Loading...
Πορτραίτα στο νερόΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Οι μεταμορφώσεις του Λουί Αραγκόν, Α’ μέρος

                      

«Και μετά η ζωή στροβιλίσθη στης λύσσας τη φτέρνα»

 

                                                                                                                                                             

 

Ο νεαρός Λουί

 

Αυτός ο νεαρός κύριος με το στενό μουστάκι,  με το καπέλο, τη γραβάτα με τον μικρό κόμπο δεμένη σφιχτά στο λευκό πουκάμισο με τους στρογγυλούς μικρούς γιακάδες που ποζάρει στο φακό στρέφοντας λίγο το κεφάλι και μας κοιτά από μια απόσταση εκατόν ενός ακριβώς χρόνων ονομάζεται Λουί- Μαρί-Αλφρέντ- Αντουάν Αραγκόν και είναι 23 ετών.Δύο χρόνια πριν θα παρασημοφορηθεί για τη δράση του στο στρατό ως νοσοκόμος και θα γνωρίσει τον Μπρετόν. Φυσικά και δεν είναι ισοδύναμα και ομοειδή τα δύο γεγονότα, ωστόσο αυτά συμβαίνουν χωρίς να ενδιαφέρονται για μας και τον αντίκτυπο που έχουν πάνω μας.

Ιδού λοιπόν η κατοπινή αντίδραση στο πρώτο γεγονός του νεαρού Λουί :

«Απ’ αυτή τη θέση θα πω πολύ συνειδητά, χέζω τον γαλλικό στρατό στο σύνολό του». Μ’ αυτή τη φράση τελειώνει ένα βιβλιαράκι πολύ μαχητικό και πολύ βίαιο, το «Περί ύφους», στο οποίο θα περάσει γενεές δεκατέσσερις τη σύγχρονή του λογοτεχνία και θα περιποιηθεί ιδιαιτέρως τον Βαλερύ του οποίου το ύφος αποστρέφεται. Όπως κι ένα σωρό άλλων. Τη γλιτώνουν ο Ρεμπώ, ο Ζαρρύ, ο Μπορέλ-κάτι τύποι που θα υιοθετήσει ο Μπρετόν και θα τους κάνει την τιμή να τους συμπεριλάβει στην «Ανθολογία του Μαύρου χιούμορ» για να κάνουν παρέα στον Πόε, τον Μπωντλαίρ, τον Σαντ, τον Λωτρεαμόν τον Νίτσε και μερικούς ακόμη. Το «Περί ύφους» ενώ γράφτηκε το 1926 βγήκε δυο χρόνια αργότερα, επειδή ο Βαλερύ μαζί με τον Ζιντ καθυστέρησαν την έκδοσή του, αφού καθόλου δεν άρεσε στο Βαλερύ η γνώμη του νεαρού Αραγκόν.

Δε χρειάζεται ν’ αναρωτηθούμε για τη γνωριμία του με τον Μπρετόν γιατί υπήρξε καθοριστική, αν μάλιστα σκεφτεί κανείς πως ο Μπρετόν είχε κι αυτός μια εμπειρία πολέμου, κι αυτός γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή παρά τη θέλησή του όπως κι νεαρός Λουί, αλλά κάτι έπρεπε να κάνουν στη ζωή τους κι όπως συνηθίζουν οι γονείς υπέδειξαν ένα επάγγελμα αξιοσέβαστο και χρήσιμο για την κοινωνία χωρίς να υπολογίζουν τα όνειρα και τις επιθυμίες των παιδιών τους. Ήταν μαζί και στις ντανταϊστικές εκδηλώσεις καθώς και αρκετά αργότερα προσχώρησαν μαζί με άλλους σουρεαλιστές στο Κομμουνιστικό Κόμμα, ανεξάρτητα από τη συνέχεια της πράξης αυτής που για τον Μπρετόν και αρκετούς ακόμη ήταν πολύ σύντομη, ενώ για τον Αραγκόν ήταν απόλυτα καθοριστική για τη ζωή και το έργο του μετά το 1930.

