από τη Μύκονο, όπου έζησε μέχρι τα είκοσί της χρόνια- τα τέσσερα από αυτά με τον σύζυγό της που ήταν καθηγητής της. Η μητέρα της Καλλιόπη Βάβαρη ήταν πλούσια αριστοκράτισσα. Ο πατέρας της ήταν ο μουσικοσυνθέτης Γεώργιος Αξιώτης, ο παππούς της λογοτέχνης και ο προπάππους της πολιτικός. Οι γονείς της χώρισαν νωρίς και ο καθένας τους ξαναπαντρεύτηκε.

Παρότι ήταν το πρώτο και μοναδικό παιδί των γονιών της πέρασε σε δεύτερη μοίρα μετά τη γέννηση των ετεροθαλών αδελφών της.

        Η αυστηρότητα στο σπίτι της μητέρας της και η τάξη που επικρατούσε, καθώς και οι γκουβερνάντες που τη μεγάλωναν της δημιούργησαν μια ασφυκτική ατμόσφαιρα. Αυτό την έδιωξε απ’ το σπίτι της μητέρας της και αποφάσισε να ζήσει μόνη της στην Αθήνα μέχρι που παντρεύτηκε.

        Μορφώθηκε στην σχολή Ουρσουλίνων της Τήνου (1918-1922). Εργάστηκε σε δικό της οίκο ραπτικής στην Αθήνα έχοντας παρακολουθήσει μαθήματα σχεδίου στη Σιβιτανίδειο Σχολή. Εντάχθηκε στο ΚΚΕ το 1936. Έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση της Κατοχής και διακρίθηκε ως μια από τις εξαιρετικά δραστήριες αγωνίστριες. Η συμβολή της στην ανάπτυξη και στη διάδοση του παράνομου αντιστασιακού τύπου υπήρξε καθοριστική. 

        Παρότι είχε γίνει περισσότερο ευαίσθητη εξαιτίας του χωρισμού των δικών της, υπήρξε μία πολύ δυναμική γυναίκα και μια αποτελεσματική μαχήτρια. Εξαναγκάστηκε να αυτοεξοριστεί εξαιτίας της δράσης που είχε αναπτύξει, το 1947. Ισχυρίζεται, και μάλλον είναι αλήθεια, ότι τυχαία έγινε συγγραφέας. Η εμπλοκή της με την δημοσιογραφία φαίνεται πως την οδήγησε στα γράμματα. Τα πρώτα διηγήματά της δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό ”Ελεύθερα Γράμματα”: «Η μεταμόρφωση της Χρυσαλίδας», «Το σπίτι με το Ρόπτρο» και το «Τραγούδι του Δνείπερου». Το πρώτο όμως κείμενό της που έκανε αίσθηση ήταν ένα πολιτικό χρονικό με τίτλο: ”Απάντησε σε 5 Ερωτήματα” που εξαντλήθηκε και επανεκδόθηκε αμέσως από τις εκδόσεις «Μαρής και Κοροντζής», το 1945. Σύμφωνα με κάποιες προφορικές μαρτυρίες έγιναν έξι επανεκδόσεις.

 

 

          «Δύσκολες νύχτες»

 

 

Αλλά το πρώτο της βιβλίο το οποίο βραβεύεται από τον «Γυναικείο Σύλλογο Γραμμάτων και Τεχνών», είναι «Οι Δύσκολες Νύχτες» που κυκλοφορούν το 1938. Τον σύλλογο είχε ιδρύσει και χρηματοδοτούσε η Πηνελόπη Δέλτα, αλλά όταν η κριτική επιτροπή βράβευσε ένα βιβλίο που για κείνη την εποχή ήταν πολύ προωθημένης φόρμας σχεδόν σουρεαλιστικό, κάποιοι λέγανε παραληρηματικό, αποχώρησε απ’ το σύλλογο.

Οι «Δύσκολες Νύχτες» τράβηξαν την προσοχή πρώτα του Τίμου Μαλάνου, ο οποίος τις εγκωμιάζει. Όταν η μνήμη αλλοιώνεται και η γλώσσα υποχωρεί το χαρτί καθίσταται άγραφο.

