Loading...
Πορτραίτα στο νερόΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

  Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Νίκος Καρούζος, Η νύχτα με συμφέρει, Β’ μέρος  

Δοκιμασία

Το 1947 έφτασε να γνωρίσει κι αυτός τι σημαίνει νάσαι αριστερός εκείνη την εποχή. Εξορίζεται στην Ικαρία. Τα 21 του χρόνια δεν τα έχει συμπληρώσει ακόμη. Οι εξόριστοι έχουν μια τεράστια και πολύ αξιόλογη βιβλιοθήκη και χώνεται πάλι εκεί μέσα διαβάζοντας τα πάντα. Μετά από πέντε μήνες επιστρέφει. Συνεχίζει το διάβασμα στην Εθνική Βιβλιοθήκη. Μεροκαματιάρης αναγνώστης αυτοχαρακτηρίζεται. Πίσω από ένα τείχος λεξικών το κεφάλι του χωμένο ολότελα σχεδόν στα Ομηρικά έπη. Συνειδητοποιούσε την ακαταλληλότητά του για δικηγόρος ή πολιτικός όπως περίμενε κι ο πατέρας του.

«Και συ φρικαλέο εικοσιτετράωρο που τρομερά εικονίζεις τη ζωή μας από ύπνο σε ύπνο»

ΙΝΤΕΡΜΕΔΙΟ II

 Είχε αρχίσει ήδη να γράφει ποιήματα μάλλον αυτά που αποκήρυξε από την συγκεντρωτική πρώτη του συλλογή το 1961, μια επιτομή της πρώτης του περιόδου που ο καθηγητής Βρασίδας Καραλής θεωρεί αποδεσμευμένη «από την ολέθρια επίδραση της γενιάς του ’30 και τη μελαγχολία του αυτοκράτορα της αοριστίας Γιώργου Σεφέρη», αλλά και από τους ποιητές της ήττας που τους διέκρινε κατά τη γνώμη του μια υστερική μελοδραματικότητα καταφέρνοντας εκείνος «να πλάσει ένα ξεχωριστό αισθητικό μόρφωμα κι ένα ρηξικέλευθο πνευματικό μύθο που επέστρεψαν την ποιητική του γραφή στις πηγές του σύγχρονου λυρικού της υποστρώματος», και τον οδήγησαν στο Σολωμό και τον Παπαδιαμάντη, αλλά και στην εκκλησιαστική υμνολογία. Αυτό έκανε την ποίησή του ενοχλητική και την απομάκρυνε από την ευδαιμονία. Αυτά όμως ως το 1978.

Ο Καραλής εξαίρει την ποιητική συλλογή του «Χορταριασμένα Χάσματα» (1974) τοποθετώντας την μετά την ποίηση του Σικελιανού για να επισημάνει ότι από το «Μέγιστον Μάθημα» του τελευταίου ολίσθησε ο Καρούζος στο «Μέγιστον Άθυρμα» μεταπηδώντας σε μια ποίηση του εαυτού, μια ποίηση εγωτισμού μονολογικού παραληρήματος όπου ο ποιητής ικανοποιεί τους πάντες ή τους περισσότερους, χάνοντας τη ριζοσπαστική του στάση των δεκαετιών ’60 και ’70, χωρίς όμως να κερδίσει την αποδοχή της αστικής τάξης, η οποία δεν θα τον νομιμοποιήσει ποτέ.