 Αλλά τώρα είμαστε ακόμα στο 1917 όταν εκτός από τη Σοβιετική Επανάσταση πραγματοποιήθηκε και η πρώτη συνάντηση του Αραγκόν με τη δυάδα των «Μαγνητικών Πεδίων» Μπρετόν και Σουπώ.

Τότε ακόμα ο νεαρός Λουί, όταν περνούσε μπροστά από τις βιτρίνες που διαλαλούσαν την πραμάτεια τους αυτός αδιάφορος γι αυτήν έπιανε τον εαυτό του να κοιτά τη φιγούρα του μέσα από τα τζάμια που μερικές φορές την παραμόρφωναν κι από ρεαλιστική τη μεταμόρφωναν σε αφηρημένη ή εξπρεσιονιστική.

«Μωσαϊκό ανθρώπινο κι ευκίνητο που αποσαθρώνεται και ανασυντίθεται. Έχουν ταυτόχρονα τα ίδια καπέλα και τις ίδιες ιδέες, αλλά δεν θα κλέψει ποτέ η μία  το φέρσιμο της άλλης».

Ποιος ήταν λοιπόν αυτός ο νεαρός που τώρα μένει στην οδό ντε Σατώ στο 14ο διαμέρισμα του Παρισιού που έχει παραχωρηθεί από  τον Μαρσέλ Ντυαμέλ που το είχε νοικιάσει από ένα ρακοσυλλέκτη, το είχε διακοσμήσει κι επιπλώσει για να μείνουν οι φίλοι του Πρεβέρ και Τανγκύ κι  όταν το άδειασαν αυτοί ο Αραγκόν έμεινε μαζί με το φίλο του Ζωρζ Σαντούλ. Σύχναζαν στο «Συρανό» όπου κάθονταν στην παρέα που είχαν σχηματίσει στο μεταξύ οι: Μπρετόν, Ελυάρ, Κρεβέλ, Περέ που ο Αραγκόν τους σύστησε στον σαστισμένο φίλο του, όπως νωρίτερα, όταν ετοίμαζε μια έκθεση ζωγραφικής, του είχε γνωρίσει  τον Μιρό, τον Έρνστ, τον Άρπ, τον Μασόν και τον  Πικάσο.

 Στο μεταξύ ο Αραγκόν επισκέφτηκε την Αγγλία, την Ιταλία, την Ολλανδία, την Ισπανία.

«Φωτιά Χαράς»

 

  1. Τον βλέπουμε ν’ αγοράζει δυο πακέτα Ζιτάν να κάθεται σ’ ένα τραπεζάκι του καφέ «Συρανό» ν’ ανάβει ένα και να το κρατά στο στόμα κι ενώ ο καπνός ανεβαίνει στο δεξί του μάτι κάνοντάς το να ανοιγοκλείνει, λες και κρατά το ρυθμό, γράφει στην λευκή πλευρά του πακέτου:

«Τα πουλιά είναι αριθμοί

Η άλγεβρα βρίσκεται μέσα στα δέντρα

Κι είναι ο Ρουσώ που ζωγράφισε στ’ ουρανού το πεντάγραμμο

Μια μουσική από τρίλιες […]

Τροχοβατώ κομπάζοντας πάνω στις πολεμίστρες»

[«Φωτιά Χαράς». μτφρ. Γιώργος Σπανός]

Τότε δεν πίστευε σε τίποτα, αλλά νόμιζε πως μπορούσε να τα κάνει όλα αυτός ο νεαρός που κυκλοφορούσε στο «χωριό του το Παρίσι» φλανάροντας αγκαζέ με τον Μπωντλαίρ και τον Μπένγιαμιν, σαν «ένας λυρικός [κι αυτός- ακόμη τουλάχιστον] στην ακμή του καπιταλισμού [αν και τώρα η εποχή ήταν άλλη κι αυτός είχε περάσει σ’ άλλη φάση]».

