Loading...
Πορτραίτα στο νερόΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Νίκος Καρούζος: Η νύχτα με συμφέρει

[το κείμενο είναι βασισμένο στην ταινία του Γιάννη Καρπούζη ο δρόμος για το ΈΑΡ]

 

 

Πράγματι ἡ νύχτα μὲ συμφέρει.

Πρῶτα-πρῶτα ἐλαττώνει τὶς φιλοδοξίες· ὕστερα

διορθώνει τὶς σκέψεις· ἔπειτα

συμμαζώνει τὴ θλίψη καὶ τὴν κάνει ὑποφερτότερη

τὴ σιωπὴ μὲ σέβας ἀνατέμνει·

ἐξαίρει τὴν ὄσφρηση μὰ προπάντων ἡ νύχτα περιζώνει.

Ο ερχομός

 

Αν κανείς θέλει να ξεκινήσει από την αρχή- αν και ο ίδιος o ποιητής έλεγε πως «βρεθήκαμε σ’ ένα διάλειμμα του κόσμου»-μην περιμένει να του ανοίξουν την πόρτα, κανείς δε θα του ανοίξει τα μάτια για να δει γύρω του, κανείς δε θα του δώσει μια θέση να καθίσει.

Η  γενέτειρα, μια μήτρα από την οποία όταν βγούμε στο φως πρέπει να πορευτούμε μοναχοί. Η γενέτειρα όμως είναι ο τόπος, το περιβάλλον που θα ζήσει κάποιος τα παιδικά του χρόνια.

Είναι η εποχή με την πραγματικότητά της και τους καταναγκασμούς της κοινωνίας.

Και για όσους δεν αντέχουν «πολλή πραγματικότητα», αλλά δεν είναι και διατεθειμένοι να υπακούουν, στους κανόνες και τις πολιτικές που επιβάλλονται από την εξουσία, τα πράγματα είναι δύσκολα. Ή μάλλον πιο δύσκολα απ’ ό,τι για άλλους που είναι ευπροσάρμοστοι στις συνθήκες ή τρέφουν αυταπάτες ή έχουν μάθει να μην αντιδρούν και να μην αντιστέκονται σε τίποτα. 

Ο Καρούζος ήταν από την πάστα εκείνη των ονειροπόλων, των ευαίσθητων, αλλά και των μοναχικών ανθρώπων που δεν πολυσυγχρωτίζονται με τον κόσμο.

Απόδειξη πως επηρεασμένος από το μορφωμένο ιερέα παππού του, ήθελε να γίνει ερημίτης. Επιπλέον ουδέποτε σκέφτηκε να ζήσει στον ελεφάντινο πύργο του ποιητή του 19ου αιώνα, του εστέτ, του μποέμ του παρακμία – αν κι ήταν και λίγο απ’ όλα αυτά. Δεν άντεχε όμως να μην ενδιαφέρεται για τα κοινά.

Άρχισε να διαβάζει αρχαιοελληνική γραμματεία και εκκλησιαστικούς συγγραφείς. Έγινε λοιπόν πιστός και ευλαβής για να μπορεί να γίνει αμαρτωλός και αποστάτης.

 Στο ζώδιο του Καρκίνου

Ο Νίκος Καρούζος γεννήθηκε το 1926, 17 Ιουλίου, στο Ναύπλιο στο ζώδιο του καρκίνου και πέθανε στην Αθήνα ύστερα από 64 χρόνια έντονης ζωής από καρκίνο [διαβολική σύμπτωση] των πνευμόνων στις 27 Σεπτεμβρίου 1990 εισπνέοντας οξυγόνο και συνεχίζοντας να καπνίζει ώσπου τον μετέφεραν στην εντατική. Με τη ζωή που έκανε δεν ήταν πολύ δύσκολο να διαλύσει τον οργανισμό του και τα κατάφερε. Στην ταβέρνα έπινε κρασί, στα καφενεία ούζο, στα μπαρ και στο σπίτι ουίσκι καπνίζοντας αμέτρητα τσιγάρα, ενώ στο κοιμητήριο συνήθιζε να πίνει τον καφέ του στην αρχή μαζί με τον ιερέα παππού του κι  έπειτα μόνος.