«Θηλάζω θεότητα

εμένα θηλάζει

Διασκεδάζω την αγάπη κατασκευάζω-

           το μίσος

αποστρέφομαι ενοράσεις και επιπολάζω

                    μέγιστον άθυρμα»

Ή όπως το τοποθετεί προκλητικά ο Λωτρεαμόν αρχίζοντας τον «Μαλντορόρ»:

«Είθε ουρανέ μου, ο αναγνώστης να γίνει ριψοκίνδυνος και πρόσκαιρα στυγνός, όσο κι αυτό εδώ το κείμενο που διαβάζει, για να μπορέσει να βρει τον απόκρημνο και άγριο δρόμο του χωρίς να χάσει τον προσανατολισμό του (…) αν δε δείξει ως αναγνώστης αυστηρή εγρήγορση(…) οι αναθυμιάσεις (…)του βιβλίου θα λιώσουνε την ψυχή του όπως το νερό τη ζάχαρη» [μτφρ. Στρατής Πασχάλης ]

«[Έτσι], μέσα από το μηδέν των πιθανοτήτων αποφαίνεται ο Καραλής, ο Καρούζος μπόρεσε να βλαστημήσει κατά των ειδώλων της παράδοσης». Και συνεχίζει; «σαν τον Ντοστογιέφσκι έτσι και ο Καρούζος δε μπόρεσε να πιστέψει σε κάτι (…) παραδόθηκε στη λατρεία του μηδενός».

Άλλωστε ο ίδιος ο ποιητής παραδέχεται «έγραψα ποίηση -με άλλα λόγια- συνεργάστηκα με το μηδέν», δηλαδή το δημιουργικό χάος «το απύθμενο πηγάδι που κυκλώνει την ανθρώπινη ύπαρξή και την κάνει να ονειροπολεί, να παραληρεί».

Τα  ποιήματα

Καμιά φορά οι ιστορίες χάνονται αν δεν τις αφηγηθείς, όπως τα όνειρα αν δεν τα πεις θα τα ξεχάσεις. Κι άμα χαθούν ιστορίες κι όνειρα δεν ξαναβρίσκονται. Ωστόσο ο Καρούζος που «η ποίηση είναι η μόνη αληθινή του ζωή», όπως λέει ο Μισέλ Βόλκοβιτς που μετέφρασε τα πρώτα του ποιήματα στα γαλλικά, ξαναλέει τα  όνειρα και ανααφηγείται τις ιστορίες φιλοτεχνώντας τη μυθολογία του.

1949, το πρώτο ποίημα: «Σίμων ο Κυρηναίος»

1951, Κάνει τη θητεία του στην, κατά τον Κανελλόπουλο ‘’νέο Παρθενώνα’’, Μακρόνησο. Ένα ξερονήσι που μόνο πέτρες φυτρώνουν και ένας άγριος αέρας που πνέει ασταμάτητα. Το νησί επισκέφθηκε κι η Φρειδερίκη για να δεί από κοντά αυτόν τον «Οργανισμό Αναμόρφωσης»

Κλονίζεται το νευρικό του σύστημα και το 1953, αφού νοσηλεύεται στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο παίρνει απαλλαγή από το στρατό, αλλά δήλωση μετανοίας δεν υπογράφει.

Ο ποιητής δε λέει τίποτα. Κάθεται σιωπηλός. Πίσω του ο ξεφλουδισμένος τοίχος. Με σφιχτοπλεγμένα τα δάχτυλά του πεισματωμένος επιμένει. Το κεφάλι του δεν είναι γερμένο αριστερά, δε θυμίζει τη στάση του Παπαδιαμάντη στη Δεξαμενή στη φωτογραφία του Νιρβάνα. Πεισματωμένος κι ο αφηγητής που δεν έχει να πει τίποτα. Αν μπορούσε θα έπινε και θα ξέχναγε τη συνέχεια.

”Θα περάσουν από πάνω μας όλοι οι τροχοί

θα μας σώσουν τα όνειρά μας”.

 Κατήφεια. Χαμηλόφωνος και μεγαλήγορος ”Κόκκινο τριαντάφυλλο, κόκκινο το δειλινό”.

  1. ”Λευκοπλάστης”

  2. Γενέθλια. 46 ετών ”και δεν πέθανα ακόμα”.