Καμιά φορά τον έπιανε σκοτοδίνη και τότε στηριζόταν με την παλάμη του ανοιχτή σ’ ένα τοίχο αφήνοντας το αποτύπωμά του σ’ αυτόν, το μελλοντικό όμως, όχι το τωρινό σαν να ‘βλεπε τον εαυτό του να παθαίνει μια σκοτοδίνη ισχυρότερη στο Συνέδριο Συγγραφέων και τον έπιασε ένας οξύς βήχας που η επιμονή του τον τρόμαζε, όπως και το ότι σκέπαζε τις ομιλίες των συγγραφέων ή μάλλον έσβηνε ολόκληρες λέξεις απ’ αυτές, έτσι που δεν μπορούσε παρά μόνο να εικάσει τις λέξεις που σκέπαζε ο βήχας. Του ερχόταν να τσαλακώσει το γαλάζιο πακέτο με την ακίνητη χορευτική φιγούρα της τσιγγάνας μαζί με το περιεχόμενό του και το άρωμα που έστελνε στα πνευμόνια του αλλά και στον αέρα της αίθουσας, νομίζοντας πως φταίει ο καπνός. Αγόρασε μια πίπα απ’ αυτές που χρησιμοποιούσαν οι κυρίες που σταύρωναν τα πόδια και ύψωναν το φρύδι όταν έπεφτε επάνω του το βλέμμα τους κι ο βήχας κόπασε, γιατί η διαδρομή του καπνού είχε μακρύνει κι όσο να φτάσει στα πνευμόνια του είχε χάσει την αψάδα και ένα μέρος από το άρωμά του. Αλλά δεν επρόκειτο ούτε για τσιγαρόβηχα ούτε για ένδειξη αμηχανίας. Οι νέοι μόνο αδυναμίες κι επιθυμίες έχουν όχι αμηχανίες. Έβηχε για ν’ ακούνε τ’ αυτιά αυτόν τον ενοχλητικό βήχα παρά τις στερεοτυπικές κορώνες που πετούσαν μερικοί εκεί μέσα υψώνοντας μάλιστα τη φωνή τους στο κατάλληλο σημείο. Αργότερα συνήθισε, πέταξε την πίπα που του έκοβε τη μισή απόλαυση κι ο βήχας κόπηκε.

 

Η τρομερή αποκάλυψη

 

Έχουν περάσει μόλις δυο χρόνια από τότε που η μητέρα του, που του παρουσιαζόταν σαν αδελφή του, του αποκαλύπτει πως είναι γιος της. Ο πατέρας είχε αρνηθεί να τον αναγνωρίσει.

Κι η νεαρή μητέρα κρύφτηκε πίσω από το ρόλο της μεγαλύτερης αδελφής. Είκοσι χρόνια ζει μ’ ένα ψέμα. Είκοσι χρόνια δεν έχει μια μαμά όπως όλα τ’ αγόρια, αλλά μια πλαστή αδελφή και μια μαμά ψεύτικη και τις δύο στο ίδιο πρόσωπο.  Το τραύμα που κρύβεται πίσω από τις λέξεις του μυθιστορήματος  ‘’Voyageuers de l’ Imperiale” θα τον τραυματίσει και θα τον αλλάξει. Είναι η πρώτη μεταμόρφωση: από μικρότερος αδελφός θα γίνει γιός της αδελφής του. Κάποια κακή μοίρα τάχει βάλει μ’ αυτόν τον νεαρό που ζει στο αστικό σπίτι της μαμάς-αδελφής, πηγαίνει σε ιδιωτικό σχολείο όπου του χαρίζουν τα βιβλία του Μπαρές που τον επηρεάζουν βαθιά, ιδίως  η τριλογία  του «Η Λατρεία του Εγώ» {1888-1891] που αγαπούσε κι ο Ίων Δραγούμης.