 

Στο υπόγειο

Ζούσε μόνος σ’ ένα υπόγειο με ξεφλουδισμένους από την υγρασία τοίχους σαν τον ήρωα του ντοστογιεφσκικού Υπόγειου, ή σαν τον Κάφκα που παρά τη φυματίωση που τον βασάνιζε επέμενε να ζει στην υγρή Πράγα πριν τον πάρει από το χέρι η Ντόρα Ντυμάντ και τον οδηγήσει στη Βιέννη.

Επιπλέον ήταν πικραμένος γιατί δεν αξιώθηκε την αναγνώριση που του άξιζε κι αυτό τον στεναχωρούσε, τον καταρράκωνε, τον εξόργιζε.

Είχε αποφασίσει ν’ ακολουθήσει το δρόμο προς τη Δαμασκό, δηλαδή το δρόμο της πίστης και του σκοπού, αλλά του άρεσε πολύ και το Έαρ η ανεμελιά του και οι επιθυμίες που ξεσηκώνει. Διαλογίστηκε πάνω στην πίστη και την απιστία, αλλά ξεπέρασε και τα δύο. Έμεινε όμως προσηλωμένος στην ακτημοσύνη [«με λένε Γιάννη δεν έχω τίποτα δικό μου»]. Πολιτικά, όπως έλεγε, δεν μπορούσε παρά να ανήκει στην αταξική κοινωνία σεβόμενος και τη γενιά του που είχε ζήσει την Αντίσταση και τον εμφύλιο. Παρ’ όλα αυτά η ποίηση του ήταν υπαρξιακή.

 Η εποχή

Ο δάσκαλος πατέρας του κι ο παππούς από τη μεριά της μητέρας του τον έμαθαν να διαβάζει από τα τέσσερά του χρόνια.

Γύρω στα δέκα είχε αρχίσει να διαβάζει ποίηση και στα δεκατέσσερα είχε ήδη γράψει 100 σελίδες ενός μυθιστορήματος με πλοκή και σασπένς και σκηνικό πολέμου, αλλά το παράτησε όταν διαπίστωσε πως ήταν γραμμένο σε δεκαπεντασύλλαβο, ώστε να θυμίζει κάτι μεταξύ «Ιλιάδας» κι «Ερωτόκριτου».

 Ταραγμένη εποχή, η εποχή του: πραξικοπήματα, κινήματα, πόλεμοι, διαφθορά, πτωχεύσεις, φτώχεια, δυστυχία αλλά και ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον.

4η Αυγούστου 1935, απεργίες αιματηρές, «αυτά τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους μπορεί νάναι κι από αίμα/ όλο το κόκκινο στις μέρες μας είναι αίμα». Ο «Επιτάφιος» του Ρίτσου μετά τη μεγάλη απεργία των καπνεργατών στη Θεσσαλονίκη.

Εξορίες επιφανών αντιφρονούντων, διάλυση των μηχανισμών του ΚΚΕ.

 

Εκπαίδευση

  1. Ελληνοϊταλικός πόλεμος. Ο Νίκος είναι 16 ετών. Κι είναι βαθιά χωμένος στη βιβλιοθήκη του παππού του, όπου διαβάζει τα πάντα και μεταφράζει Ουγκώ και Μπωντλαίρ για εξάσκηση. Ο μπαμπάς πολιτικοποιημένος. Αυτός κι ο παππούς φρόντισαν όχι μόνο για την εκπαίδευση αλλά και την ιδεολογική και ηθική διαμόρφωσή του. Ωστόσο όταν μεγαλώσει θα διαμορφώσει μια εντελώς δική του στάση απέναντι στη ζωή.

Τελειώνει το Γυμνάσιο με άριστα. Έρχεται στην Αθήνα για να δώσει εξετάσεις στη Νομική, αλλά γρήγορα την εγκαταλείπει σε μια έκρηξη οργής πετώντας χαρτιά και μελάνια. Ο Τίτος Πατρίκιος που καθόταν στο πίσω έδρανο λέει πως δεν ξαναπάτησε ποτέ το πόδι του στη σχολή μετά από εκείνη την έκρηξη.

