Loading...
ViewmasterΑφιερώματαΠορτραίτα στο λάδιΠρωτοσέλιδοΤΕΧΝΗ

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Οι ρεαλιστές Ουάλας Στέγκνερ και Άντριου Γουάιεθ               

Ας αρχίσουμε με τις συστάσεις:

        Ο Ουάλας Στέγκνερ (1909 – 1993) ήταν ένας ρεαλιστής διηγηματογράφος και μυθιστοριογράφος και παρότι καταγόταν από φτωχή οικογένεια σπούδασε αγγλική φιλολογία και δίδαξε σε μεγάλα πανεπιστήμια όπως στο Χάρβαντ και το Στάνφορντ, δημιουργική γραφή. Στα διηγήματά του κυρίως αντλεί το υλικό του από δικά του βιώματα που έχουν να κάνουν με τις οικογενειακές περιπλανήσεις εξαιτίας του άνυδρου τοπίου που υποχρέωνε τους ανθρώπους να αναπτύσσουν στενούς κοινοτικούς δεσμούς για να μπορέσουν να τα βγάλουν πέρα. Ο Στέγκνερ μεγάλωσε χωρίς συγγενείς, εκτός απ’ τους γονείς του, χωρίς μόνιμο τόπο διαμονής, χωρίς, επομένως, την αίσθηση της ασφάλειας γι’ αυτό και αναζητά μια σταθερή ταυτότητα, μια ρίζα, μια στέρεη παράδοση. Οι ήρωές του αναζητούν τη συγχώρεση, την αλληλεγγύη και τη γενναιοδωρία καθώς και ένα αίσθημα κατάφασης στη ζωή. Παρότι όμως βραβεύτηκε και τα πεζογραφήματά του έτυχαν αναγνώρισης δεν είναι ευρέως γνωστός όπως θα του άξιζε όπως επισήμαναν  οι Νew York Times το 1987.

        Ο έτερος ρεαλιστής Άντριου Γουάιεθ (1917-2009), που ζωγράφιζε σχεδόν αποκλειστικά ανθρώπους και τόπους δύο όλο και όλο περιοχών που γνώριζε πολύ καλά, την κοιλάδα του Μπράντυ- γουάιν κοντά στο Τσαντς Φορντ της Πενσυλβάνιας όπου γεννήθηκε και το Κάσινγκ στο Μέιν όπου είχε την θερινή του κατοικία. Χρησιμοποιούσε περισσότερο το υδατόχρωμα και την τέμπερα με μια λεπτομερή και ακριβή τεχνική που δίνει μια αίσθηση μελαγχολίας και νοσταλγίας. Αυτός έγινε ευρέως γνωστός αλλά δεν είναι σίγουρη η θέση που κατέχει σήμερα στην αμερικανική ζωγραφική. Αν και ο διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης της Ουάσινγκτον, του προσέδωσε το χαρακτηρισμό του μεγάλου δασκάλου, ενώ μια από τις μεγαλύτερες αυθεντίες στην αμερικάνικη ζωγραφική του 20ου αιώνα, ο Σαμ Χάντερ, ισχυρίστηκε πως αυτό που γοητεύει περισσότερο το κοινό στην ζωγραφική του Γουάιεθ, εκτός φυσικά από την δεξιοτεχνία του που είναι ολοφάνερη είναι η έντονα κοινότοπη φαντασία του.

   Κάτι που μάλλον χαρακτηρίζει και τα διηγήματα του Στέγκνερ. Τα θέματά τους παρμένα από την αγροτική ζωή, κατά κύριο λόγο, περιέχουν απλές ιστορίες για το πως ένα ευαίσθητο παιδί φοβάται να παρακολουθήσει το σφάξιμο μιας γουρούνας από τον πατέρα του, ένα άλλο παγιδεύει τυφλοπόντικες και τους οδηγεί στο στόμα μιας νυφίτσας, ένα τρίτο δεν θέλει να σκοτώσουν το πουλάρι που γεννήθηκε ανάπηρο, ενώ ένα άλλο παιδί θρηνεί για το αυτοκίνητο που δεν παίρνει μπροστά με αποτέλεσμα να μη μπορέσει να παρακολουθήσει τη γιορτή που γίνεται στην πόλη.

    Ο νυχτερινός άνεμος σάρωσε τις νοτιοδυτικές επαρχίες και σήκωσε όλη τη μοναξιά τους στον ουρανό σαν σύννεφο. Το παιδί ξαπλωμένο στη βεράντα αφουγκραζόταν τον αέρα που σφύριζε μέσα από τη σήτα, άκουγε απ’ έξω τη σκάφη να τρίζει στον γάντζο, έπειτα τον γδούπο της πτώσης της και τον ήχο καθώς κατρακυλούσε προς το ρέμα, άκουγε τον πάταγο των πορτόφυλλων κι ύστερα την μητέρα του, που ξύπνησε και έσυρε τα πόδια της ώσπου να ασφαλίσει τις πόρτες. Από το μαξιλάρι του, με το ένα μάτι μισάνοιχτο, περιεργαζόταν το φεγγάρι που διέτρεχε τον φωτεινό ουρανό σχίζοντας τους ανέμους. Με τη φαντασία του έβλεπε κιόλας το λιβάδι, αυτό που απλωνόταν απ’ έξω, που το σκέπαζαν κάκτοι λευκοί υπό το σεληνόφως και γρασίδι απαλό σαν βαμβάκι και ο άνεμος που σφύριζε πένθιμα σαρώνοντας την απέραντη – ίδια με ωκεανό – πεδιάδα, ψιθύρισε μεσ’ από τη σήτα και το αποκοίμισε πάλι.