”Δεν τα χεις καλά με τον κόσμο ποιητή”. Είπε να διακόψει, είχε κουραστεί έτσι και αλλιώς.

Μεταφράζεται στα σουηδικά. Σάλος στην Αθήνα. Ο φθόνος κορυφώνεται. Κοροϊδεύουν οι φθονεροί. Θα πάρει και Νόμπελ; Να ξέρουμε!.. Γιατί ποιήματά του δημοσιεύονται στο περιοδικό των υποψήφιων για Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Δεν βρίσκω κανένα νόημα. Φοβόταν να ξανακοιμηθεί άμα ξυπνούσε μέσα στη μαύρη νύχτα. Ήθελε να ‘ναι μέσα στην πραγματικότητα. Κατήγγειλε τα δευτερόλεπτα. Χτύπησε τη γροθιά του στην  άκρη του γραφείου. Σκυμμένος με την πλάτη καμπουριαστή ξανάρχισε να γράφει:

 ”Νηστεύει η ψυχή μου από πάθη και το σώμα μου την ακολουθεί”.

Πρόσωπα της ιστορίας. Μια φθαρμένη φωτογραφία που τον δείχνει πλάι στην Μαίρη Μεϊμαράκη, τη γυναίκα του. Μπροστά στη θάλασσα, πολύ αδύνατος, ψηλός. Ψηλότερος θαρρείς από το 1.74 που του αναλογούσε. Το ένα χέρι στην τσέπη.

1964, ”ο Υπνόσακος”, σπουδαία συλλογή κι αυτή. Έχει δίκιο ο Καραλής για τον πρώτο Καρούζο.

 

Γνωριμία με τον Ματθαίο Μουντέ

Στο πατάρι του Λουμίδη που συχνάζει, ένα μεσημέρι που κάθεται μόνος του, ο Μένης Κουμανταρέας τον συστήνει στον Ματθαίο Μουντέ. Ο Καρούζος ρίχνει τη μπηχτή του: -”Είστε αυτός που βράβευσαν οι 12 αυνάνες;” – ”Οι ίδιοι που βράβευσαν και εσάς”, ήρθε πληρωμένη η απάντηση του χριστιανού ποιητή. ”Ο Καρούζος δε θύμωσε, αντίθετα, λέει ο Ματθαίος Μουντές, με χτύπησε δυνατά στην πλάτη με οικειότητα και καθίσαμε όλοι μαζί”. Όταν πήγαν για την απονομή του βραβείου και οι δυο τους έφυγαν μαζί. Ο Μουντές που τον βρήκε εκεί, του ψιθύρισε: «βλέπω ήρθατε πρώτος στο πάρτι των αυνάνων. Γέλασε δυνατά και μου έσφιξε το χέρι. Δε με άφησε μονάχο ούτε στιγμή. Όσο είμαστε εκεί με βομβάρδιζε με χαριτωμένα σχόλια για όλους τους παρευρισκομένους. Το χιούμορ του ήταν οξύ και καταλυτικό.[…] για πρώτη φορά στη ζωή μου έκαμα μαζί του μια ολονύχτια πεζοπορία στην Αθήνα, ακούγοντάς τον μαγεμένος να μιλάει – να μονολογεί ακριβέστερα – ανοίγοντας χιλιάδες θέματα και αναλύοντάς τα μ’ έναν μοναδικό τρόπο. Δεν κατάλαβα πως ξημερωθήκαμε, να περπατάμε χωρίς ένα σταθμό. Πήγα κατευθείαν στο σχολείο. Όλη η ζωή μου από τότε ήταν μια ιερή και ατελείωτη νυχτερινή ακρόαση αυτού του ανθρώπου, που πέρασε τη ζωή του μαρτυρικά, χωρίς ποτέ να γευτεί την αληθινή και πλήρη αίσθηση της καταξίωσης. Μιας, βέβαια, κοσμικής και ίσως πρόσκαιρης καταξίωσης, που την ζήσανε άλλοι ανάξιοι και κατώτεροί του γραφιάδες. Ο Καρούζος ήξερε την αξία του, ήθελε τον έπαινο, αλλά δεν τον ζητιάνεψε ποτέ. Κι όταν οι τραγικές συνθήκες της ζωής του τον ανάγκασαν να ζητήσει την κρατική συμπαράσταση, του δώσανε μια τιμητική σύνταξη β’ κατηγορίας. Φυσικά δεν τη δέχτηκε. Ζούσε σαν πετεινό του ουρανού. Ήταν ”ο Γιάννης μέσα στο έαρ”, ”ο Ιωάννης των ακρίδων”. Αλαφροΐσκιωτος που θύμιζε Σικελιανό και που στο πέρασμά του παιδιά και σκυλιά τον κυνηγούσαν. Αλλά αυτός συνέχιζε το δρόμο του».