Η «δίκη» του Μπαρές

  

Τον Μπαρές «δίκασαν» αργότερα οι ντανταϊστές, στις 13 Μαΐου 1921, σε μια συμβολική δίκη με την κατηγορία ότι εγκλιμάτισε κατά του πνεύματος και των ιδεωδών της νεότητάς του.  Ο Μπαρές υπήρξε εθνικιστής, κατήγορος των υποστηρικτών του Ντρέυφους και σφοδρός πολέμιος της Αριστεράς που πρωτοστάτησε στο χωρισμό της Εκκλησίας από το κράτος.

Από θαυμαστής έγινε δικαστής του Μπαρές ο νεαρός Λουί. Αλλά σαγηνεύτηκε κι από τον Ζαν-Ζακ Ρουσώ και τον Γκόρκυ.

Παρά το σκάνδαλο της «δίκης» ούτε ο Μπρετόν είχε καταφέρει ν’ απελευθερωθεί από τη γοητεία που είχε ασκήσει και σ’ αυτόν η ανάγνωση του Μπαρές ούτε ο βέβαια ο Αραγκόν.

 

Το 1928 τον βρίσκουμε να περιπλανιέται μέσα σ’ ένα πυκνό δάσος από  παρισινά κτίρια αποφεύγοντας τα αρχιτεκτονήματα του Οσμάν και τα πλατιά βουλεβάρτα έχοντας βυθιστεί στα δικά του ερείπια. Κοιμάται σε δωμάτια ξενοδοχείων μη αντέχοντας το σπίτι της μαμάς, ταξιδεύει στη Βενετία και αποπειράται ν’ αυτοκτονήσει αλλά αποτυγχάνει. «Λίγο ακόμα μόνο / Μια στιγμή παραπάνω για νάρθει ο θάνατος».

 

Ντανταϊστική περίοδος

 

  1. Βρίσκεται στην ομάδα του περιοδικού “Litterature” που το διευθύνει μαζί με τους Μπρετόν και Σουπώ.

  2. Γίνεται ντανταϊστής συνεπαρμένος από την προσωπικότητα του Τζαρά και γράφει το δικό του μανιφέστο, συμμετέχοντας στα σκάνδαλα του κινήματος. Νιαουρίζει σε μια έκθεση έργων του Μαξ Έρνστ.

«Τέρμα στους ζωγράφους, τέρμα στους λογοτέχνες, τέρμα στους μουσικούς, τέρμα στους γλύπτες, τέρμα στις θρησκείες, τέρμα στους δημοκράτες, τέρμα στους βασιλόφρονες, τέρμα στους ιμπεριαλιστές, τέρμα στους αναρχικούς, τέρμα στους σοσιαλιστές, τέρμα στους μπολσεβίκους, τέρμα στους πολιτικούς, τέρμα στους προλετάριους, τέρμα στους στρατούς, τέρμα στις αστυνομίες, τέρμα στα κόμματα, φτάνουν επιτέλους αυτές οι ηλιθιότητες, δε θέλουμε πια τίποτα, τίποτα, ΤΙΠΟΤΑ, ΤΙΠΟΤΑ, ΤΙΠΟΤΑ. Έτσι ελπίζουμε πως το καινούργιο που θάναι το ίδιο μ’ αυτό που δε θέλουμε πια, θα φανεί λιγότερο σάπιο, λιγότερο άμεσα ΓΚΡΟΤΕΣΚΟ». Το μανιφέστο έχει ημερομηνία : Φλεβάρης 1920 και περιέχεται στην κλασική «Ιστορία του Σουρεαλισμού» του Μωρίς Ναντώ. [μτφρ.; Αλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου, Πλέθρον, 2004]

 

Η ώρα του σουρεαλισμού

 

Στις αρχές του 1920 κυκλοφορεί η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Πυροτεχνήματα» μ ένα σχέδιο του Πικάσο.