        Μια καθαρή ρεαλιστική περιγραφή οικοδομημένη με τη μαστοριά ενός τεχνίτη και πασπαλισμένη με μια ονειροπόλα διάθεση να στολίζει την παιδική ματιά. Σ’ αυτήν την πρώτη παράγραφο του διηγήματος με τίτλο το Τραγούδι της σάλπιγγας υπάρχουν θαρρείς πάνω από τέσσερις ή πέντε πίνακες τους οποίους θα μπορούσε να ζωγραφίσει ο Γουάιεθ αν ήθελε να την εικονογραφήσει.  

        Ενώ όλη την Άνοιξη ο τόπος στέγνωνε στον ήλιο, ενώ οι ιτιές ψήλωναν στα βαλτόνερα και η λάσπη που είχε αφήσει η πλημμύρα ξεραινόταν ανάμεσα στις ρίζες, ενώ το λιβάδι πρασίνιζε, ενώ τα φυλλαράκια τύλιγαν σαν αχλή τα χαμόκλαδα της όχθης και οι πικραλίδες έβαφαν τις ισιάδες με χρυσές πινελιές, ο Μπρους φρόντιζε το πουλάρι του. Ενώ τα άλλα παιδιά αλώνιζαν τους λόφους με εικοσιδυάρες καραμπίνες ψάχνοντας για τυφλοπόντικες, κουνέλια και αγριόγαλους, αυτός επέβλεπε σχολαστικά το θηλασμό του πουλαριού…

        Εδώ θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Στέγκνερ περιγράφει με μια σχετική ακρίβεια ένα πίνακα του Γουάιεθ. Και περνώντας σε άλλο διήγημα διαβάζουμε:

     Όλο το απόγευμα, καθώς ο ήλιος έγερνε κατά τις μακριές πλαγιές της δυτικής λοφοσειράς, αφότου το σκυλί βαρέθηκε και έφυγε και ενώ η στοίβα με τα καυσόξυλα ψήλωνε ώσπου τους έφτασε ως το λαιμό και ακόμα ψηλότερα, οι πριονιστές δούλευαν ακατάπαυστα δίχως να μιλούν.

        Αυτές τις ρεαλιστικές εικόνες τις συναντάμε όλο και σπανιότερα στην σύγχρονή μας πεζογραφία από την ώρα που στα μέσα της δεκαετίας του 1960 η κουλτούρα της αμφισβήτησης σάρωσε τη λογοτεχνία αυτού του είδους χαρακτηρίζοντάς την παρωχημένη. Ο μεταμοντερνισμός της έδωσε τη χαριστική βολή. 

    Ο Γουάιεθ φαντάζει μοναχικός μέσα στο μεταπολεμικό εικαστικό τοπίο που βρίθει από μεταμοντέρνους εικαστικούς καλλιτέχνες που έχουν εγκαταλείψει τη ζωγραφική του κάδρου. Το ίδιο μοναχικός και ο Στέγκνερ που παρά τον παροπλισμό της ρεαλιστικής πεζογραφίας συνέχισε να ακολουθεί την πορεία του.

     Σήκωσε τα μάτια και το λιβάδι που ανοιγόταν πέρα από την αντιπυρική ζώνη του φάνηκε πιο σκούρο απ΄ όταν ο καιρός ήταν ξηρός, πιο ζωντανό, όλο καστανούς και πράσινους τόνους, μικρότερο και κάπως πιο οικείο απ’ όταν ο καυτός άνεμος σάρωνε την καψαλισμένη χλόη διώχνοντας τις γραμμές του ορίζοντα σε βάθη θολά και αθέατα. Κι όπως έστεκε στην αυλή πάνω από το ανάγλυφο και καλοσχηματισμένο χνάρι, σκεπτόμενος την καθετότητά του καταμεσής της οριζόντιας έκτασης που τον περιέβαλλε, ένιωσε ότι εκείνο το πρωί η πεδιάδα είχε μικρύνει και αυτός είχε ψηλώσει. Ήταν θεόρατος. Ένα τόσο δα άλμα και θα έσπαγε το κεφάλι του στον ουρανό, δυο δρασκελιές και θα έφτανε στην άκρη του ορίζοντα.

        Αυτή η σπάνια συγκίνηση που αναδίδει αυτή η γραφή, αυτή η τόσο ακριβής περιγραφή που όμως μέσα στην ίδια παράγραφο απογειώνεται εμπόδισε τον συγγραφέα να κερδίσει τη θέση που του αξίζει. Απόδειξη ότι μετά από μια συλλογή δοκιμίων που εκδόθηκε στα ελληνικά με αφορμή μια επίσκεψη του Στέγκνερ στην Ελλάδα, αυτή η ανθολογία είναι η πρώτη και μοναδική μέχρι στιγμής εμφάνισή του στα ελληνικά.

[Η ανθολόγηση και η μετάφραση είναι του Γιάννη Παλαβού και η έκδοση του Gutenberg, 2019. Η ανθολογία δανείζεται τον τίτλο του πρώτου διηγήματος Το τραγούδι της σάλπιγγας].

        Ο Γουάιεθ έχει καλύτερη τύχη, αφού οι πίνακές του ανεβοκατεβαίνουν διαρκώς στα κοινωνικά δίκτυα και ιδίως στο φέισμπουκ, που σημαίνει εξαιτίας αυτών που πέτυχε ο ρεαλισμός, αν και παροπλίστηκε, εντούτοις συνεχίζει να συγκινεί και να συναρπάζει αφού είναι εξάλλου η βάση κάθε πρωτοποριακού -ισμού. 

    

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.