Οι «Δύσκολες Νύχτες» υποκύπτουν στην αλλοίωση της μνήμης αν και δεν έχουν εξωτερική αρχιτεκτονική, υποστηρίζει ο Μαλάνος και δεν εξελίσσονται ομαλά, έχουν όμως μία ποιητική φόρμα εξαιρετικού ύφους. Η ίδια η συγγραφέας ξεσπά κάποια στιγμή λέγοντας: ”θέλω να πω για τον εαυτό μου”. Το κακό είναι ότι εκείνη την εποχή πολλά βιβλία είχαν κατηγορηθεί πως είναι αυτοβιογραφικά και όχι βιβλία μυθοπλασίας, κάτι που συμβαίνει σε μεγάλο βαθμό και με τις «Δύσκολες Νύχτες». Αλλά ο Μαλάνος πάλι υποστηρίζει πως η Αξιώτη «διηγείται με ένα πολύ προσωπικό και παραστατικό ύφος», κατέχει πλούσιο γλωσσικό όργανο και το χειρίζεται με μεγάλη σιγουριά και εκπληκτική μαεστρία. Διαθέτει ευαισθησία, ανθρωπιά και μνήμη. Και να σκεφθεί κανείς πως πρόκειται για το πρώτο της βιβλίο. Συνεχίζοντας ο Μαλάνος λέει πως έχει ”φαντασία του πραγματικού” χωρίς όμως να ξεφεύγει από την πραγματικότητα, χωρίς να παραληρεί και χωρίς να γράφει ασυνάρτητα. Η φαντασία της μυθοποιεί το πραγματικό.

                

         Το δεύτερο μυθιστόρημα

 

Ο Μαλάνος επαναλαμβάνει το ίδιο και στο δεύτερο μυθιστόρημά της που έχει τίτλο: «Θέλετε να χορέψουμε Μαρία;» (1940). Λέει πως η μυθοποίηση και σ’ αυτό το βιβλίο δεν βασίζεται τόσο στην φαντασία της, αλλά στις εμπειρίες και στις παρατηρήσεις που έχει αποταμιεύσει στην μνήμη της, η οποία όμως δεν αναλύει. Όταν πει κάτι, το αφήνει σύξυλο και πετάγεται αμέσως σ’ ένα επόμενο.

«’Έμενε ο Γιάνης πάλι μόνος. Και έβαζε πάλι το αυτί του χάμω στο ξύλινο πάτωμα του σπιτιού, και εκαρτερούσε.

Τότε ήρθε και η μικρή Ανθούλα, με τη βαθιά πληγή στο στήθος, μεταπλασμένη σε χελιδονόψαρο, και έφτανε πάντα λαχανιασμένη καθώς την κυνηγούσανε οι σκύλοι μέσα στις έρημες αβλές τις νύχτες όσο τριγυρνούσε, και ο ιδρότας είχε τώρα κολήσει εκείνα τα λέπια της και τα φτερά σαν όστρακα απάνω στο δέρμα και τη στεναχωρούσανε πολύ, και τάβγαζε, και τα κρεμνούσε δίπλα στο παράθυρο, να στεγνόσουν.

-Είσαι πολύ ωραία Ανθούλα, έλεγε τώρα ο Γιάνης. Και μ’ εφκολία να σε καταπιώ σα μια σταγόνα καθαρό νερό. Αλλά δε θα με φτάσει νομίζω ο καιρός. Επειδή περιμένω τη Μαρία μου.

-Πέσε χάμω, της έλεγε, και άκουσε που θα πούμε τώρα, Ανθούλα, μια προσεφχή. Δέσε τα χέρια σου Ανθούλα, και ανάσαινε.

-‘Μην μας ξερένεις το ψωμί μας – έλεγε με εβλάβια ο Γιάνης.

-δόσε μας την καρδιά μας πίσω

-κάνε να πούνε οι άνθρωποι ένα τραγούδι σε όλη τη γη

-βοήθα να καταλάβομε

-βοήθα να καταλάβομε και τη Μαρία μας εκείνη τη στιγμή που θα περάσει, και θα φωτίσει ανάβοντας όλες τις λάμπες του ουρανού η Μαρία μας’…”.

”-Η θάλασα και η στεργιά απ’ όξω από το σπίτι σου κηρύξανε τον πόλεμο, και οι σκορπιοί σημάνανε μαζί με το ξημέρωμα όλες τις τρουμπέτες. Σύσωμα τότε εβγήκανε όλα τα ζωντανά στην επιφάνεια, και ακόμα όσα που δεν είχανε ποδάρια είτε μάτια είτε ραχοκόκαλο, καταπιαστήκανε να τρέχουνε και να πηδούνε. Και άλλα που δεν είχανε δράμι φωνή στην κεφαλή, και όσα που δεν είταν τρυπημένα πίσω και αναγκαζότανε να χύνουν απ’ το στόμα τους εκείνα τα φαρμακερά υγρά, κι άλλα που δεν εγνώρισαν ποτές μες στην απάτητη φωλιά τους τις οδύνες του έρωτα, κι άλλα που να μην είταν άξια μήτε καθόλου να πετάξουνε να ξεγελάσουν τα χταπόδια, και κείνα που θα διαρκέσουνε παντοτινά απάνω στη γη, και όσα θα γενηθούνε και θα σβύσουνε μέσα στην ίδια μέρα ως το βράδι, όλα, σηκώσαν τις σημαίες τις γαλανές μπροστά στην πόρτα τους και αρπάξανε μπιστόλια». 