Πειραματίζεται με την αυτόματη γραφή και συνεργάζεται μ’ ένα περιοδικό που διευθύνει ο Ελυάρ. Τον επόμενο χρόνο κυκλοφορεί το «η Ανισέ ή το Πανόραμα» που είναι ένα αυτοκριτικό, προκλητικό, προφητικό χρονικό ενός μαθητευόμενου στη ζωή κι την τέχνη.

Γράφει τρία σουρεαλιστικά έργα, ένα από αυτά έχει τίτλο, «ένα όμορφο βράδυ η ντουλάπα με τον καθρέφτη». 

Επαναδιατυπώνει στις «Περιπέτειες του Τηλέμαχου τις ιδέες του Φενελόν.

Αρχίζει να γράφει ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα, αλλά μαζί με άλλα γραπτά του το καταστρέφει. Βρίσκεται ακόμα υπό την επήρεια του οικογενειακού του δράματος. Άλλωστε σαν συνεπής σουρεαλιστής που είναι απορρίπτει αυτό το λογοτεχνικό είδος. Ένα κείμενο που διασώθηκε από τα κατεστραμμένα γραπτά βγαίνει αργότερα με τον σκανδαλιστικό τίτλο, «το μο@ί της Ιρέν».

Το 1924 ο Μπρετόν διατυπώνει το πρώτο «Μανιφέστο του σουρεαλισμού» και κυκλοφορεί το πρώτο τεύχος του περιοδικού «Σουρεαλιστική Επανάσταση» που ο Αραγκόν χαρακτηρίζει ως τη Νέα Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Στο «Ένα Κύμα Ονείρου» περιγράφει την εμπειρία του γύρω από τις επαναστατικές αποκαλύψεις του Φρόυντ για τα όνειρα, την ύπνωση, την αυτόματη γραφή, τις φιλοδοξίες των σουρεαλιστών για μια ριζική  ανανέωση  της γλώσσας και της πραγματικότητας, καθώς και ένα απελευθερωμένο βλέμμα πάνω στον κόσμο και τα πράγματα.

«Είμαι σαν τον υφασματέμπορο στις ‘Χίλιες και μία νύχτες’: είχε παντρευτεί μια παλατιανή κι αφού τον μαστίγωσε γιατί δεν έπλυνε τα χέρια του προτού να την χαϊδέψει, η ίδια η γυναίκα του του έκοψε τα τέσσερα μεγάλα δάχτυλα με ξυράφι, αλλά, δεν της κάκιωσε για τέτοια μικροπράγματα, της ορκίστηκε πως θα πλένει πάντα τα χέρια του με αλκάλι, αλισίβα και σαπούνι…» [μτφρ.:Στέφανος Ν. Κουμανούδης],  αφηγείται αυτό το περιστατικό που φέρνει στο νου τον Σαντ. στον «Παριζιάνο Χωρικό» που κυκλοφόρησε το 1926, μια φλανερύ στη βάση του ευφάνταστη, πληθωρική, αντισυμβατική. Ένα συνονθύλευμα από τσιτάτα, και διαφημίσεις μέχρι όνειρα και φιλοσοφία, που ο τότε ακόμα ντανταϊστής, σπουδαίος συγγραφέας και πολύ φίλος του [μετέπειτα συνεργάτης των Γερμανών, φασίστας κι αντισημίτης] Ντριέ λα Ροσέλ το χαρακτήρισε το γαλλικό Sturm und Drang [Θύελλα και Ορμή] του 20ου αιώνα.

 

«Δε θέλω πια να βγω από αυτό το μαγεμένο δάσος»

 

Ο Γκαλιμάρ εκδίδει την ποιητική του συλλογή «Αέναη Κίνηση» που θα συμβολίζει την διαρκή ανανέωση και κινητικότητα της προσωπικής του διαδρομής.

 

[η συνέχεια στο Β’ και τελευταίο μέρος που θα δημοσιευθεί το επόμενο Σάββατο]

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.