Ήταν απόλυτος άνθρωπος, εριστικός, αγχώδης αλλά και μελαγχολικός, παραπονιάρης και ενθουσιώδης και ενίοτε χαρωπός. Αλλά δε γελούσε, όπως κι ο Χριστός άλλωστε. Τα είδωλά του, ο Λένιν, ο Τρότσκυ, ο Μαρξ. Θαύμαζε τον Λωτρεαμόν, τον Κάφκα, τον Μπέκετ, τον Μπόρχες, τον Καβάφη, τον Κόντογλου, το Στρατή Δούκα, τον Πεντζίκη, τον Παπαδιαμάντη. Ήταν φίλος με τον Γιώργο Καραβασίλη, το Μανόλη Πρατικάκη, το Σάββα Μιχαήλ που τον γνώρισε στη «Σωτηρία», την Κατερίνα Αγγελάκη- Ρουκ, το Ματθαίο Μουντέ. Όλοι αυτοί με μερικούς ακόμη του ετοίμασαν ένα αφιέρωμα στο περιοδικό «η Λέξη» λίγο πριν πεθάνει.

 

 

ΙΝΤΕΡΜΕΔΙΟ I

Μπήκε στην ΕΠΟΝ. «Το ’46, λέει, κόντεψαν να με καθαρίσουν οι Χύτες. Θα ήμουν σκοτωμένος από το 1946. Είδες όμως η μοίρα ήθελε αλλιώς ».

Ένα κουτί αρκετά μεγάλο σε σχήμα ορθογώνιο μ’ ένα μόνο πόδι. Ένα περίπτερο. Δίπλα άλλο ένα. Κλειστά. Μοιάζουν με ρομπότ που περιμένουν εντολές, αλλά κοιμούνται όρθια. Τα μαγαζιά κι αυτά κλειστά. Ακόμη κι ένα που πουλάει «Εδώδιμα Αποικιακά». Κλειστό κι εκείνο με την ψηλά καρφωμένη ταμπέλα: «Σύννεφα» που δεν πουλούσε όμως τίποτα τέτοιο, γιατί τα σύννεφα δεν πιάνονται ούτε κι οι ποιητές που φυλάνε ως κόρη οφθαλμού τα ποιήματά τους και δεν τα πουλάνε ούτε κι οι ίδιοι πουλάνε τον εαυτό τους. Δυο Άγγλοι φαντάροι με τα όπλα σφιχτά κρατημένα στα χέρια  τρέχουν. Τανκς στην Ομόνοια. Καπνός πολύς καπνός, γκρίζος που όσο πάει και πυκνώνει λες κι ετοιμάζουν το σκηνικό μιας χορευτικής παράστασης. Κι άλλα τανκς κι άλλοι Άγγλοι φαντάροι. Μπροστά από το μέγαρο της «Εθνικής» στην Κοραή, εκεί που βρισκόταν το κολαστήριο της Κομαντατούρ, βαθιά χωμένο μέσα στη γη που οι κρατούμενοι μόλις είχαν εγκαταλείψει, αφού όλα είχαν τελειώσει κι αυτοί ήταν ελεύθεροι. Όσοι τέλος πάντων ζούσαν ακόμα, ελεύθεροι, σακατεμένοι ψυχικά ή σωματικά, αλλά περήφανοι. Τανκς μπρος στο Καποδιστριακό.

«Με λίγα ρούχα αιματωμένα βρέθηκε νεκρός

στη θερινή σελήνη και οι φυλλωσιές

του έδιναν τώρα τη δόξα που είναι

πάνω από τις επιθυμίες καιρός

ακίνητος στους ήχους  τους καθημαγμένους».