Η λαϊκή γλώσσα που χρησιμοποιεί σε συνδυασμό με την ποιητική φόρμα και τη σουρεαλιστικής έμπνευσης γραφή δημιουργεί μια σύγχυση η οποία όμως ξεκαθαρίζει όταν ο αναγνώστης καταλάβει πόσο πολύ η διήγηση πατά στην πραγματικότητα και τα πρόσωπα ζωντανεύουν. Έτσι δεν μοιάζει αυτή η χωρίς αρχιτεκτονική κατασκευή με ”παράθυρο δίχως πλαίσιο”.

 

 

           «Σύμπτωση»

 

«Τη ζωή μας περάσαμε χωρίς νερό, χωρίς πηγάδι στην αυλή, χωρίς κεντίσματα

στις πουκαμίσες

αν και οι άνθρωποι τα συνηθίζανε στον καιρό μας τέτοια πράματα.

 

Μεγάλο μέρος της ζωής μας περάσαμε μέσα στον καφενέ του Βροχή με το παλιό

ρολόι σταματημένο στις 7

30 χρόνια

οι φίλοι μας το συμβουλεύονταν με άγια πίστη

τη σεβαστήκαμε

τόση ειλικρίνεια.

 

 Εμείς εζήσαμε μέσα στην πολιτεία μαζί με τα ψάρια

εκεί γεννήθηκαν οι εραστές σου.

 

Οι άντρες λέγανε έργα διαρκείας

οι γυναίκες γουστάρουν πολύ τα παιδιά κι αιφνίδια τα γεννούν ψόφια», γράφει το 1939 στην ποιητική σύνθεση με τίτλο «Σύμπτωση».

Ο Γιώργος Σεφέρης είναι γνωστό ότι ήταν πολύ δύσκολος στις κρίσεις για τους ομότεχνους του. Όταν όμως διάβασε την ”Σύμπτωση” έγραψε ένα ανυπόγραφο σημείωμα στο περιοδικό «Νέα Γράμματα»:

«Αν αποφύγει κανείς να εξετάσει (εννοεί τη «Σύμπτωση») γυρεύοντας ποιο είναι το ποσοστό υπερρεαλισμοί, που περιέχει, αν παραδεχτεί τις ιδιοτροπίες του όπως παραδέχεται τις ιδιοτροπίες ενός φίλου, θα βρει μια αυθεντικότητα τόνου, μια ενότητα στην αφήγηση, μια αλήθεια δική του τέλος πάντων, που σπάνια συναντούμε στο πλήθος της δήθεν συγχρονισμένης φιλολογίας που δεν αφήνει τίποτε άλλο παρά την εντύπωση φιλολογίας».

        Διαπιστώνουμε πως παρά το ότι ο Σεφέρης και ο Μαλάνος κρίνουν διαφορετικά έργα υπάρχει μία σύμπτωση στην κριτική τους ματιά. Να σημειώσουμε πως ο Σεφέρης και ο Μαλάνος υπήρξαν φίλοι που χώρισαν μετά την αρνητική κριτική του Μαλάνου στην πρώτη ποίηση του Σεφέρη.

 

 

             Η φωτογραφία

 

 

Στην φωτογραφία που αναφέρθηκε στην αρχή πως τάχα ήταν γραμμένη η πρώτη φράση της ”Κάδμως” εκτός από την Αξιώτη και την μύτη της που ξεχωρίζει στο κέντρο κάθονται σε ημικύκλιο δεξιά και αριστερά της κοιτώντας ευθεία προς το φακό οι: Αυγή Κόκκαλη, Έλλη Αλεξίου, Απόστολος Σπήλιος, (δίπλα του η Μέλπω), Πέτρος Κόκαλης και Δημήτρης Χατζής, ο συγγραφέας που έλεγε σε συνέντευξή του στον Φρέντυ Γερμανό πως ήθελε να σηκώσουνε το φέρετρό του οι ήρωες των βιβλίων του. 

Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη στο Βερολίνο το 1957 και όλοι τους είναι αυτοεξόριστοι.

 

[την άλλη εβδομάδα το Β’ μέρος]

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.