Το τέλος

 

”Κι άλλη Άνοιξη εφέτος κι άλλη –

στη δράκαινα διάρκεια – διαλεκτική …

Κι άλλα πλήγματα στο στήθος κι άλλα

φονικά διάτορα εικοσιτετράωρα.

Στο κάπνισμα γρήγορα – να υπάρχουμε δήθεν άτρωτοι”. 

 

”Στο ανύπαρχτο κατατείνω

         αδιάφορος και αναντίρρητος”.

‘’Ένας κλινήρης του πνεύματος’’.

Πολύ αδύνατος σε μια φωτογραφία η σε άλλες η σάρκα κοντεύει να κρεπάρει. Το πάνω κουμπί του πουκαμίσου λείπει. Μόλις έπεσε στη χούφτα του. Ύστερα ασπρίζει στο σκούρο από τη λέρα πάτωμα. Καθώς προχωράει ακούει το κρακ. Το κουμπί κομμένο στα δύο. Το κάτω χείλος κρεμασμένο λίγο. Θαρρείς και τον μαγνητίζει η εικόνα του σπασμένου κουμπιού στο πάτωμα. Καλεί τον Μανώλη Πρατικάκη επίμονα. Εκείνος έρχεται. Τον βρίσκει σε κακή κατάσταση. Διαμαρτύρεται. Ο Πρατικάκης προσπαθεί να τον ηρεμήσει. Πώς να ηρεμήσεις ένα παιδί; ή έναν ώριμο άντρα που παλιμπαιδίζει. Τον μεταφέρουν στη ”Σωτηρία”. Έχει καρκίνο. Ο Σάββας Μιχαήλ συζητά για μέρες μαζί του, για τον τροτσκισμό, την αναρχία, το ποίημα με τίτλο ”Η νεολιθική νυχτωδία στην Κρονστάνδη” που από μόνος του είναι ένα ποίημα. 

”-Άννα, τι συμβαίνει;

-Άρχισε η επίθεση.

-Άννα, έχε γεια! θα πεθάνουμε.

-Νικολάι, σ’ αγαπούσα ολόκληρη.

-Μιαν άλλη φορά, θα ξαναγίνει, Άννα”.

 

Στο βαθούλωμα που είχε αφήσει το κεφάλι του στο μαξιλάρι, καλά χτενισμένο με τα μαλλιά σε παράλληλες σειρές ως το σβέρκο, μια σταγόνα αίματος απλώνεται ολοένα.

”Δεν έχω άλλο στήθος”.

 

ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ:
περ. Διαβάζω τχ.393, Φεβρουάριος 1999
περ. η Λέξη, τχ. 88-89, Οκτώβρης- Νοέμβρης ‘89
Νίκος Καρούζος, τα Ποιήματα τομ. Α [1961-1978] εκδ. Ίκαρος 3η εκδ. 2002
Νίκος Καρούζος, τα Ποιήματα τομ. Β [1979-1991], εκδ. Ίκαρος, 2η έκδ. 2001

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.