Δεν ήταν συννεφιά, αν κι ο ήλιος είχε κρυφτεί. Η σκόνη της μάχης ήταν. Το πολυβόλο. Ένα κομμένο χέρι που ακόμα σάλευε, η απελευθερωμένη Ελλάδα. Δεκέμβρης του ’44. Τα Δεκεμβριανά. Η μάχη της Αθήνας. Το χαστούκι του Σκόμπυ σ’ έναν Έλληνα υπουργό που δε συναινούσε κι αυτός κόντεψε να γυρίσει και τ’ άλλο μάγουλο. Οι άλλοι πάγωσαν. Οι πρώην σύμμαχοι τώρα αντίπαλοι. Ένας στρατός φερμένος από την Ιταλία κουρασμένος αλλά νικητής. Εκεί πολέμησε τους φασίστες. Εδώ το ΕΑΜ που είχε αντισταθεί στο Γερμανό κατακτητή και είχε καθυστερήσει τη ρωσική επίθεση. Μαυραγορίτες, δοσίλογοι, συνεργάτες των Γερμανών, γερμανοτσολιάδες, ταγματασφαλίτες, φονιάδες, ρουφιάνοι. Οι σφαίρες του Άγγελου Έβερτ απρόκλητες σκότωσαν επειδή μπορούσαν, όσους ήθελαν στη μεγάλη διαδήλωση. Ένα κομμένο χέρι. Σαλεύει μπροστά στο σαρδόνιο πούρο του σερ Ουίνστον. Ένα κομμένο χέρι κι άλλο ένα. Κι ένα πτώμα εκεί μέσα στη μέση σαν τσουβάλι κάπως φουσκωμένο αλλά ισχνό. Δεν έχουν προλάβει να το τραβήξουν στην άκρη οι συναγωνιστές. Οι Άγγλοι πυροβολούν προς όλες τις κατευθύνσεις. Μια σφαίρα κάτω από το μάτι του Γιάννη Ξενάκη. Το «Ματαρόα» αναχωρεί με μια δράκα αριστερών διανοουμένων για τα Παρίσια, όπου θα διαπρέψουν.

«Γλυκέ μου Τάμεση, κύλα απαλά»

Πώς να πνιγείς εσύ εκεί μέσα; Φαντάρε αργεί ακόμα ο γυρισμός. «Κύλα απαλά… πίσω από τη ράχη μου ακούω σε μια παγωμένη ριπή / το κροτάλισμα των κοκάλων, και το πνιγμένο/ γέλιο ν’ απλώνεται στην ακοή»

Κάποιοι δε θα γυρίσετε στην πατρίδα.

«Ανύπαρχτη Πολιτεία (…)

Μέσα στην καστανή καταχνιά

Ενός δεκεμβριάτικου μεσημεριού

Ιερουσαλήμ, Αθήνα, Αλεξάντρεια

Βιέννη, Λόντρα

Ανύπαρχτες»

Η Αθήνα ανοχύρωτη ώσπου έφυγαν οι Γερμανοί. Τώρα οι Άγγλοι πολυβολούν την Ακρόπολη αγκαλιά με τους δικούς μας απέναντι στους δικούς μας. Τα κτίρια της Γ’ Σεπτεμβρίου γίνονται σουρωτήρι από τις σφαίρες. Μια απ’ αυτές, αδέσποτη βρήκε τον Τέλο Άγρα. Ένας ποιητής νεκρός. Ξανανέβηκε στο σύννεφο. Το κατάστημα «Σύννεφα» μετονομάστηκε σε «Συννεφιά» και πουλάει σημαίες σε τιμή ευκαιρίας. Σημαίες καταξεσχισμένες, όπως κι οι τοίχοι του υπόγειου από τα νύχια του ανθρώπου που δεν άντεχε να μη βλέπει παρά μόνο αυτόν τον τοίχο κατάστικτο συνθήματα και προσδοκίες: Μητέρα λίγο ακόμα, Μητέρα. Θα προλάβω να σε ξαναδώ και το ερωτηματικό σβησμένο. Άννα τ’ όνομά σου, όλο αν και υποθέσεις. Άραγε με περιμένεις ακόμα; Πιο πέρα 50 σπίρτα. Ένα ολόκληρο κουτί ζωγραφισμένα με υπομονή.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.